Άννα Δαμιανίδη

«Δύο καλοκαίρια και μισό φθινόπωρο» – Συνέντευξη με την Άννα Δαμιανίδη

To βιβλίο «Δυο καλοκαίρια κι ένα φθινόπωρο της Άννας Δαμιανίδη (Εκδόσεις Μεταίχμιο) είναι μια κατάθεση ψυχής για την ανάγκη της γυναίκας να βρει τη θέση της στην κοινωνία, την οικογένεια. Είναι ο αγώνας της έφηβης να κερδίσει τη θέση που της αξίζει, τη θέση που ονειρεύεται μακριά από τις νόρμες, τα στερεότυπα και τις προειλημμένες οικογενειακές αποφάσεις – στα δικά μου μάτια τουλάχιστον.

Κάποιοι ήδη μιλάνε για ένα «εφηβικό» βιβλίο, πράγμα που εμένα με βρίσκει αντίθετο – και είναι από τα θέματα που «συζήτησα» με την κυρία Άννα Δαμιανίδη, τη συγγραφέα και συνάδελφό μου δημοσιογράφο – συνταξιούχο πλέον. Στη συνέντευξή μας μιλήσαμε και για άλλα θέματα όπως η Αθήνα, η πολιτική, η δημοσιογραφία. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και με έβαλε σε δημιουργικές σκέψεις η άποψή της για το δικαίωμα στο «απολιτίκ» όμως ας μην προτρέχω – ας ξαναγυρίσω στο βιβλίο της.

Οι ηρωίδες της Άννας Δαμιανίδη ζουν λίγο πριν  την πτώση της Χούντας, στην Αθήνα κι ετοιμάζονται να τελειώσουν το σχολείο με το βλέμμα στις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Πάνε όλες σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο που η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι εμφανής. Η αφήγηση είναι η προσωπική εικόνα της πραγματικότητας όπως την εισπράττει κάθε ηρωίδα ξεχωριστά. Με έναν ρυθμό κινηματογραφικής ταινίας του ιταλικού νεορεαλισμού, η Άννα Δαμιανίδη έχει φτιάξει πραγματικούς χαρακτήρες, και μετέφερε στο χαρτί την ατμόσφαιρα μιας εποχής εν βρασμώ.

Το βιβλίο «Δυο καλοκαίρια κι ένα φθινόπωρο» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, υπέροχη ιδέα για χριστουγεννιάτικο δώρο σε κάποι@ που αγαπάτε και θέλετε να του καλλιεργήσετε ένα σποράκι «προσπάθειας» και αισιοδοξίας.

Νομίζω ότι η κουβέντα μας με τη συγγραφέα θα σας διαφωτίσει και ως προς τους χαρακτήρες του βιβλίου αλλά θα σας δώσει και την ευκαιρία να γνωρίσετε μια ενδιαφέρουσα γυναίκα που ξέρει να χειρίζεται εξαιρετικά το λόγο και να γράφει ωραίες ιστορίες.

«Άλλο ξεπαρθένεμα, άλλο χειραφέτηση» λέει κάποια στιγμή η ηρωίδα σας. Είναι το βιβλίο σας «Δύο καλοκαίρια και μισό φθινόπωρο» μια ιστορία για την αγωνία μιας ανώνυμης κοπέλας των 70’ς (αλλά και του σήμερα) να χειραφετηθεί;

Σίγουρα το θέμα είναι η προσπάθεια χειραφέτησης. Οι τελειόφοιτοι τότε, όπως και τώρα, έχουν να αποδείξουν πολλά, να πάρουν απολυτήριο, να περάσουν στο πανεπιστήμιο, πράγματα πολύ βασικά για να απολαμβάνουν τον σεβασμό των γονιών τους και να χειραφετηθούν με αυτή την έννοια, εφόσον δεν χρειαζόταν να εργαστούν αν οι γονείς στήριζαν τις σπουδές τους. Επιπλέον, τότε, στη δεκαετία του ’70, στην Αθήνα που ήθελε να συντονίζεται με τα ευρωπαϊκά ρεύματα, τη σεξουαλική επανάσταση που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή στη Δύση, κι ας είχε εδώ δικτατορία, τα κορίτσια που ήταν παρθένες ένιωθαν συχνά πολύ κατώτερα των περιστάσεων και ανάξια απέναντι στον εαυτό τους. Έπρεπε να προσπαθούν για πολλαπλή χειραφέτηση.

Βλέπω, όσο το βιβλίο σας διαβάζεται και παρουσιάζεται, να έχει την ταμπέλα «εφηβικό» μυθιστόρημα. Προσωπικά διαφωνώ με την ταμπέλα αυτή. Εσείς; Θα του βάζατε κάποια «ταμπέλα» και ποια θα ήταν αυτή;

Η εφηβεία αρχίζει για τα κορίτσια στα 12, καμιά φορά και νωρίτερα, οπότε αν το δούμε αυστηρά ηλικιακά, στα 18 που είναι οι ηρωίδες μου, έχει τελειώσει η εφηβεία, έχουν ολοκληρωθεί σωματικά σαν γυναίκες. Θα μπορούσαν να έχουν οικογένειες και παιδιά, αλλά έχουν το προνόμιο της τάξης τους που δεν τις πιέζει σε αυτή την κατεύθυνση. Μπορούν να σπουδάσουν, έλα όμως που δυσκολεύονται, απαγορεύεται να έχουν σχέσεις με αγόρια, απαγορεύεται να κυκλοφορούν όπως θέλουν, οπότε είναι σαν να βρίσκονται σε ένα είδος παγωμένης εφηβείας, σε μια κατάσταση δύσκολο να την ορίσει κανείς. Η ταμπέλα «τελειόφοιτες» θα ήταν πιο σωστή, αλλά μετά χρειάζονται λεπτομέρειες, άλλο οι τελειόφοιτες του 70 κι άλλο του 80, του 90 ή του σήμερα.

Πόση Άννα περιέχουν οι τέσσερις ηρωίδες σας; Ποια είναι πιο κοντά στη δική σας προσωπικότητα;

Περιέχουν και οι τέσσερις κάμποση Άννα, γιατί ποιον άλλον θα εμπιστευτείς για τα συναισθήματα και για τη γνησιότητα των βιωμάτων, παρά τον εαυτό σου; Περιέχουν και τις φίλες μου, τις δυναμικές και τις δειλές, τις τολμηρές και τις αστείες, και σίγουρα περιέχουν βιώματά μας. Αλλά είναι διαφορετικές, θέλησα να έχουν μικρές περιπέτειες που δεν ζήσαμε, τους χάρισα προνόμια που δεν είχαμε, οπότε δεν ξέρω ποια είναι πιο κοντά μου. Ίσως και οι τέσσερις ή καμία.

Οι περιφερειακοί χαρακτήρες είναι πρόσωπα που είτε ως δημοσιογράφος είτε ως συγγραφέας έχετε συναντήσει;

Οι γονείς δηλαδή, οι καθηγητές, οι φίλοι; Ανθρώπους σαν αυτούς γνώρισα πριν πιάσω δουλειά, κυρίως από τις δικηγορικές υποθέσεις του πατέρα μου, στήνοντας αυτί καμιά φορά όταν τηλεφωνούσε με τους πελάτες του. Ασχολούνταν με διαζύγια,  τότε δεν μπορούσαν να γίνουν με συναίνεση, είχαν πάντα αντιδικία, η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα, η κακόβουλη εγκατάλειψη έπρεπε να αποδεικνύεται κ.λπ. κ.λπ.  Ήταν κάπως τρομακτικό, και καθώς τα παρακολουθούσα κρυφά, ήταν τα θρίλερ της παιδικής μου ηλικίας.

Να ξαναγυρίσω στη θέση της γυναίκας, που στα δικά μου μάτια διατρέχει το βιβλίο, και να ρωτήσω με πόσα από τα στερεότυπα των 70’ς προ και μετά Χούντας περιορίζεται η γυναίκα σήμερα;

Έχουν αλλάξει πολλά, σε όλη την Ελλάδα. Τα κορίτσια έχουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία και γνώση, γνωρίζουν αγόρια, πάνε σε μεικτά σχολεία, δεν ζουν τη στέρηση που ζήσαμε και τις απαγορεύσεις. Οι γονείς είναι λιγότερο δύσπιστοι απέναντί τους. Τους αναγνωρίζουν το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια. Δεν είναι αποδεκτό κοινωνικά να τις εξευτελίσουν αν ανακαλύψουν ότι έχουν εραστή ή δεν ξέρω τι άλλο. Ψηφίζουν στα 18, ζουν σε δημοκρατία, οπότε νομίζω τα δικά μας στερεότυπα δεν υπάρχουν. Έχουν άλλα θέματα να τις ταλαιπωρούν, ανασφάλεια, ανεργία, τις περιορίζουν ουσιαστικά. Δυστυχώς.

Θέση ευθύνης; Υπήρξατε η «Αννούλα» ή η «Αννιώ» ανάμεσα σε «κυρίους τάδε. Ως δημοσιογράφος νιώσατε στην καριέρα σας αυτό που λέμε σήμερα «διάκριση φύλου» μισθολογικά ή στο να αναλάβετε κάποια;

Ξεκίνησα να δουλεύω το 75, οπότε ναι, υπήρξα Αννούλα και Αννιώ, αλλά δεν με πείραζε, στα γραφεία των εφημερίδων υπήρχε οικειότητα, μικρά ονόματα και υποκοριστικά για όλους. Οι μισθολογικές διαφορές ήταν δεδομένες όπως μια σειρά από διακρίσεις υποδόριες για μένα και για αρκετές γυναίκες της γενιάς μου, αφομοιωμένες στον ίδιο τον χαρακτήρα μας. Όχι για όλες.

Θέσεις ευθύνης ανέλαβα κάποια στιγμή, αλλά με ενδιέφερε περισσότερο η ουσία της δουλειάς, το ρεπορτάζ, το γράψιμο. Στο επάγγελμά μας βέβαια, αν δεν είσαι στέλεχος μετά τα 40, κινδυνεύεις να μείνεις χωρίς καθόλου δουλειά, οπότε εκεί πάλι το φύλο παίζει. Νομίζω ότι ακόμα και τώρα καλύτερα είναι να είσαι άντρας, πιο απλό. Οι γυναίκες που ανέρχονται πρέπει να είναι εξαιρετικές, είναι λιγότερες από τους άντρες, το περιβάλλον είναι πολύ ανταγωνιστικό στη δημοσιογραφία.  

Περπατώντας στην Αθήνα σήμερα. Τι σας λείπει από την Αθήνα του βιβλίου σας και τι ευχαριστιέστε που δεν υπήρχε τότε που τοποθετείτε τη δράση των ηρωίδων σας;

Μου λείπει πολύ η φυσιολογική ζωή της πόλης. Να βγαίνεις από το σπίτι και να χαζεύεις «ολίγη κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών». Υπάρχουν ολόκληρα τετράγωνα έρημα στο κέντρο, κτίρια που καταρρέουν, μαγαζιά κλειστά, ρολά κατεβασμένα. Να ανεβαίνεις τη Σταδίου είναι πια καταθλιπτικό, μέχρι το Αττικόν σε πιάνει η ψυχή σου. Εγκαταλείπεται η πόλη συστηματικά, τώρα θέλουν να διώξουν και τα υπουργεία, φαντάσματα θα μείνουν στους μεγάλους δρόμους. Σου φωνάζουν οι τοίχοι την αδιαφορία, το μίσος για τον δημόσιο χώρο. Δεν περπατούν οι κάτοικοι της πόλης αυτής, κι όταν βγαίνουν προτιμούν να στριμώχνονται σε μικρές πλατείες και στενά, όπως στου Ψυρρή και την Αγία Ειρήνη. Η Κοτζιά, ας πούμε, ή η Κουμουνδούρου, που είναι τεράστιες πλατείες, είναι άδειες, ούτε ένα καφενείο. Δεν τους καταλαβαίνω τους Αθηναίους.

Μ’ αρέσουν βέβαια όλα αυτά τα καφενεία και φαγάδικα, αλλά για να πάω σε άλλη γειτονιά πρέπει να περάσω τους βρόμικους και παρατημένους δρόμους, με φώτα χαλασμένα τη νύχτα, τα αθλιότερα πεζοδρόμια της Ευρώπης, οπότε η ευχαρίστηση χάνεται. Ευτυχώς αναβαθμίστηκε η Κυψέλη, αν καταφέρει να διατηρήσει και τα λίγα σινεμά της, μια χαρά θα ζήσουμε.

Η πολιτική διατρέχει επίσης το βιβλίο σας, άμεσα και έμμεσα στη δράση των χαρακτήρων που έχετε φτιάξει. Σήμερα πώς βλέπετε την εποχή; Η αποχή που ζήσαμε πρόσφατα, στις δύο εκλογικές μάχες, είναι τελικά επιβεβαίωση όσων λένε ότι «οι νέοι είναι απολιτίκ»;

Η πολιτική ήταν τότε ζωτικό θέμα, γιατί η χούντα μας προσέβαλλε θέλοντας να επιβάλει το δικό της τρόπο στα πάντα, απειλώντας την ελευθερία και τη σωματική μας ακεραιότητα. Ήταν θέμα αξιοπρέπειας να προσπαθείς κάτι να κάνεις εναντίον της, και πέρασαν πολλά χρόνια που δεν κάναμε τίποτε παρά να την υφιστάμεθα, διότι δεν υπήρχε τρόπος, καμία άκρη. Έπρεπε να φτάσει το ’73 για τις πρώτες δικτυώσεις, τις ξεκάθαρες αντιδράσεις. Σήμερα δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο, κι όμως βλέπεις πολύ περισσότερο θυμό και αγανάκτηση και επαναστατικότητα, σαν να ζούμε σε ασυγχρόνιστη ταινία, όπου οι αντιδράσεις που θα έπρεπε να γίνονται τότε, γίνονται τώρα. Για μένα, οι νέοι και όλοι μας δικαιούμαστε να είμαστε απολιτίκ. Οι πολιτικοί έχουν τεράστια προνόμια, ας έκαναν λοιπόν τη δουλειά τους χωρίς να πρέπει να ασχολούμαστε κι εμείς. Όμως δυστυχώς πρέπει συνέχεια να τους ελέγχουμε γιατί δεν την κάνουν καλά.  

Δημοσιογραφία τότε και σήμερα. Υπήρξατε μέρος του ιδιαίτερου αυτού γραναζιού της κοινωνίας μας. Πώς σχολιάζετε σήμερα, σε σχέση με τη μεταπολιτευτική περίοδο, τον δημοσιογραφικό λόγο, αλλά και τα πρόσωπα που τον αρθρώνουν;

Νομίζω ότι λείπει πολύ το ρεπορτάζ. Τα ΜΜΕ πέρασαν την κρίση βαθύτερα από καθετί, είχε ήδη ο παραδοσιακός Τύπος τη δική του κρίση λόγω τηλεόρασης και ίντερνετ, ήρθε και η δημοσιονομική κατάρρευση και τα βρήκε απροετοίμαστα, κακομαθημένα στα δάνεια. Η δουλειά μου εμένα τον περισσότερο καιρό ήταν μια πολυτέλεια που βασιζόταν στη δουλειά των ρεπόρτερ, έκανα σελίδες, έκανα σχόλια, έκανα κάποιες συνεντεύξεις, χρονογράφημα, όπως αυτό εξελίχθηκε τέλος πάντων, αλλά καθώς λείπει το πρωτογενές ρεπορτάζ τα τελευταία χρόνια, λόγω φτώχειας και ευκολίας και κάποιου είδους δειλίας πλέον, είναι στον αέρα αυτά τα πράγματα.

Εργαστήκατε στα ΝΕΑ του Χρήστου Λαμπράκη, σε μια εποχή που οι εκδότες ήταν ισχυροί πόλοι εξουσίας αλλά και προαγωγής πολιτισμού. Σήμερα οι εκδότες τι ρόλο παίζουν; Υπάρχει κάποιος νέος Χρήστος Λαμπράκης (ας τολμήσω την ερώτηση…);

Την εποχή που ήμουν στα ΝΕΑ, και πιο πριν, όλος ο κόσμος έπρεπε να κατηγορεί τον Λαμπράκη. Ήταν must. Του απέδιδαν υπερφυσικές δυνάμεις και διαβολικό πνεύμα. Κινούσε τα νήματα, ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις, όλα τα κακά του κόσμου. Ακόμα δεν ξέρω αν προκαλούσε πιο πολύ ως προαγωγός πολιτισμού, όπως σωστά το είπατε, γιατί οι Έλληνες είμαστε του τραβάτε με κι ας κλαίω, ή ως προοδευτικός πόλος εξουσίας που ξεβολεύει γιατί έχει ποιότητα και απαιτεί υψηλά στάνταρ. Ήταν στρατευμένος στον διαφωτισμό ο Λαμπράκης, όχι μόνο στον εκσυγχρονισμό, του χρωστάμε το Μέγαρο Μουσικής. Τώρα πια αναγνωρίζεται η αξία του, έστω διακριτικά, δεν άκουσα κανέναν να λέει πως έχει μετανιώσει για όσα τον κατηγορούσε, αλλά νομίζω η έλλειψή του γίνεται αισθητή. Και δεν βλέπω να υπάρχει κάποιος νέος Χρήστος Λαμπράκης. Ίσως να βρίσκεται κάπου κρυμμένος. Μακάρι.

Οικονομική κρίση και στη συνέχεια εγκλεισμός λόγω covid. Πόσο επηρέασαν, εκτός της οικονομίας, την αισθητική και τον πολιτισμό;

Η αισθητική μας έχει καθοριστεί κυρίως από την εποχή του πλούτου, η ασχήμια των πόλεών μας δεν είναι από φτώχεια, αν μιλάμε για την αισθητική που τριγυρίζει τη ζωή μας. Ούτε η έλλειψη ευγένειας στην καθημερινότητα είναι αποτέλεσμα της κρίσης και του εγκλεισμού, αν μιλάμε γι’ αυτό τον πολιτισμό. Μάλλον είναι επιλογή και καλλιέργεια νοοτροπίας, κυρίως στην οικογένεια.

Τι φοβάστε και πώς καταπολεμάτε τους φόβους σας;

Φοβάμαι την ύβρη των ανθρώπων, την υπερβολή που μοιάζει αδύνατον να σταματήσει, τη σκληρότητα που ντύνουν με μεγάλα λόγια. Προσπαθώ να το ελέγξω με βαθιές αναπνοές και διαρκή αναζήτηση γνώσης.

Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας.

Γιάννης Καφάτος

Σχόλια

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top