27/01/2023

Ιεροκλής Μιχαηλίδης: Μιλάω με το παρελθόν σαν μια δόση κουράγιου – Συνέντευξη

Ιεροκλής Μιχαηλίδης

Μια ιδιαίτερη και συγκινητική κωμωδία, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Gerald Sibleyras, με πρωταγωνιστές τρεις ήρωες, ανεβαίνει στο Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς.

“Οι ήρωες” της παράστασης, μια ακαταμάχητη τριπλέτα –Φέρτης-Πιατάς-Μιχαηλίδης–, ζουν έγκλειστοι σε ένα νοσοκομείο και αναπολούν τις παλιές τους δόξες. Καταστρώνουν ανέφικτα σχέδια και φαντάζονται θεαματικές αποδράσεις. Στην ουσία δεν μπορούν να κάνουν ούτε ένα μέτρο. Όμως έχει σημασία;

Συνομίλησα τηλεφωνικά με έναν από αυτούς, λόγω έλλειψης χρόνου, καθώς ισορροπεί με περίσσια δεξιότητα ανάμεσα στη νυχτερινή σκηνή του κέντρου της Αθήνας και στο θεατρικό κόσμο. Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης μιλά για τους απλούς ανθρώπους που γίνονται ήρωες, για τη συνεργασία του με δύο σπουδαίους ηθοποιούς αλλά και για την εμπειρία του ως ερασιτέχνη τραγουδιστή, όπως αυτοχαρακτηρίζεται.

Τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον διαβάζοντας το κείμενο της παράστασης;
Διάβασα το έργο πριν διαβάσω την ιστορία του συγγραφέα. Δεν είχα ιδέα για τα βραβεία που έχει πάρει. Πάντα θέλω να διαβάζω ένα κείμενο με καθαρό μυαλό και δίχως προκαταλήψεις. Να βλέπω πρώτα την ουσία του κειμένου, το κείμενο καθαυτό. Αμέσως ένιωσα πως πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο, βαθιά συγκινητικό, με επιρροές από τον Τσέχοφ και τον Μπέκετ. Εκ των υστέρων βέβαια έμαθα ότι ήταν υποψήφιο για τα Βραβεία Molière, συμπεριλαμβανομένου του καλύτερου συγγραφέα (Meilleur Auteur – Best Author), ότι έχει μεταφραστεί από τον Τομ Στόπαρντ και παρουσιαστεί στο West End του Λονδίνου. Μάλιστα, έχει τιμηθεί και με το Βραβείο Laurence Olivier Best New Comedy Award. Ωστόσο, μην έχοντας ακούσει τίποτα από όλα αυτά, ένιωσα αμέσως πως πρόκειται για ένα ενδιαφέρον και σύγχρονο έργο, το οποίο αφορά και τους θεατρόφιλους αλλά και όλο τον κόσμο. Ακόμα και αν ο θεατής δεν είναι μυημένος στο χώρο του θεάτρου, καταφέρνει αμέσως να του τραβήξει την προσοχή.

Πώς είναι να συνεργάζεστε με τον Γιάννη Φέρτη και τον Δημήτρη Πιατά;
Είναι σαν μια πενθήμερη σχολική εκδρομή ενός λυκείου. Παραμένουν τόσο νέοι αυτοί οι άνθρωποι, τόσο ζωντανοί, που έπειτα από καιρό πιστεύω πως θα θυμάμαι τις πρόβες σαν μια εκδρομή με φίλους. Συνεργάζομαι πρώτη φορά μαζί τους. Φυσικά, είναι τρομερό να παίζεις δίπλα σε κάποιον όπως ο Φέρτης, που είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου, αλλά και του κινηματογράφου. Νιώθω βαθιά κολακευμένος γι’ αυτή τη συνεργασία. Ο Πιατάς, από την άλλη, ήταν προσωπική μου επιθυμία να παίξω μαζί του. Κάθε φορά βλεπόμασταν και συνομιλούσαμε, αλλά ποτέ δεν είχαμε συνεργαστεί. Κάπως έτσι ένα όνειρο έγινε πραγματικότητα. Και τελικά η πραγματικότητα ήταν καλύτερη από το όνειρο. Επαληθεύτηκε όλη η προσδοκία. Είναι μεγάλη τιμή να παίζω μαζί με αυτόν το σπουδαίο ηθοποιό. Και έχω και έναν τρίτο λόγο που είμαι χαρούμενος, καθώς είμαι ο νεότερος του θιάσου – επιτέλους! (γέλια)

Το έργο πραγματεύεται την ιστορία τριών βετεράνων στρατιωτικών πουν ζουν έγκλειστοι σε ένα νοσοκομείο αναπολώντας τις παλιές τους δόξες. Εσείς τι αναπολείτε από τα παλιά;
Δεν είναι τόσο σημαντικό το νοσταλγικό στοιχείο στην παράσταση. Περισσότερο μάλλον τους απασχολεί το παρόν και το μέλλον. Εγώ δεν είμαι άνθρωπος που αναπολεί τα παλιά, δεν νιώθω νοσταλγία για το παρελθόν. Νομίζω πια, επειδή μεγαλώνω, μιλάω με το παρελθόν για να παίρνω κουράγιο για το παρόν και το μέλλον. Όχι με μια αίσθηση απογοήτευσης ή νοσταλγίας.

Οι πρωταγωνιστές προσπαθούν συνεχώς να αποδράσουν από το νοσοκομείο, καταστρώνοντας ανέφικτα σχέδια. Τι συμβολίζουν γι’ αυτούς αυτά τα σχέδια;
Όλοι μας δεν ονειρευόμαστε και έχουμε ουτοπικά σχέδια; Από τα νιάτα μας ακόμη. Πόσο μάλλον καθώς μεγαλώνουμε, που δεν έχουμε πια πολύ χρόνο μπροστά μας. Είναι ένας τρόπος να ζεις, δεν υπάρχει και άλλος.

Στην παράσταση είναι έντονο το στοιχείο της αντρικής φιλίας. Τι θέση έχει στη ζωή σας;
Το έχω πει πολλές φορές… για μένα η αντρική φιλία είναι πολύ σημαντική και κατέχει ξεχωριστό κομμάτι στη ζωή μου. Τη θεωρώ εξίσου σημαντική με την οικογένεια. Η μόνη παρηγοριά σε αυτή τη ζωή, λένε, πως είναι ο έρωτας και η τέχνη. Εγώ συμφωνώ με αυτή τη ρήση, αλλά θα πρόσθετα και τη φιλία.

Ενώ πρωταγωνιστείτε στους «Ήρωες», παράλληλα τα βράδια τραγουδάτε στο Πετρογκάζι. Πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο;
Το δρώμενο είναι καθαρά μουσικό, στην ουσία είναι η πρώτη μου επαφή με το αντικείμενο. Εγώ το εκλαμβάνω ως μια μορφή ψυχοθεραπείας. Γιατί είναι κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο μάλλον με ισορροπεί από όλη τη θεατρική διαδρομή και με αποφορτίζει. Ενώ δεν είναι ο φυσικός μου χώρος, το αγαπώ τόσο πολύ και ασκεί σε μένα ιδιαίτερη γοητεία, καθώς πάνω στη μουσική σκηνή νιώθω τον γλυκό ενθουσιασμό του ερασιτέχνη. Βεβαία, και εδώ ο ρόλος μου είναι σημαντικός, καθώς φτιάχνω το πρόγραμμα, διαλέγω τα τραγούδια, γράφω τι θα πουν πριν από κάθε τραγούδι οι καλλιτέχνες, κάποιες εισαγωγικές ατάκες, ουσιαστικά συνθέτω τη μουσική παράσταση. Είναι μια δουλειά που μοιάζει με το θέατρο και ως τέτοια την αντιμετωπίζω.

Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη στο Τέχνες-Plus


Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*