19/08/2018

Διαδρομές: Μέρες και νύχτες υπό επιτήρηση #10


 Μέρες και νύχτες υπό επιτήρηση # 10

   Είχε πάρει στη χούφτα ένα τσαμπί σταφύλι και πετούσε τις ρώγες μια μια στο στόμα, αφού πρώτα έλεγχε το σφρίγος τους πιέζοντας με τα δάκτυλα. Δάγκωνε με τα μπροστινά δόντια, τα ζουμιά να τρέχουν στο πηγούνι. Όταν τελείωσε, εγκαταλείποντας στο πιάτο μερικές παραγινωμένες που δεν είχαν περάσει το τεστ, άφησε ένα παρατεταμένο ρέψιμο που έκανε το σκύλο των διπλανών να γαυγίσει. Με καθυστερημένη συστολή, σήκωσε το χέρι για να κρύψει την τρύπα που έβγαζε τα αέρινα ξέφτια του στομαχιού του και λίγο πριν αυτά σβήσουν, σκουπίστηκε με την ανάστροφη της παλάμη του.   

 « Όταν ήμουν μικρός, όλοι με κανάκευαν. Έτσι απόκτησα μαλθακό στομάχι »

δικαιολογήθηκε σηκώνοντας το ποτήρι με το λευκό κρασί. Το κατέβασε μονορούφι και το ξαναγέμισε προσθέτοντας πάγο. Έπειτα, χτύπησε μια σκνίπα που την είχε πέσει στο μπράτσο του και πήρε ένα κομμάτι τυρί από την πιατέλα για να ακολουθήσει το μονόδρομο των σωθικών του.    

« Η μόνη αλήθεια στη ζωή μου και ίσως η μόνη που έχει νόημα ..» έφερε τα χέρια στην κοιλιά του « είναι η λανθάνουσα τάση των εντέρων μου να κάνουν κουμάντο στο μυαλό μου. Έχω ένα μόνιμο φούσκωμα. Μου λένε να κοιτάξω μήπως έχω τίποτα. Αηδίες, μάλλον είναι η αχώνευτη ήττα »

γέλασε κοιτώντας αλλού για να κρύψει την παράταιρη με το χαμόγελο θλίψη, λίγα μέτρα πιο μακριά, στην απόλυτη νύχτα της Πανεπιστημιούπολης, με τους δρομείς που περνούσαν σκιαγραφώντας κινούμενες παραλλαγές του μαύρου.

« Δεν χρειάζεται ένα κακό έντερο για να σου χαλάσει τη μέρα » συνέχισε με το κρασί. « Αρκεί να γυρίσεις σε ένα σπίτι που του έχουν κόψει το ρεύμα και ζεις από την καλοσύνη του γείτονα με μια μπαλαντέζα όμοια με ομφάλιο λώρο. Την παίρνω όταν έχω ανάγκη για ρεύμα και πηγαίνω σε αυτόν και του λέω, σου έφερα τον ομφάλιο λώρο πατερούλη και γελάμε σαν καλοί μαλάκες. Δεν είναι αρρώστια αυτό που με τρώει, αλλά η ζωή αδερφέ. Ούτε η ποσότητα των πεπτικών υγρών, ούτε η πανίδα των σπλάχνων μου. Η γαμηνένη ζωή »

 Έβγαλε ένα χαρτί από την τσέπη του πουκαμίσου. Ήταν ένας άτσαλα διπλωμένος  λογαριασμός ρεύματος. Τον πέταξε ανάμεσα στα πιάτα και τα ποτήρια. 
  « Να δες! Ένα χρόνο δεν έχω βρει μεροκάματο. Τα λεφτά στην άκρη τελείωσαν και αυτό δεν μπόρεσα να το ρυθμίσω. Αδιαφορούν. Μείνε στο σκοτάδι, μείνε στο δρόμο!

Μεταξύ μας…. » έσκυψε συνωμοτικά « και μην τολμήσεις να με λυπηθείς. Ελπίζω αυτό στα σωθικά μου να με στείλει αδιάβαστο. Είμαι αρκετά μεγάλος για να φέρω τα πράγματα τούμπα και όλα συνηγορούν στο ότι δεν έχω θέση σε αυτή την κοινωνία. Τί να το κάνω που έχω ένα σπίτι. Αντί για χάρτινο κιβώτιο, έχω ένα από τσιμέντο. Και ζητάνε να πληρώσω και για αυτό. Δέχονται λίβρες από τα πλευρά μου; Αν και δε μου έχουν μείνει πολλές για να τις αποχωριστώ…. Φίλε μου, η ελεημοσύνη είναι αβάσταχτη. Δεν τη θέλω. Άλλο πράγμα βέβαια η πρόνοια, δεν έχεις άλλοθι μετά. Σε σηκώνουν και πρέπει να περπατήσεις. Εδώ τιμωρούμαι ! »

πήρε το χαρτί και το έσκισε σε μικρά κομμάτια που τα πέταξε από το μπαλκόνι. 
  « Χρειάζομαι μερικά λεπτά μόνο. Δεν σε πειράζει να κλείσω τα μάτια ε; » έγειρε  στην καρέκλα. « Η πλάκα είναι ότι όλοι ξεκινήσαμε ονειροπόλοι και μας έμειναν μόνο τα όνειρα να μας βασανίζουν » μουρμούρισε.  
   Δέκα λεπτά αργότερα, αφού ετάχτηκε από τον ύπνο με μια βαθιά ανάσα τρομώδους ξυπνήματος και ψάχνοντας νυσταγμένα το κρασί στο τραπέζι, είπε « Δεν πιάνει τίποτα. Οι λέξεις, τα βιβλία, τίποτα. Πόση παρηγοριά να βρεις στον Τροπικό του Καρκίνου; Χρειάζεσαι ένα απόθεμα τρέλας για να τη βγάλεις καθαρή, αλλιώς θα μείνεις να κοιτάς τον πολυέλαιο και να σκέφτεσαι πόσο βάρος μπορεί να αντέξει. 

Ανδρέας Πασσάς

(Συνολικές Επισκέψεις 91, 1 επισκέψεις σήμερα)
Λεγεωνάριοι και αεριτζήδες
Σιχαίνομαι τις επιστροφές - Μετάναστευση η μόνη λύση

Περισσότερα


mm
About Ανδρέας Πασσάς 47 Articles
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα και στην εφημερίδα Εξαρχειώτης.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*