18/06/2019

Χίλντα Παπαδημητρίου: Οι άνθρωποι σήμερα είναι πιο οργισμένοι, πιο απελπισμένοι και συγχρόνως πιο αποφασισμένοι να ζήσουν

Χίλντα Παπαδημητρίου: Οι άνθρωποι σήμερα είναι πιο οργισμένοι, πιο απελπισμένοι και συγχρόνως πιο αποφασισμένοι να ζήσουν

Είναι μερικά χρόνια που γνώρισα την Χίλντα Παπαδημητρίου από κοντά με αφορμή το πρώτο της βιβλίο: «Για μια χούφτα Βινύλια» (Μεταίχμιο, 2011). Τώρα η Χίλντα είναι στο τρίτο της βιβλίο, παραμένει ερωτευμένη με τη μουσική και τα βιβλία, και μας παρέδωσε το αστυνομικό μυθιστόρημα «Η συχνότητα του Θανάτου» (Μεταίχμιο) .

Στη «Συχνότητα του Θανάτου», της Χίλντας Παπαδημητρίου η αγάπη της για τη μουσική είναι διάχυτη. Δυνατή πλοκή, αληθινοί χαρακτήρες, μεστή δομή (χωρίς τους «κρυμμένους άσσους» που δείχνουν ότι κάπου στο δρόμο κάτι δεν κόλλησε και έπρεπε με ένα τρικ να ολοκληρωθεί η ιστορία), αγωνία του κλασικού νουάρ – ναι έκανε την πόλη μας ένα υπέροχο σκηνικό και πολύ μουσική, συγκίνηση και κάθαρση!

«Η συχνότητα του Θανάτου» είναι μια αστυνομική ιστορία, αλλά και μια καταγραφή του χάρτη των αγαπημένων μας FM, του ραδιοφώνου δηλαδή.

Είναι και ένα αδιάκοπο σουλάτσο σε μια πόλη με ανθρώπους που καταρρέουν – μάλλον και η πόλη καταρρέει αλλά αυτή έχει ακόμη έρμα και την κρατάει κάπως – είναι το βαρύ «αχ» των ηρώων της. Ένα «Αχ» που λέμε όταν όλα αλλάζουν κι εμείς δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Ή δεν φροντίσαμε να είμαστε εκεί που έπρεπε, όπως έπρεπε να ώστε να μην φτάσουν κάπου τα πράγματα. Αλλά, από την άλλη, σε έναν κόσμο που αλλάζει ρημαζόμενος τι να πρωτοπρολάβεις να κάνεις…

Ας αφήσουμε όμως τις δικές μου αναρωτήσεις και ας επιστρέψουμε στο ατμοσφαιρικό αλλά με καταιγιστικούς ρυθμούς βιβλίο της Χίλντας Παπαδημημτρίου. 
Επιμένω στην πάγια τακτική μου να μην μιλάω για την υπόθεση του βιβλίου, αλλά να σου γράφω τα δικά μου συναισθήματα που μου προκαλεί κάθε βιβλίο.

Η κουβέντα μας την Χίλντα Παπαδημητρίου έγινε με αφορμή το βιβλίο αλλά με στόχο να σου τη γνωρίσω, και να γνωρίσω κι εγώ έναν πολύ ενδιαφέροντα άνθρωπο – που μας ενώνει, τουλάχιστον, η λατρεία για τη μουσική!

Υπάρχει "ροκ" αστυνομική λογοτεχνία;

Δεν είμαι σίγουρη αν υπάρχει καν ροκ λογοτεχνία. Ένας ροκ ήρωας – τραγουδιστής, μουσικός ή δισκοπώλης – δεν κάνει ένα βιβλίο ροκ. Αν εξαιρέσεις τον Hunter Thomson και ίσως δύο βιβλία του Nick Hornby (High Fidelity και Juliet Naked), ελάχιστα βιβλία θα χαρακτήριζα ροκ. Και φυσικά, δεν πιστεύω ότι υπάρχει ροκ αστυνομική λογοτεχνία. Ωστόσο, υπάρχει πανκ ποίηση (Patti Smith, Jim Carroll, Richard Hell), και κάποια δείγματα χιπ-χοπ λογοτεχνίας (βιβλία γραμμένα στα ebonics).

Η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής σου. Τι σου λείπει από την εποχή του δισκοπωλείου που είχες στην πλατεία της Νέας Σμύρνης;

Μου λείπει η επαφή με τον κόσμο, το γεγονός ότι το δισκάδικο ήταν ένα σταθερό σημείο απ’ όπου περνούσαν φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι και κάναμε ατελείωτες συζητήσεις για μουσική, σινεμά, λογοτεχνία. Ήταν ένα στέκι, κάτι που χάνεται σταδιακά. Ή για να είμαι ειλικρινής, ίσως μου λείπει η εποχή εκείνη που ήταν πιο εύκολη από οικονομική άποψη, ήμουν πιο νέα και ζούσαν αγαπημένοι μου άνθρωποι.

Ερώτηση κλισέ: τη μουσική την σκότωσε τελικά η "πειρατεία" ή κάτι άλλο (αν υποθέσουμε ότι …σκοτώθηκε;)

Η μουσική ζει και βασιλεύει. Η μουσική βιομηχανία κατέρρευσε λόγω της αλαζονείας και των λαθών της. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου η τοπική μουσική βιομηχανία φερόταν σαν ξιπασμένη νεόπλουτη. Λάθη επί λαθών, εκμετάλλευση του αγοραστικού κοινού, κοντόφθαλμες επιλογές.
Το διαδίκτυο έφερε κοσμοϊστορικές αλλαγές και την ευχέρεια να ενημερωνόμαστε χωρίς διαμεσολαβητή. Τα λάθη της μουσικής βιομηχανίας πλήρωσαν και πληρώνουν τα δισκάδικα και οι καλλιτέχνες.

Χίλντα Παπαδημητρίου: Οι άνθρωποι σήμερα είναι πιο οργισμένοι, πιο απελπισμένοι και συγχρόνως πιο αποφασισμένοι να ζήσουν

Ανάμεσα στα "θύματα" της ιστορίας σου, εγώ βλέπω ένα ακόμη – για το οποίο δεν έχει γίνει καμία νεκροψία-νεκροτομή: το ραδιόφωνο. Ποιος είναι ο ηθικός αυτουργός αυτού του εγκλήματος;

Πάλι θα αναφερθώ στην αλαζονεία αλλά και την απληστία των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σταθμών, αυτή τη φορά. Ήδη από την προ κρίσης εποχή, ο στόχος τους ήταν ένα όλο μεγαλύτερο μερίδιο της διαφημιστικής πίτας, εις βάρος της ποικιλίας και της ποιότητας. Οι ιδιοκτήτες που ενδιαφέρονταν μόνο για την απόδοση της επένδυσής τους, απαλλάχτηκαν σταδιακά από τους επαγγελματίες παραγωγούς, αντικαθιστώντας τους με ερασιτέχνες/φτηνούς, χωρίς προσωπική άποψη κι αγάπη για τη μουσική. Η playlist ήταν η χαριστική βολή. Αντίστοιχα φαινόμενα συναντάμε και στο εξωτερικό, αλλά εκεί υπάρχουν οι πανεπιστημιακοί/κολεγιακοί σταθμοί και τώρα πια το ιντερνετικό ραδιόφωνο. Παραμένω λάτρης των fm.

Βασικός ήρωας σου είναι ο άστεγος. Ένας άστεγος με φιλότιμο. Πώς έφτιαξες αυτόν τον χαρακτήρα; Θέλω να πω παρακολούθησες, μίλησες με κάποιους αστέγους;

Αγοράζω τη Σχεδία από τότε που κυκλοφόρησε και συχνά πιάνω κουβέντα με τους πωλητές της. Πιο πολύ όμως παρατηρούσα τους άστεγους να πολλαπλασιάζονται στο κέντρο της πόλης. Από το 2009 και μετά, είναι φανερό σε όποιον έχει διάθεση να το δει, ότι άλλαξε η κοινωνική προέλευση των αστέγων. Αυτό που ακούμε και διαβάζουμε στα ΜΜΕ είναι αλήθεια: άνθρωποι της διπλανής πόρτας βρέθηκαν στο δρόμο εν μια νυκτί. Η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και η έλλειψη ενός δικτύου οικογενειακής υποστήριξης οδήγησε πολλούς "κανονικούς" ανθρώπους στους δρόμους.

Τα τελευταία χρόνια εκτός από τους ήρωες που σκαρώνετε εσείς οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, παρατηρώ και έναν επιπλέον "χαρακτήρα", την πόλη. Η Αθήνα είναι ένας χαρακτήρας του έργου σου;

Ένα από τα πιο γοητευτικά χαρακτηριστικά της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι ότι πρόκειται για μυθοπλασία καθαρά “αστική”, υπό την έννοια ότι διαδραματίζεται στο άστυ – στις μεγαλουπόλεις. Αυτό άλλωστε είναι ένα από τα στοιχεία που διακρίνουν την αμερικάνικη από τη βρετανική σχολή της κλασικής περιόδου.

Κάτι ανάλογο παρατηρούμε και στην ελληνική αστυνομική μυθοπλασία, ίσως επειδή γράφονται όλο και περισσότερα αστυνομικά βιβλία. Ας μην ξεχνάμε ότι ο “πατριάρχης” του είδους, ο Γιάννης Μαρής, περιγράφει λεπτομερώς την Αθήνα, σε πολλά από τα βιβλία του. Και νομίζω ότι στα περισσότερα σύγχρονα αστυνομικά, οι συγγραφείς υμνούν την πόλη τους: παράδειγμα, ο Ράνκιν και το Εδιμβούργο, ο Ιζζό και η Μασσαλία, ο Μάρκαρης και η Αθήνα, ο Μονταλμπάν και η Βαρκελώνη.

Όταν περπατάς στην πόλη, σήμερα, στην εποχή της κρίσης, γεμίζεις μπαταρίες ή "αδειάζεις" σαν άνθρωπος.

Παρατηρείς ότι οι άνθρωποι είναι πιο μαζεμένοι, πιο φοβισμένοι σήμερα;

Μπορεί να μου συμβεί και το ένα και το άλλο, διαζευκτικά ή ταυτόχρονα. Επειδή αγαπώ το κέντρο της πόλης, μ’ αρέσει να παρατηρώ τις αλλαγές του, την εξέλιξή του, τον εξωραϊσμό ή την υποβάθμιση κάποιων περιοχών. Όσο για τους ανθρώπους, δεν θα έλεγα ότι είναι πιο μαζεμένοι. Πιο οργισμένοι, πιο απελπισμένοι και συγχρόνως πιο αποφασισμένοι να ζήσουν και να χαρούν ό,τι μπορούν ακόμα.

Εσένα τι σε πνίγει, σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις; Το κάνεις; (να βάλεις τις φωνές)

Με πνίγει η κακοποίηση ανθρώπων και ζώων, με πνίγει ο ρατσισμός και η φοβία των “απλών ανθρώπων” για τον ξένο, τον Άλλο, τον ταλαιπωρημένο κι άτυχο. Λες και ξορκίζουν το κακό, βρίζοντας τον άτυχο που το υπέστη ήδη. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι κανείς δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο.
Ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να βάλω τις φωνές: το έκανα πρόσφατα σε μία κυρία που είχε παρκάρει σε ράμπα για ανάπηρους. Γενικά πάντως προτιμώ να πράττω παρά να εκτονώνομαι με φωνές.

Χίλντα, τι φοβάσαι; Πώς αντιμετωπίζεις τους φόβους σου;

Τίποτα και πολλά. Φοβάμαι την αρρώστια – τη δική μου και των κοντινών μου ανθρώπων. Φοβάμαι την έκρηξη που προκαλεί η απελπισία και παίρνει μπάλα δικαίους και αδίκους.
Ολόκληρη η ζωή είναι μία πάλη ενάντια στον φόβο – για το άγνωστο, το επέκεινα. Που είναι το μόνο σίγουρο.
Προσπαθώ να αγνοώ τους φόβους μου, όσο μπορώ. Και συνεχίζω τη ζωή μου προσποιούμενη ότι δεν υπάρχουν.

Χίλντα Παπαδημητρίου: Οι άνθρωποι σήμερα είναι πιο οργισμένοι, πιο απελπισμένοι και συγχρόνως πιο αποφασισμένοι να ζήσουν

Με αφορμή τον Χάρη Νικολόπουλο, τον αστυνομικό ήρωά σου, εσύ είσαι άνθρωπος που παίρνεις απολύτως τις πρωτοβουλίες για σένα ή αφήνεσαι να "παίρνουν άλλοι αποφάσεις για σένα";

Η εμπειρία μου λέει ότι όταν δεν πάρεις εσύ τις αποφάσεις που σε αφορούν, θα τις πάρει η ζωή για σένα. Προσπαθώ να ορίζω τις παραμέτρους της ζωής μου, όσο γίνεται αυτό. Μεγαλώνοντας γίνεται πιο εύκολο αυτό, γιατί συνειδητοποιείς ότι ο χρόνος κυλάει και είναι κρίμα να μην τον ζεις όπως ονειρεύεσαι.

Μετάφραση: είναι τέχνη ή τεχνική που χρειάζεται πλούσιο λεξιλόγιο;

Η μετάφραση είναι κατά κύριο λόγο αγάπη για τη λογοτεχνία. Αγάπη για τις λέξεις, τα βιβλία, τη μυθοπλασία. Χρειάζεται η τεχνική και το πλούσιο λεξιλόγιο αλλά χωρίς πάθος για το γραπτό κείμενο, μια μετάφραση μπορεί να είναι καλή – αλλά απλώς διεκπεραιωτική. Είναι μεράκι η μετάφραση, και μεγάλο σχολείο για όποιον θέλει να γράψει. Και απαιτεί να αγαπάς τα βιβλία, το διάβασμα, τις ιστορίες, τη γλώσσα, να φτιάχνεις εικόνες στο μυαλό σου και να παθιάζεσαι με κάθε καινούργιο κείμενο που πέφτει στα χέρια σου.

Ποιο αστυνομικό μυθιστόρημα σε έβαλε στο τριπάκι της συγγραφής αυτού του είδους λογοτεχνίας;

Διαβάζω αστυνομική λογοτεχνία από μικρό παιδί, δύσκολα θα μπορούσα να ξεχωρίσω ένα βιβλίο. Μ’ αρέσουν πολλοί συγγραφείς κι έχω επηρεαστεί από τη γραφή τους: ο Ross McDonald, η Minette Walters, η Ruth Rendel, ο Henning Mankell, η Patricia Highsmith, ο James Cane, ο James Lee Burke. 

Ποιο βιβλίο δεν τελείωσες; Ή είσαι της άποψης ότι "αφού το άρχισα πρέπει να τελειώσει μ' αρέσει -δε μ' αρέσει";

Η ζωή είναι μικρή για να τη σπαταλάμε με καταναγκασμούς, και το διάβασμα οφείλει να είναι απόλαυση. Πολλά “σπουδαία” βιβλία δεν έχω τελειώσει: Γιέλινεκ, Πίντσον, Κουτσί, και τον Οδυσσέα του Τζόις.

Πώς χαλαρώνεις, τι σου αρέσει;

Χαλαρώνω ακούγοντας μουσική, διαβάζοντας με την παρέα της γάτας μου. Κολυμπάω στην πισίνα του Πανιώνιου, το νερό είναι για μένα βάλσαμο και τρόπος να γεμίσω μπαταρίες. Θα μπορούσα να πηγαίνω σινεμά καθημερινά, αν μου το επέτρεπαν οι υποχρεώσεις μου. Και βέβαια, χαλαρώνω με την παρέα φίλων, με συζητήσεις για μουσική, λογοτεχνία και σινεμά.

Αν άλλαζες τη Νέα Σμύρνη που ζεις, πού αλλού θα πήγαινες να μείνεις;

Ίσως κάπου κοντά στην Ακρόπολη. Ή στο Μετς. Σε σημείο απ’ όπου θα έβλεπα την Ακρόπολη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια ενός φίλου Γάλλου: τι τυχεροί που είστε εσείς οι Έλληνες, που μπορείτε να βλέπετε την Ακρόπολη καθημερινά.

Υπάρχει βιβλίο και μουσική που μπορείς να πεις γι' αυτά: μου άλλαξαν τη ζωή;

Οι στίχοι του Bob Dylan, οι δίσκοι του Neil Young των ‘70ς, τα μπλουζ του Σικάγο, οι Clash.

Τα βιβλία του Γκράχαμ Γκριν και της Άλις Γουόκερ, το Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι, η Τριλογία του Τσίρκα.

Και για να κλείσουμε: Σκιαγράφησε μου τη Χίλντα μέσα από πέντε τραγούδια.

Both Sides Now, της Joni Mitchell αλλά στην εκτέλεση της Judi Collins.

London Calling, Clash.

Reason to be cheerful, pt. 3, Ian Dury.

Dancing barefoot, Patti Smith.

https://www.youtube.com/watch?v=gcbuG2w0Kzo

No surrender, Bruce Springsteen.

Γιάννης Καφάτος

 

 

(Συνολικές Επισκέψεις 970, 1 επισκέψεις σήμερα)
Χειροτέχνικα - 24-26 Μαρτίου, Δημιουργίες για καλό σκοπό
T-shirt Stories: Εσύ, ως πού θα έφτανες για την αξιολόγηση;

mm
About Γιάννης Καφάτος 1452 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*