20/11/2017

Δημήτρης Καμπουράκης: Γράφω για την ηδονή των λέξεων – Βιβλίοκριτική για τους “Δύο Ζωγράφους”

ηδονή των λέξεων

Ο Δημήτρης Καμπουράκης εν μέσω θέρους κυκλοφόρησε, χωρίς καμία προειδοποίηση, το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα “Οι Δύο Ζωγράφοι” (Εκδόσεις Πατάκη).
Ο για χρόνια καλός μου φίλος και συνεργάτης, αυτή τη φορά έφτιαξε την δική του ιστορία και δεν ασχολήθηκε με την Ιστορία, όπως πετυχημένα έχει κάνει με τις “Σταγόνες” του.

 

Οι Δύο Ζωγράφοι είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, που έρχεται να προστεθεί στο ελληνικό αστυνομικό νουάρ, το οποίο ευτυχώς για μας που το αγαπάμε, ανθεί και μας δίνει ωραίες στιγμές.

Ο Σεβαστιανός Κατάλευκος, ήρωας του βιβλίου ήταν το “avatar” που είχε δημιουργήσει ο Καμπουράκης όταν έγραφε ένα καθημερινό χρονογράφημα στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας “Έθνος” και όχι μόνο. Τώρα ο κυνικός συνταξιούχος δημοσιογράφος, με την περισευάμενη εμπειρία, την πονηριά, την οξυδέρκεια, την αντίληψη και το τσαγανό που χρειάζεται κάθε δημοσιογράφος, γίνεται ο μυστικοσύμβουλος του γαμπρού του, του Όμηρου Βαρθακουλάκη. Ενός επιμελή αλλά απλοϊκού ανθρώπου, που ως αστυνομικός θέλει να τιμήσει τη στολή του.

Το δράμα του αστυνομικού -εκτός του γεγονότος ότι έχει πεθερό τον Σεβαστιανό Κατάλευκο, είναι ότι βρίσκεται σε ένα ειδυλλιακό ελληνικό νησί, αποκλεισμένο λόγω κακοκαιρίας, μέσα στο κατακαλόκαιρο και έχει κάποια πτώματα που πρέπει να βρει τρόπο να φύγουν από το νησί για πρακτικούς λόγους – βρωμάνε, αλλά και να βρει τον ή τους δολοφόνους.

Ας πούμε ότι αυτός είναι ένας καμβάς της υπόθεσης του βιβλίου. Θα αδικούσα όμως τον – επαναλαμβάνω φίλο μου – Καμπουράκη αν έμενα σε αυτό.

Το βιβλίο του Δημήτρη Καμπουράκη είναι μια συνεχής άσκηση ύφους με τους ζωντανούς διαλόγους που βάζει στους χαρακτήρες του βιβλίου του.

Η αστυνομική του πλοκή στέκει επάξια σε αυτό που λέγαμε παραπάνω “ελληνικό νουάρ” και βάζει γερή παρακαταθήκη για την επόμενη ιστορία του Σεβαστιανού Κατάλευκου και του Όμηρου Βαρθακουλάκη.
Και το κυριότερο: Οι «Δύο Ζωγράφοι» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με μία μοναδική καταγραφή της ελληνικής κοινωνίας τόσο στον μικρόκοσμο ενός απομακρυσμένου νησιού, όσο και βλέποντας την «μεγάλη εικόνα», αυτό που λέμε «η κοινωνία μας».

Ο Δημήτρης στην παρουσίαση του βιβλίου του, το βράδυ της Δευτέρας στο Public, είπε ότι όλους τους χαρακτήρες που έφτιαξε για το βιβλίο, τους ξέρει. «Τους συναντώ στο χωριό μου, τη Δρακώνα»!

Το βιβλίο έχει ανατροπή ακόμη και στις τελευταίες σελίδες. Αλλά μέχρι να φτάσεις εκεί, ως αναγνώστης, που προφανώς δεν είσαι φίλος του συγγραφέα, έχεις περάσει μέσα από το εξαιρετικό χιούμορ του Δημήτρη  και τις γλαφυρές περιγραφές τόσο των χαρακτήρων των ηρώων όσο και των καταστάσεων που έχουν να αντιμετωπίσουν.

Ο τρόπος που ο συγγραφέας έχει παντρευτεί τον δημοσιογράφο και τον φίλο μου Δημήτρη Καμπουράκη με το σαρκαστικό χιούμορ είναι νομίζω ο καλύτερος συνδυασμός και προσφέρει στιγμές απολαυστικής ανάγνωσης.

Και μην μένετε στην εικόνα που έχετε για κάποιον όπως τον Καμπουράκη από την τηλεόραση (και πιστέψτε με 4 ώρες κάθε μέρα στον αέρα δεν είναι τόσο απλό πράγμα όσο φαίνεται), ο Καμπουράκης διαθέτει μια ευγένεια. Και αυτή η ευγένεια είναι διάχυτη στις σελίδες των “Δύο Ζωγράφων”.

Όλα τα παραπάνω είναι οι δικές μου σκέψεις για ένα αστυνομικό βιβλίο που αξίζει την απόλαυση – δεν λέω «τον κόπο» ούτε για σχήμα λόγου – να το διαβάσετε.

ηδονή των λέξεων

Ο λόγος τώρα στον συγγραφέα, που έγραψε το παρακάτω (έξοχο) κείμενο για να μας υποδεχτεί στην παρουσία ση του βιβλίου του.

Εξηγεί γιατί γράφει γενικώς, γιατί έγραψε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, γιατί δεν αντέχει τους σκανδιναβούς συγγραφείς αστυνομικών βιβλίων (εδώ δε με βρίσκει απολύτως σύμφωνο, αλλά αυτό είναι δικό μου θέμα, και δικό του), και αποκαλύπτει το επόμενο συγγραφικό του βήμα.

Δημήτρης Καμπουράκης:

Κατ’ αρχήν ευχαριστώ θερμά όλους σας για την παρουσία σας εδώ. Ξέρω ότι δεν είναι διόλου εύκολο ν’ αφήσετε το σπίτι και τις δουλειές σας για να αφιερώσετε μια βραδιά σ’ έναν τύπο που κάνει την ψυχοθεραπεία του γράφοντας βιβλία. Η προσέλευση σας με τιμά κ σας ευχαριστώ από βάθους καρδίας. Δεν θα σας κουράσω.

Οι ‘’Δυο ζωγράφοι’’ είναι το όγδοο βιβλίο μου.  Κάνοντας μια άθροιση των αντιτύπων που έχω συνολικά πουλήσει, κοντεύουν τις 200.000. Δεν το λες άσχημο. Αυτή εδώ είναι η πρώτη παρουσίαση βιβλίου μου που κάνω στην Αθήνα, μετά από συγγραφική ενασχόληση τριάντα και βάλε χρόνων. Γιατί; Διότι, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, είμαι ένας βαθιά αγοραφοβικός άνθρωπος. Κάποιοι μου λένε ότι αυτή η αποφυγή της ζωντανής επαφής με το αναγνωστικό κοινό είναι ένδειξη εσωτερικής λεπτότητας και εκ’ γενετής μετριοφροσύνης. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η μακροχρόνια έκθεση μου στην τηλεόραση έχει επιδράσει παραλυτικά πάνω στον χαρακτήρα και στην ψυχοσύνθεση μου, δυναμιτίζοντας την στοιχειώδη ικανότητα που έχει κάθε κανονικός άνθρωπος να επικοινωνεί απ’ ευθείας με τον συνάνθρωπο του. Δεν μπορώ να επιλέξω εκδοχή, το βέβαιο είναι ότι το εκλεκτό τμήμα marketing των εκδόσεων Παττάκη τραβάει τα μαλλιά του: Έχει στις τάξεις του μια …διασημότητα, η οποία αρνείται πεισματικά να πλασάρει επιδέξια και να πουλήσει κερδοφόρα τον εαυτό της.

Γράφω, όχι για να σώσω την ψυχή μου, αυτή σωσμό δεν έχει. Ούτε γράφω για να βγάλω λεφτά. Έχω εδώ και τρεις μήνες να λάβω 10.000 ευρώ από το λογιστήριο του Παττάκη για τις πωλήσεις των Δυο ζωγράφων και άλλων βιβλίων μου, πλην… αφαιρώντας 2600 για εισφορές, 2900 για φόρο, άλλα 2900 για 100% προκαταβολή φόρου και 650 για φόρο επιτηδεύματος, καταλήγω αισίως να ενθυλακώνω το θηριώδες ποσό των 950 ευρώ στα 10 χιλιάρικα. Το λοιπόν, τα αφήνω να κάθονται εκεί, γιατί ντρέπομαι να πάω να τα πάρω ως πληρωμή πνευματικής εργασίας ενός ολόκληρου χρόνου. Επικοινώνησα με τον έφορο της γειτονιάς μου και με το γραφείο του κ. Κατρούγκαλου και τους ζήτησα να πάνε αυτοί να τα εισπράξουν απ’ ευθείας για να μην κάνω τον μεσάζοντα, αλλά με σιχτίρισαν αμφότεροι, λέγοντας με αντιδραστικό, υπερβολικό και καταστροφολόγο.

Δεν γράφω λοιπόν, ούτε για την ψυχή μου, ούτε για τα λεφτά. Γράφω για να γεμίζω τις ώρες μου, για την ηδονή του γραπτού λόγου και για την τέχνη των λέξεων.

(Επ’ αυτού, παρενθετικά σας λέω ότι εσχάτως, έχω κατασκευάσει έναν δικό μου ορισμό για το τι είναι η κατάθλιψη της ώριμης ηλικίας, στα χωράφια της οποίας αρχίζω επικινδύνως να προσεγγίζω: Θα καταλάβω ότι η γεροντική κατάθλιψη κατέφθασε εντός μου, όταν οι δύο μεγάλες περιπέτειες της ζωής μου, η ανάγνωσις και η γραφή, θα πάψουν να μου προσφέρουν ικανοποίηση και ηδονή.)

Γράφω επίσης διότι μου αρέσει να χαζεύω τους χαρακτήρες που αρχικά –ως πραγματικός Θεός- φτιάχνω και μετά αυτοί θρασύτατα αυτονομούνται από τον δημιουργό τους, κάνοντας ότι τους κατεβάσει η γκλάβα τους. Σας βεβαιώνω ότι ο  έλεγχος που ασκώ στους πρωταγωνιστές των βιβλίων μου, είναι αξιοθρήνητος. Όμως τα καμώματα τους με διασκεδάζουν. Όταν ανοίγω το λάπτοπ για να γράψω, στην πραγματικότητα ανοίγω μια πόρτα σ’ έναν άλλο κόσμο. Ζω εκεί μέσα μέχρι να το ξανακλείσω. Οι ώρες αυτές είναι το κέρδος μου, καθότι εκείνος ο κόσμος είναι καλύτερος από τούτον εδώ.

Προσφάτως διάβασα μια εκπληκτική φράση του Ζορζ Περό: «Ποίηση είναι ο χρόνος κατά την διάρκεια του οποίου, ο άνθρωπος ξεχνά ότι πρόκειται να πεθάνει».

Αναφέρεται άραγε σ’ αυτόν που γράφει ή που διαβάζει ποίηση; Υποθέτω εις αμφοτέρους, αλλά θα ήταν ιεροσυλία έναντι της ποίησης να πω ότι γράφοντας ή διαβάζοντας ένα αστυνομικό μυθιστόρημα σε κάνει να ξεχάσεις ότι θα πεθάνεις. Εκτός των άλλων είναι και οξύμωρο, τα αστυνομικά είναι γεμάτα νεκρούς ανθρώπους. Εμένα ο Κατάλευκος όσο τον έγραφα, δεν μ’ έκανε να ξεχάσω τον θάνατο, μ’ έκανε όμως να ξεχνάω προσωρινά τον θάνατο της τσέπης μου ή την θλίψη των φίλων μου γι αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.

Γιατί αποφάσισα να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Πρώτον για να ξεφύγω από την καταραμένη την ιστορία, με την οποία με ταύτισαν άπαντες ως γραφιά. Τις νύχτες, πετάγομαι στον ύπνο μου και ουρλιάζω ‘’όχι άλλες σταγόνες ιστορίας, όχι άλλες σταγόνες ιστορίας’’! Αυτό που κάποτε ήταν μέγιστη αναγνωστική έκπληξη και ζηλευτό συγγραφικό προϊόν, μετά από δεκαοκτώ χρόνια έχει γίνει καταναγκασμός και ψυχόβγαλμα. Δεύτερον διότι ο Προβατάς εδώ δίπλα, μου είπε κάποτε ‘’γράψε ένα αστυνομικό, αλλά μην του βάλεις πολύ χιούμορ γιατί θα το χαλάσεις’’. Η αλλόκοτη αυτή παρότρυνση μου άρεσε κι άρχισα να το σκέφτομαι. Τρίτον διότι είχα τον χαρακτήρα της αστυνομικής περιπέτειας, τον Σεβαστιανό Κατάλευκο, έναν εγωκεντρικό, ξερόλα, εύστροφο, βιτριολικό και βαθιά αντιπαθητικό δημοσιογράφο, που τον περιέφερα επί χρόνια σε ραδιόφωνα κι εφημερίδες ως πρωταγωνιστή γραπτών και ηχητικών κομματιών. Ο Κατάλευκος, από την πρώτη στιγμή που τον δημιούργησα, ευθύς εξ’ αρχής, δεν μου γέμιζε το μάτι. Το λοιπόν, έπρεπε επιτέλους να τον χώσω μέσα σε μια ακραία υπόθεση φόνου και πλούτου, για να αποφασίσει ο ίδιος αν τελικά είναι ένας έξυπνος πλην ιδιόρρυθμος τύπος ή απλώς ένα παμπόνηρο λαμόγιο. Ούτε με τους ‘’δυο ζωγράφους’’ βγήκε άκρη.

Τέταρτο και τελευταίο, αποφάσισα να γράψω ένα αστυνομικό όταν διάβασα τους Σκανδιναβούς συγγραφείς σαν τον Μάνκελ, τον Λάρσον ή τον  Νέσμπο, που πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Έφριξα με την παγωνιά τους, τα χιόνια τους, τους αλμπίνους λύκους τους, τους καταθλιπτικούς ταράνδους τους, τους φρικτούς χιονάνθρωπους τους, τους ανέκφραστους ανθρώπινους χαρακτήρες τους, τους άντρες που είναι σαν ρομπότ και τις γυναίκες που συμπεριφέρονται σαν να έχουν κάνει μπότοξ στον εγκέφαλο, με τις πολικές τους θερμοκρασίες και με την αγριότητα των εγκλημάτων που παράγουν όλα αυτά.

 

Θέλησα λοιπόν να γράψω μια σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων του Αιγαίου, της ζέστης, της θάλασσας, του μελτεμιού, της απόμερης ελληνικής παραλίας, των λευκών νησιώτικών οικισμών και των βράχων όπου φωλιάζουν οι πιο χαρούμενοι γλάροι της υφηλίου. Εκεί όπου όλα είναι ανάλαφρα, υγρά, ανέμελα, χαριτωμένα, ανοργάνωτα, αυθόρμητα, οικογενειακά, παλαιικά, χαριτωμένως διεφθαρμένα, εκεί  όπου το μίσος συγχέεται με την αγάπη, εκεί όπου η ληστεία μοιάζει με Αυγουστιάτικο πανηγύρι στο χωριό, η απάτη μοιάζει με νυχτερινή βόλτα ερωτευμένων σε νησιώτικο σοκάκι και το έγκλημα μοιάζει να χορεύει μπάλο πάνω στους αφρούς της δικής μας μεσογείου.

Σας ενημερώνω με πάσα ειλικρίνεια ότι ξεκινώντας να γράφω το βιβλίο, δεν είχα την παραμικρή διάθεση να ξεδιπλώσω ένα τέτοιο πολύπλοκο δίχτυ μικρής και μεγάλης διαφθοράς σ’ όλες τις βαθμίδες της ελληνικής κοινωνίας. Το ‘καναν μόνοι τους οι πρωταγωνιστές μου, αρνούμενοι να συναινέσουν σε μια συνωμοσία του συγγραφέα που ήθελε να κρατήσει μία κάποια λογική ισορροπία ανάμεσα στην εντιμότητα και την ατιμία, ανάμεσα στην παρανομία και την ατομική ή θεσμική νομιμότητα. Καθαρόαιμοι Έλληνες από γεννησιμιού τους όλοι τους, με εξωθούσαν σελίδα τη σελίδα να τους χώσω μέσα στην κομπίνα αλλιώς δεν λειτουργούσαν, κατά μία έννοια δεν ζούσαν. Και όσον αφορά την μικρή ανεπαίσθητη κάθαρση που επέρχεται ξαφνικά στο τέλος, ούτε αυτή την είχα προγραμματίσει. Εμφανίστηκε λίγο πριν κλείσει το πόνημα, όχι ως πιθανή ζωντανή ελπίδα για την κοινωνία μας, αλλά ως αυτοματοποιημένη αντίδραση της θεάς Νέμεσης, που μπουχτισμένη από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των κομπιναδόρων, αποφάσισε την τελευταία στιγμή να τους αντιγυρίσει ένα χαστούκι. Την καταπληκτικότερη περιγραφή τα ου φινάλε, μου την έδωσε ο Μανόλης ο Σφακιανάκης, κουνώντας το κεφάλι του μετά την ανάγνωση του βιβλίου: «Έτσι είναι η ελληνική κοινωνία Δημήτρη μου. Μην κοιτάς που στο τέλος, ο αστυνομικός τα πήρε στο κρανίο και έγινε …τίμιος.»

Αυτά πάνω κάτω προσπάθησα να γράψω. Δεν ξέρω τι κατάφερα, εσείς θα κρίνετε. Ο επόμενος Κατάλευκος, θα είναι έτοιμος σε περίπου έναν χρόνο κι ας φωνάζει η αγαπημένη μου η Άννα η Πατάκη ότι πρέπει να τελειώσει ως τα Χριστούγεννα λες κ πρόκειται για την τρίτη αξιολόγηση.

Σας ευχαριστώ.

ηδονή των λέξεων

ΥΓ: Η παρουσίαση του Δημήτρη δεν ήταν ένα κοσμικό γεγονός. Η οικογένειά του, οι φίλοι του, και οι συνάδελφοί του, και ο απλός αναγνώστης που ήθελε να τον ακούσει και να τον δει από κοντά γέμισαν το καφέ στον πέμπτο όροφο του Public.

Ο Δημήτρης μας εξήγησε ότι:

Αν και συνηθίζεται δεν κάλεσα ούτε έναν πολιτικό ή βουλευτή, παρ΄ όλο που έχω πολλούς φίλους και γνωστούς λόγω της ιδιότητάς μου. Δεν τους κάλεσα συνειδητά γιατί η συγκέντρωση πολιτικών στην παρουσιάση ενός βιβλίου για πολλούς είναι επίδειξη δύναμης και ισχύος. Εγώ αυτό το θεωρώ προσβλητικό και αστείο. Ποτέ δεν ξέρεις αν ο πολιτικός έρχεται σην παρουσιάσή σου γιατί σε εκτιμά ή για να μην χάσει την πρόσβαση στο μέσο που εργάζεσαι!

Έτσι στις διακεκριμένες θέσεις μπροστά στους κυρίους Προβατά, Σφακιανάκη, Οικονομέα – που είχαν αναλάβει την παρουσιάση- κάθησαν η οικογένεια του Δημήτρη και με μεγάλη συγκίνηση και τιμή οι εμείς οι συνεργάτες του στην εκπομπή που κάναμε όλοι μαζί, την «Κοινωνία ώρα Μega».

Γιάννης Καφάτος

(Visited 175 times, 1 visits today)
Hancheng Blues, Μέρες και νύχτες υπό επιτήρηση # 34
T-shirt Stories: Δια-βολικά - Αν δεν πιστεύεις δες το Video

Περισσότερα


mm
About Γιάννης Καφάτος 699 Articles

Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά “ιδρύματα”. Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*