09/08/2020

Έλληνες και κομμουνισμός

Έλληνες και

«Οι Έλληνες και κατά ιστορική παράδοση αλλά και κατά τη βασική κοινωνική αντίληψη και αγωγή δεν είναι ευεπίφοροι προς τον κομμουνισμό. Διότι ο κομμουνισμός δεν δύναται να έχει ουδέν σημείο κοινόν με τον ελληνοχριστιανισμόν που αποτελεί τη βάση της διαπαιδαγωγήσεως των Ελλήνων κατά τον δρόμο της ιστορίας».

Αυτή η άποψη του Γεώργιου Παπαδόπουλου προέρχεται από το πρώτο του διάγγελμα προς τον Ελληνικό λαό και αντικατοπτρίζει την κοσμοθεωρία του σκληρού πυρήνα όσων εξέταζαν και εξετάζουν ένα συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός (αναφέρομαι συνολικά στην εξέλιξη του κομμουνισμού) με όρους ιδεολογικής μισαλλοδοξίας.

Κατά τον Παπαδόπουλο, ο κομμουνισμός δεν ευδοκίμησε και δεν επηρέασε σημαντικά τον Ελληνικό λαό εξαιτίας ελληνοχριστιανικής αγωγής, κοινωνικής αντίληψης και ιστορικότητας, χαρακτηριστικά που του έδωσαν τα απαραίτητα αντισώματα ώστε να προστατευθεί από την «ασθένεια». Η ιστορική πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική και εδώ, όπως και σε κάθε άλλη ερμηνεία που εξόφθαλμο στόχο έχει τη παραγωγή φανατισμού.  Ο κομμουνισμός όντως δεν κατόρθωσε να κερδίσει ισχυρά ερείσματα εντός της Ελληνικής κοινωνίας για διάφορους λόγους οι οποίοι ανέκαθεν καθιστούσαν το έδαφος της καλλιέργειας του σχετικά άγονο.

Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, οι δυτικές πολιτικές ηγεσίες θεωρούσαν τον κομμουνισμό ως την μεγαλύτερη απειλή και το χειρότερο κακό που θα μπορούσε να τις βρει. Φασισμός και ναζισμός έρχονταν σε δεύτερη μοίρα όσον αφορά το βαθμό επικινδυνότητας. Ιταλία και Γερμανία ανοίγουν μέσω των ολοκληρωτικών καθεστώτων πρώτες το χορό του σταδιακού περιορισμού των προνομίων της άρχουσας τάξης για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς όπως αποδείχθηκε. Η ΕΣΣΔ είναι η μόνη που κατακτά την κορυφή και κατορθώνει το ακατόρθωτο. Η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος από μέρους της είναι κάτι που την καθιστά ασυγχώρητη και άμεσα επικίνδυνη για τις παραδοσιακές κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις. Εξ ου και η αρχική υποβάθμιση του φασισμού και του ναζισμού στην κλίμακα της επικινδυνότητας.

Η καθολική καταδίκη και ο εξοστρακισμός του καπιταλισμού που ευαγγελιζόταν η ένωση ήταν στα αυτιά των Ευρωπαίων καπιταλιστών, μεγαλύτερος κίνδυνος από τις «υποτιθέμενες» βοναπαρτικές μεγαλοστομίες ενός ταλαντούχου δημαγωγού. Το όνειρο ενός δολοφονικά ρομαντικού μιλιταριστή για κατάκτηση της Ευρώπης ήταν κάτι γνώριμο ιστορικά και «αντιμετωπίσιμο» γι’ αυτούς. Η επιτυχία μιας ριζοσπαστικής οικονομικής και πολιτικής θεωρίας που είχε τη δυναμική να τινάξει στον αέρα ένα καλά στερεωμένο παραγωγικό μοντέλο που ζητά απ’ τον άνθρωπο να είναι λύκος και αρνί ταυτόχρονα, έκανε τον κομμουνισμό δαίμονα πρώτης γραμμής. Η σταθερά συνεχιζόμενη ανάπτυξη της ΕΣΣΔ ιδίως από το 1928 και μετά και η μη αποτυχία της θα κάνουν τους δυτικούς πιο νευρικούς. Δεν μπορούσαν να ανεχτούν την επιβίωση του οικονομικά «παράλογου» που πρέσβευε η ένωση. Αν ο κόσμος μπορεί να λειτουργήσει και αλλιώς, τότε έχουμε μεγάλο πρόβλημα όσοι επικαλούμαστε τον πολιτικοοικονομικό μονόδρομο της θεωρίας μας. Η σκλήρυνση είναι προ των πυλών.

Το 1918 ιδρύεται στην Ελλάδα το ΚΚΕ ως επίγονος του ΣΕΚΕ, το οποίο θα προσπαθήσει να λειτουργήσει και να μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον βαθμιαία εχθρικό, σαν αυτό που αντιμετώπισε και η ένωση. Η απήχηση του στο πληθυσμό θα είναι χαμηλή, στα συνδικαλιστικά δίκτυα μεγαλύτερη. Η έλευση των προσφύγων του 1922 θα οδηγήσει τις Ελληνικές κυβερνήσεις μπροστά στον κίνδυνο «αριστεροποίησης» ενός τέτοιου νέου πληθυσμιακού μεγέθους, στον ανοιχτό και μη πόλεμο με τον κομμουνισμό. Πρώτη νομοθετική πράξη «πολέμου» που εντάσσεται στις σχετικά ήπιες μορφές αντιμετώπισης της απειλής, είναι η ψήφιση του ιδιωνύμου το 1929 από την κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου. Η μαχητικότητα και η συμμετοχή του κόμματος σε απεργίες και κινητοποιήσεις της εποχής άρχισαν να ενεργοποιούν αντανακλαστικά τα οποία όσον αφορά το Βενιζέλο δεν θα τα χαρακτήριζα αντικομουνιστικά με την αυστηρή και καταδιωκτική έννοια του όρου που απέκτησαν στην πορεία, αλλά πιο πολύ με την καθαρά πολιτική θεωρώ.  

Ο Βενιζέλος ήταν οπωσδήποτε ένας φιλελεύθερος αστός πολιτικός χωρίς ακραίες τάσεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των πολιτικών του αντιπάλων. Επιδίωξη του ήταν η απρόσκοπτη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού με όρους δικομματισμού και η αποφυγή κοινωνικών εντάσεων με σκοπό τον σταδιακό εκσυγχρονισμό της χώρας με αδιαπραγμάτευτα δυτικούς όρους όμως. Πάνω σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η ψήφιση ενός νόμου σαν και αυτόν, ο οποίος στις μέρες μας φαίνεται αντιδημοκρατικός όπως και είναι φυσικά, αλλά στο γενικότερο πλαίσιο της εποχής του είχε «νομιμοποιητικές» βάσεις στις φιλελεύθερες αστικές δημοκρατίες της Ευρώπης.

Το ότι ο Βενιζέλος διακατεχόταν από καθεστωτική λογική δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αυτό όμως δεν τον κάνει λιγότερο δημοκράτη ή λιγότερο μετριοπαθή κατά συνθήκη. Σαν πολιτικός άλλωστε ποτέ δεν επικαλέστηκε την κομμουνιστική απειλή για να εξασφαλίσει μία εκλογική νίκη που θα βασιζόταν στον τρόμο του αναπτυσσόμενου Ελληνικού αστικού κόσμου, μπροστά στην ανατροπή. Δεν ήταν ο πολιτικός που έπαιζε με όρους λασπολογίας και βαριάς καταστολής όπως την εννοούμε σήμερα. Οι τακτικές του είχαν ξεκάθαρα πολιτικό περιεχόμενο παρότι στόχευαν στη επικράτηση ξεκάθαρα.    

Ένα πολύ εύστοχο ερώτημα λοιπόν είναι το εξής: Γιατί σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, που αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα ισότητας, δεν καρποφόρησε η κομμουνιστική ιδεολογία σε ικανοποιητικό βαθμό που να ξεπερνά τα συνήθως μικρά εκλογικά ποσοστά του φορέα έκφρασης της; Η ερμηνεία είναι πιο ειδική από αυτή που θέλησε να δώσει ο Παπαδόπουλος. Αν βρισκόμασταν στον 19ο αιώνα η απάντηση θα ήταν ίσως πιο μονόπλευρη. Η ηγεμονική ιδεολογία του 19ου αιώνα ήταν η μεγάλη ιδέα. Αυτή χωρίς υπερβολή ήταν ο ρυθμιστής του πολιτικού ψυχισμού των Ελλήνων μέχρι να θαφτεί στα μικρασιατικά ερείπια. Δεν βρισκόμαστε στο αιώνα αυτό όμως παρ’ όλο που κάποια από τα αίτια της μη απήχησης του ΚΚΕ, μπορούν να χρονολογηθούν και να πιστωθούν και σε αυτόν.

Πρώτα απ’ όλα όταν μιλάμε για εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα του μεσοπολέμου δεν μπορούμε ούτε κατά διάνοια να το συγκρίνουμε με χώρες όπως η Αγγλία και η Γερμανία φυσικά. Από την Ελλάδα απουσιάζει η βαριά βιομηχανία. Η χώρα δεν είναι αστικοποιημένη σε βαθμό που να ακολουθεί τα δυτικά πρότυπα της εποχής. Άρα έχουμε για αρχή την απουσία ισχυρού εργατικού δυναμικού αν εξαιρέσουμε κάπως τη Θεσσαλονίκη, που ξεφεύγει από τον κανόνα αυτό. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι η σημαντικότερη αιτία αν αναλογιστούμε ότι μια αμιγώς αγροτική χώρα έκανε την «έκπληξη» από άποψη ιδιότητας της εξεγερμένης τάξης. Η Ελλάδα ήταν και αυτή χώρα με μεγάλο αγροτικό πληθυσμό, ανισότητες και φτώχεια. Γιατί όχι λοιπόν;

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την μη απήχηση οφείλουμε να σκύψουμε πάνω από τις ιδιαιτερότητες της περίπτωσης μας. Ο Ελληνικός αγροτικός κόσμος λοιπόν βρισκόταν υπό καθεστώς οικογενειακής μικροϊδιοκτησίας (βλέπε προοδευτική διανομή εθνικών γαιών μετά την επανάσταση, αγροτική μεταρρύθμιση του 1917). Η εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική για τις αγροτικές περιοχές και αν αναλογιστεί κανείς και τις στερεωμένες πελατειακές σχέσεις που όπως έχουμε αναφέρει και παλαιότερα έχουν την τάση να λειτουργούν ως μοχλός αποσυμπίεσης των ανισοτήτων και να δημιουργούν την ψευδαίσθηση της ισότητας, συμπληρώνεται το παζλ.

Ανέκαθεν η κινητικότητα ήταν πάγιο αίτημα της Ελληνικής κοινωνίας το οποίο ανά περιπτώσεις ικανοποιούνταν με διάφορους πρόχειρους συνήθως τρόπους από πλευράς κράτους (βλέπε διορισμούς στο δημόσιο τομέα ειδικά σε περιόδους που μια θέση στο δημόσιο θεωρούνταν προνομιακή). Ο παράγοντας των πελατειακών σχέσεων είναι κατά τη γνώμη μου από τους πιο ισχυρούς στη συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση. Χωρίς οξυμένες και μη εκτονωμένες ανισότητες δύσκολα ενεργοποιείς τα ανατρεπτικά αντανακλαστικά μιας κοινωνικής ομάδας ή ενός συνόλου. Ο Βενιζέλος το ήξερε πολύ καλά αυτό (βλέπε αγροτική μεταρρύθμιση 1917 κυρίως, αλλά και προτεραιότητα στην αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων έναντι της αστικής προς αποφυγή δημιουργίας ισχυρού εργατικού δυναμικού στις πόλεις συν τοις άλλοις).

Κάτι επίσης σημαντικό ήταν η καταστολή και η δυσφήμιση που υπέστησαν οι ανατρεπτικές ιδεολογίες στην Ελλάδα ειδικά από το 1936 και έπειτα που όπως είναι φυσικό λειτούργησε αποτρεπτικά ως προς την διάδοση τους. Η μεγάλη ιδέα μπορεί όπως είπαμε να θάφτηκε στα ερείπια της Μικράς Ασίας αλλά το εθνικιστικό-αλυτρωτικό της υπόβαθρο συνέχισε και συνεχίζει ως ένα βαθμό να χειραγωγεί τμήματα του πληθυσμού τα οποία εν πολλοίς αντιλαμβανόντουσαν και αντιλαμβάνονται τον κομμουνισμό ως άκρως αντεθνική και ανθελληνική ιδεολογία, εξαιτίας κυρίως της αθεΐας και του διεθνισμού ως τάση, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί πολύ ως επιχειρήματα που στοχεύουν στη δυσφήμιση του. Εξ ου και η ελληνοχριστιανική αγωγή που υπερτονίζει ο Παπαδόπουλος.

Στις αντίπαλες ιδεολογίες του μεσοπολέμου εντάσσεται και ο ίδιος ο «Βενιζελισμός» που εν πολλοίς ικανοποίησε αρκετά από τα αιτήματα όλου του φάσματος της Ελληνικής κοινωνίας, από ψηλά έως χαμηλά. Και κυρίως το πάνδημο κυριολεκτικά αίτημα της επέκτασης των Ελληνικών συνόρων. Εξίσου σημαντικό ήταν το καθ’ όλα δικαιολογημένο αίσθημα της οικονομικής επιβίωσης που διαχρονικά διακατείχε την Ελληνική κοινωνία και ειδικά μετά την μικρασιατική καταστροφή ήταν ακόμα πιο έντονο, γεγονός που την έκανε να στρέφεται σε πολιτικούς φορείς που πρέσβευαν τη συντήρηση και όχι την «ανατροπή». Την «Ελληνική κανονικότητα» ας μου επιτραπεί ο όρος και όχι τον αχαρτογράφητο ριζοσπαστισμό.

Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως το ΚΚΕ είναι το κόμμα με τη συνεπέστερη ιδεολογική πορεία στην ιστορία του Ελληνικού πολιτικού βίου. Αυτή του η σεβαστή επιλογή το έχει οδηγήσει κατά τη γνώμη μου σε ένα θετικό και ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Το θετικό έχει να κάνει με τον αυτοσεβασμό των ανθρώπων που παραμένουν συνεπείς στις ιδέες τους και κλείνουν τον πολιτικό τους βίο από εκεί που τον άνοιξαν. Το αρνητικό είναι ότι η επιλογή της απόλυτης ιδεολογικής συνέπειας και λογικής σε κάνει απροσάρμοστο, προβλέψιμο και εν τέλει αναποτελεσματικό, ειδικά όταν καλείσαι να παίξεις σε πολιτικές πίστες όπως η Ελληνική του 20ου αιώνα, με αντιπάλους όχι μόνο εσωτερικούς αλλά και εξωτερικούς, οι οποίοι έβλεπαν ανά περιόδους τη χώρα μας ως οικόπεδο του οποίου είχαν την επικαρπία.

(Συνολικές Επισκέψεις 231, 1 επισκέψεις σήμερα)
«Το Παλτό» του Γκόγκολ στο θέατρο «Αργώ», σε σκηνοθεσία Γιώργου Χουλιάρα
OLYMPIA, «SHOOT TO FORGET», το τραγούδι της Κυριακής (Video)

mm
About Χάρης Φιλιππάκης 50 Articles
Ο Χάρης Φιλιππάκης συχνά αυτοαποκαλείται ιστορικός. Έχει αποφοιτήσει από κάποιο τμήμα ιστορίας και αρχαιολογίας. Συνήθως μιλάει για ιστορία και πιο συγκεκριμένα για το Βυζάντιο και την αρχαία Ρώμη. Προσπαθεί βέβαια να μην κάνει διακρίσεις.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*