21/10/2020

Γεράσιμος Μπέκας: Ο τρόπος με τον οποίο διδάσκεται η ιστορία μοιάζει με τον τρόπο που παρουσιάζουμε τη ζωή μας στο instagram

Συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο «Όλοι οι καλοί έχουν πεθάνει»

Γεράσιμος Μπέκας

Τι σημαίνει σήμερα καλοσύνη; Υπάρχουν καλοί πια; Ερωτήσεις που μου γεννήθηκαν μόλις άνοιξα το φάκελο που έφτασε στο γραφείο  και πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του Γεράσιμου Μπέκα – Gerasimos Bekas «Όλοι οι καλοί έχουν πεθάνει» (Εκδόσεις Κριτική).

Η ανάγνωση του δίνει στον αναγνώστη κάποιες απαντήσεις. Κυρίως όμως δίνει μια μοναδική απόλαυση ενός πολύ ξεχωριστού γραπτού. Το εισαγωγικό πρώτο κεφάλαιο μαρτυρά έναν συγγραφέα με χιούμορ. Το λάτρεψα αυτό το πρώτο κεφάλαιο. Η θεατρικότητά του, η αδυσώπητη σάτιρα, η ευγένεια που το διατρέχει και η αγωνία μου να καταλάβω τι σχέση μπορεί να έχει με ό,τι είχα διαβάσει στο οπισθόφυλλο για την ιστορία που πραγματεύεται το βιβλίο μου χάρισαν πολύ ωραίες στιγμές.

Κι εφόσον η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, η συνέχεια της ανάγνωσης ήταν εξίσου απολαυστική.

Ο Gerasimos Bekas έχει ένα πολύ ιδιαίτερο στιλ γραφής, που προφανώς η διαμόρφωσή του έχει και κάποιες ρίζες στο γεγονός ότι ο συγγραφέας είναι Έλληνας μετανάστης στη Γερμανία.

Το κείμενο του είναι λιτό αλλά την ίδια ώρα γεμάτο από εικόνες, γεμάτο από συναισθήματα και καταφέρνει να δημιουργήσει έναν ρυθμό που βάζει σε εγρήγορση τον αναγνώστη χωρίς να δημιουργεί άγχος για την όποια κάθαρση έχει αποφασίσει να δώσει ο συγγραφέας.

Αν και, συνήθως, δεν αναφέρομαι στην υπόθεση των βιβλίων που γράφω γι’ αυτά – αυτό εύκολα το βρίσκεις στο οπισθόφυλλο – για το «Όλοι οι καλοί έχουν πεθάνει» οφείλω να αναφέρω ότι μέσα στις άλλες ιστορίες που στήνει ο συγγραφέας υπάρχει η ιστορία του ολοκαυτώματος ενός μικρού ελληνικού χωριού. Διαβάζοντας την συνέντευξη του συγγραφέα ίσως αναρωτηθείτε, όπως κι εγώ, για τον τρόπο που «μαθαίνουμε» ιστορία στο σχολείο.
Ο Μπέκας μας έχει δώσει ένα εξαιρετικό κείμενο που πρωτογράφτηκε  στα Γερμανικά και μεταφράστηκε από τον Απόστολο Στραγαλινό. Έχει τιμηθεί με δύο βραβεία νέων συγγραφέων Leonard Frank το 2018 και August Ggraf von Platen το 2019. Στη Γερμανία ο Γεράσιμος Μπέκας έχει γράψει θεατρικά έργα που έχουν ανέβει σε γερμανικές σκηνές αλλά και στην Πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στην Αθήνα.
Νομίζω ότι με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας, έρχεται να προστεθεί στην εγχώρια σκηνή νέων συγγραφέων που ξεφεύγουν από τα καλούπια της «δημιουργικής γραφής»  με  το πηγαίο στιλ του και την ιδιαίτερη προσέγγιση στους χαρακτήρες του.
Η ανάγνωση του «Όλοι οι καλοί έχουν πεθάνει» προσωπικά με συνεπήρε  ακολουθώντας τον Άρη, που πατάει σε δύο πατρίδες και σιγά σιγά αρχίζει να πατάει και στα δικά του πόδια.
Περισσότερα, από τον ίδιο τον συγγραφέα που μου εμπιστεύτηκε απόψεις και σκέψεις του όχι απαραιτήτως μόνο για το βιβλίο του.

Ο τίτλος του βιβλίου μου βγάζει μια απαισιοδοξία και  μια αίσθηση ματαιότητας. Δεν υπάρχουν καλοί πια;

Υπήρχαν ποτέ; Σίγουρα υπάρχει καλοσύνη. Τη συναντάμε κατά καιρούς σε συνανθρώπους μας, την δείχνουμε οι ίδιοι. Το εάν όμως ένας άνθρωπος μπορεί να είναι πραγματικά καλός, παραμένει ζήτημα διαπραγμάτευσης. Βαδίζουμε συνεχώς ανάμεσα στις αποχρώσεις του καλού και του κακού.
Όσοι, όπως ο Άρης του βιβλίου μου, ρίχνουν μια ματιά πίσω τους και αναρωτιούνται, πως φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε ως ανθρωπότητα, φτάνει εύκολα στο συμπέρασμα ότι όλοι οι καλοί έχουν πεθάνει. Τα θύματα είναι αμέτρητα και η αδικία μεγάλη. Από εκεί και πέρα όμως, αυτό το συμπέρασμα κρύβει και κάτι αισιόδοξο, ρομαντικό.
Τα πρότυπα σπανίζουν, πού είναι οι αρχηγοί που θα θέλαμε να ακολουθήσουμε; Για να υπάρχουν καλοί, πρέπει να γίνουμε εμείς. Στην εποχή της υποκρισίας και της παγκοσμιοποίησης της αδικίας, μιλάμε για ένα τεράστιο εγχείρημα. Αρκετοί προσπαθούν να είναι καλοί άνθρωποι, απλά οι συνθήκες είναι περίπλοκες και δεν τους αφήνουν. 

Πώς άρχισε να σχηματίζεται η ιστορία του βιβλίου σας; Ποια από τα κομμάτια του σχηματοποιήθηκαν πρώτα;

Όλα ξεκίνησαν μια μέρα αρχές του 2016 στην οδό Σίνα στην Αθήνα. Έβρεχε κι ο κόσμος γλιστρούσε στο πεζοδρόμιο. Κάποιοι έπεφταν, άλλοι κρατιόταν από τα χέρια για να σωθούν, όλοι έβριζαν και ξαφνικά μας έπιασαν τα γέλια. Πως είναι δυνατόν μια πόλη σύμβολο του σύγχρονου πολιτισμού να υποκύπτει σε λίγη βροχούλα;  Εμπνεύστηκα από αυτήν την εξίσου τραγική και κωμική στιγμή και ξεκίνησα να γράφω. Ήταν λες και έβλεπα ταινία.

Με τα μαρτυρικά χωριά είχα ασχοληθεί για πρώτη φόρα ως μαθητής στη Γερμανία πριν από 15 χρόνια. Δεν ήταν μέρος της ύλης, ένας Γερμανός καθηγητής όμως μου είχε δώσει ένα βιβλίο για τις σφαγές που έγιναν επί κατοχής. Ο ίδιος περνούσε τα καλοκαίρια του κάνοντας διαδρομές με το ποδήλατο του από μνημείο σε μνημείο σε όλη την Ελλάδα. Το είχα πάρει απόφαση πριν καν ασχοληθώ με το μυθιστόρημα, όταν έγραφα κυρίως θεατρικά έργα, ότι αν ποτέ γράψω στα Γερμανικά για κάτι που θα σχετίζεται με την Ελλάδα, θα πρέπει να αναφερθώ και στα τρομακτικά γεγονότα της κατοχής.

Ο Άρης είναι ένας άπατρις ή μια απόδειξη ότι μπορεί κάποιος να έχει δύο πατρίδες που να τον πονάνε εξίσου;

Το τελευταίο μου αρέσει πολύ και ίσως να είναι και παραπάνω από δύο.

Πιστεύετε ότι η ιστορία, μας – με ό,τι σημαίνει αυτό το «μας» – διδάσκεται ή επιμελώς αποκρύπτονται κομμάτια της;

Εφόσον η ιστορία γράφεται από τους νικητές, όλο και κάτι χάνεται και συχνά μοιάζει με διαφημιστική καμπάνια. Συνήθως η ιστορία διδάσκεται στα πλαίσια μιας ευρύτερης μυθοπλασίας η οποία εκφράζει περισσότερο πως θέλουμε να βλέπουμε τον συλλογικό μας εαυτό ως κοινωνία παρά το τι έγινε στο παρελθόν και τι μπορούμε να μάθουμε από τα λάθη που έγιναν. Ο τρόπος με τον οποίο διδάσκεται η ιστορία μοιάζει με τον τρόπο που παρουσιάζουμε την ζωή μας στο instagram.

Γεράσιμος Μπέκας

Είναι βάρος η «ταυτότητα» για έναν άνθρωπο; Το όνομα, και η καταγωγή, μπορούν να κατευθύνουν πράξεις ή παραλείψεις ενός ατόμου, και δεν αναφέρομαι μόνο σε μυθιστορηματικούς χαρακτήρες.

Από την μια όλοι μας θέλουμε να ανήκουμε κάπου, να μάθουμε για τις ρίζες μας και να ταυτιζόμαστε κατά κάποιο τρόπο με ένα παρελθόν  το όποιο δεν ζήσαμε, αλλά μας αφηγήθηκαν. Από την άλλη αυτές οι εύκολες απαντήσεις με τις οποίες πλάθουμε την ταυτότητα μας, οδηγούν σε αυταπάτες 

Ζείτε και εργάζεστε στη Γερμανία. Η ελληνική σας καταγωγή, ειδικά τα χρόνια της κρίσης, αισθανθήκατε ότι σας δημιουργούσε εμπόδια;

Και εμπόδια και ευκαιρίες. Η ανταπόκριση στα ΜΜΕ ήταν ακραία και γεμάτη στερεότυπα. Οι Έλληνες της Γερμανίας έγιναν αθέλητα εκπρόσωποι της Ελληνικής κυβέρνησης και πολλοί Γερμανοί φοβήθηκαν ότι θα ζήσουν το ίδιο στις διακοπές τους στα ελληνικά νησιά. Αρκετοί άνθρωποι, κι ας τους πήρε χρόνο, συνειδητοποίησαν την άγνοια τους για την νεότερη ευρωπαϊκή κι ελληνική ιστορία αλλά και για την πραγματικότητα. Για την αποικοδόμηση των στερεοτύπων πρέπει πρώτα να παραδεχτείς ότι υπάρχουν. 

Στην Ελλάδα έχετε αντιμετωπίσει αντίστροφη αντιμετώπιση, αυτό το «τι να μας πεις εσύ που ζεις στη Γερμανία»;

Ασφαλώς. Και δέχομαι ότι η δική μου σκοπιά διαφέρει αρκετά από εκείνη όσων έχουν ζήσει αποκλειστικά στην Ελλάδα, είναι αναγκασμένοι να βρουν έναν τρόπο επιβίωσης εντός της χώρας και έχουν πάψει να εκπλήσσονται λόγω συνήθειας. Κι όμως, βολεύει αντί να αντιμετωπίζεις το επιχείρημα του απέναντι σου, να ψάχνεις για δικαιολογίες. Αυτή είναι μια βαθιά ανθρώπινη αντίδραση σε ό,τι δεν θέλουμε να ακούσουμε. Έχω διαπιστώσει ότι και στις δύο χώρες υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που μοιράζεται κάποιες αξίες και πεποιθήσεις και το βρίσκω αρκετά ελπιδοφόρο. 

Τι δεν θα αλλάζατε από τη ζωή στη Γερμανία και τι, αν μπορούσατε, θα το εξοβελίζατε από την ζωή σας αύριο το πρωί;

Την Künstlersozialkasse, δηλαδή το ταμείο κοινωνικής ασφάλισης των καλλιτεχνών, που διευκολύνει αρκετά την επιβίωση των καλλιτεχνών της Γερμανίας, δεν θα την άλλαζα, και θα ήθελα πολύ να υπάρχει και για τους συναδέλφους στην Ελλάδα. Τον χειμώνα του Βερολίνου δεν τον συνήθισα ποτέ αν και η κλιματική αλλαγή έχει αναλάβει το πρόβλημα.

Πόσο το χιούμορ και ο σαρκασμός μπορούν να συμβάλλουν για μια πιο ανεκτική κοινωνία;

Αρκετά. Είναι σημαντικό να βλέπεις τα πράγματα από απόσταση και το χιούμορ ίσως να αποτρέπει την οργή και την κατάθλιψη.

Έχετε υποστεί ποτέ μομφή, οποιασδήποτε διαβάθμισης, λόγω του χιούμορ, που φαντάζομαι δεν το έχετε μόνο για λογοτεχνική χρήση;

Στο σχολείο και το πανεπιστήμιο κατά καιρούς, από εκεί και πέρα όμως όχι. Οι περισσότεροι εκτιμούν την ευκαιρία ανακούφισης. Ιδιαίτερα όταν η κατάσταση είναι σοβαρή.

Ζώντας στη Γερμανία και έχοντας εικόνα της ζωής στην Ελλάδα, πιστεύετε ότι ακροδεξιά ξεσπάσματα στις δύο χώρες έχουν κοινά χαρακτηριστικά. (δεν αναφέρομαι σε εκλογικά αποτελέσματα, αλλά σε αυτό που λέμε «νεοναζισμός /φασισμός της καθημερινότητας».

Ναι, δεν βλέπω μεγάλη διαφορά. Από την στιγμή που το καθεστώς φέρεται να κινδυνεύει από τα δικαιώματα μειονοτήτων, η πλειοψηφία ξεχνάει ανθρωπιστικές αξίες και φιλότιμο και αυτοθυματοποιείται. Η ιδεολογία που τρέφει αυτή τη τάση έχει κοινές ρίζες. Ο Κωστής Παπαϊωάννου έχει δημοσιεύσει ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο πάνω σε αυτό το θέμα: Τα καθαρά χέρια της ΧΑ.

Υπάρχει κάτι που θα σας έκανε να αφήσετε τη Γερμανία για να έρθετε να ζήσετε στην Ελλάδα;

Δεν λείπει πολύ. Εάν κέρδιζα στο λαχείο θα ετοίμαζα τις βαλίτσες μου.

Γεράσιμος Μπέκας

Ποιος ήρωας της λογοτεχνίας σας συναρπάζει;

Ο Ρασκόλνικωφ του Ντοστογιέφσκι.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας άρεσε;

Από τα ελληνικά βιβλία που διάβασα τα τελευταία χρόνια ξεχωρίζω την Αλεξάνδρα Κ με το «Πώς φιλιούνται οι αχινοί»,  το πολύ λεπτό αλλά πετυχημένο «Πάντα κάνω λάθος στο πεπόνι» του Νικόλα Σάπο και το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Τα βιβλια που διάβασα πρόσφατα και τα αγάπησα ήταν στα Αγγλικά ή στα Γερμανικά, πχ της Ζέιντι Σμιθ ή της Φραν Ρος. 

Αφήνετε βιβλία αδιάβαστα αν δεν σας αρέσουν ή καταπιέζεστε να τα ολοκληρώσετε;

Ναι, τσαντίζομαι, τα παρατάω και κρατάω κακία στους συγγραφείς.

Εν, τάχει: Πώς περνάτε μια ωραία μέρα στη Γερμανία και πώς όταν βρίσκεστε στην Αθήνα;

Κάνω βόλτες όλη μέρα και σταματάω για καφέ όπου μου αρέσει. Στη Γερμανία με το ποδήλατο, στην Αθήνα με τα πόδια.

Τι σας στη σπάει στην Αθήνα;

Η Αθήνα είναι αρκετά σκληρή πόλη. Για να την απολαύσεις πρέπει να είσαι υγιής και να έχεις λεφτά. Άντε να περάσεις το δρόμο με καροτσάκι. Υπάρχει μεγάλη αδιαφορία και συχνά βαρβαρότητα στην καθημερινότητα. Γνώρισα αρκετούς, που δεν την άντεξαν. Έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια στο Βερολίνο, εγώ προσωπικά δεν είχα πρόβλημα.

Η εμπειρία του covid-19 τι κοινωνικές παρενέργειες βλέπετε να μας αφήνει;

Δεν ξέρω. Είναι αρκετά νωρίς ακόμα για να έχουμε πλήρη εικόνα. Ό,τι άσχημο υπάρχει σε μια κοινωνία πάντα φουσκώνει σε δύσκολες στιγμές. Φοβάμαι ότι θα αυξηθεί η ανισότητα και οι κοινωνίες θα διχαστούν ακόμα περισσότερο. Θα έρθει η ώρα που θα συζητήσουμε ποιες ζωές αξίζουν να σωθούν και εντός μιας χώρας (και όχι μόνο στα σύνορα).

Τελευταία ερώτηση: Τι φοβάστε και πώς καταπολεμάτε τους φόβους σας;

Φοβάμαι ότι θα πεθάνω πριν νιώσω ότι τελείωσα. Διαβάζοντας και γράφοντας μου περνάει.

Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 268, 1 επισκέψεις σήμερα)
Όταν σου σερβίρουν καφέ ένας ηθοποιός και μια φοιτήτρια ή Γιατί οι μεγάλοι κατακρίνουν τους νέους
JOCKSTRAP «ACID», το Τραγούδι της Δευτέρας

mm
About Γιάννης Καφάτος 1808 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*