24/10/2021

Ιφιγένεια Κολλάρου: Ήθελα να γράψω κάτι για τη γενιά μας και τη μεγάλη ανατροπή που βιώσαμε

Ιφιγένεια Κολλάρου: Ήθελα να γράψω κάτι

Χειρότερο από τα ανεκπλήρωτα όνειρα είναι μάλλον τα όνειρα που μετατράπηκαν σε εφιάλτη.

Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη, μόλις έκλεισα το βιβλίο της Ιφιγένειας Κολλάρου «Ο Τελευταίος του πάρτι» (Εκδόσεις Λιβάνη).

Τα «παιδιά», η παρέα που παρουσιάζει η συγγραφέας είχαν όνειρα που τα εκπλήρωσαν, τα έζησαν, τα τσαλαπάτησαν αλλά στο τέλος τη λύση – όπως ξέρουμε – τη δίνει η ζωή. Κι έτσι μέσα στην κρίση όλα άλλαξαν.
Και για να αντέξουν πρέπει να αλλάξουν κι αυτοί. Οι ήρωες του βιβλίου της Κολλάρου αντιμετωπίζουν μιια συνεχή αναμέτρηση με τους ίδιους τους τους εαυτούς.

Η αυτοκτονία της ψυχής της παρέας γίνεται ο καταλύτης για μια βαθιά βουτιά στα προηγούμενα με στόχο να αντιμετωπίσουν το αδυσώπητο αύριο.

Το βιβλίο της Ιφιγένειας Κολλάρου είναι η ελεγεία μια γενιάς που χάθηκε μαζί τον ερχομό της κρίσης.

Ναι, ο κόσμος της παρέας που περιγράφει είναι σε μένα πολύ οικείος. Με την Ιφιγένεια ξεκινήσαμε να δουλεύουμε τον χρόνο «μηδέν» της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα. Και οι ήρωες του βιβλίου της είναι κυρίως «θύματα» αυτού του χώρου.
«Θύματα», χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη γιατί έτσι είναι. Οι άνθρωποι της τηλεόρασης με κάποιο τρόπο, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο έπεσαν θύματα: της εικόνας, της εικόνας τους, του πιο σκληρού επαγγελματικού ανταγωνισμού.
Σήμερα βεβαίως δεν έχει σημασία ο επαγγελματικός χώρος: είμαστε όλοι θύματα (χωρίς εισαγωγικά) της κρίσης που άλλαξε τις ζωές μας για πάντα!

Όμως αυτό που έχει πετύχει η συγγραφέας είναι ότι μεταφέρει τη «χρυσή» δεκαετία με τα συνακόλουθα της με τόσο αληθινό τρόπο ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτή από όλους όσοι  ήταν αλλιώς πριν την κρίση. Με άλλα λόγια, από όλους!

Εγώ σε πολλά σημεία του βιβλίου της «συνάντησα» τον εαυτό μου, φίλους, γνωστούς, κι άλλους που δεν θέλω ούτε να του ξέρω.
Η συγγραφέας έχει «κλέψει» με έναν εξαιρετικό τρόπο εικόνες, εμπειρίες και καταστάσεις πραγματικών ανρθώπων και έχει φτιάξει τους χαρακτήρες της χωρίς να προδίδει πρόσωπα, αλλά και χωρίς να προδίδει τη μυθιστορηματική αφήγηση του βιβλίου της.

Το βιβλίο της ξεχειλίζει από μουσική. Κάθε κεφάλαιο που είναι ένα ταξίδι στα συναισθήματα, τα θέλω, τα «ήθελα», και οι πράξεις των ηρώων της έχουν για τίτλο ένα τραγούδι.

Πάμε λοιπόν στην κουβέντα που κάναμε με την Ιφιγένεια Κολλάρου με αφορμή το βιβλίο της.

Πότε ήταν το τελευταίο πάρτι που πήγες και πέρασες καλά;

Κανονικό πάρτι σε σπίτι ήταν τον Ιανουάριο του 2016, όταν δύο φίλοι αποφάσισαν να γιορτάσουν μαζί τα γενέθλιά τους όπως παλιά. Είχε dj που έπαιζε αγαπημένες μουσικές – rock, disco, funk, soul, reggae – είχε μπόμπες και τυροπιτάκια, είχε φίλους, μέχρι και μπλουζ  χορέψαμε!

Τι είναι «πάρτι» για σένα;

Είναι φίλοι μαζεμένοι, μουσική, ποτά και χαρά. Μπορεί να είναι και μόνο δύο φίλοι, που βάζουμε βινύλια, κάνουμε κέφι, μιλάμε και γελάμε. Πάντως πάρτι χωρίς μουσική δεν υπάρχει.

Οι ήρωές σου είναι οι άνθρωποι που συνάντησες στην τηλεοπτική ζωή σου;

Όχι, οι ήρωές μου είναι όλοι φανταστικά πρόσωπα. Μπορεί να έχουν κομμάτια του χαρακτήρα ή αποσπάσματα από ιστορίες άλλων ανθρώπων – και δικά μου κομμάτια φυσικά – αλλά κάθισα και τους έφτιαξα από την αρχή. Μέχρι και excel με όλα τους τα στοιχεία έκανα πριν αρχίσω να γράφω – από το πώς ντύνονται και σε ποιο σχολείο πήγαιναν μέχρι τι φόβους και φιλοδοξίες έχουν. Προσπάθησα να φτιάξω ανθρώπους σαν κι εμάς, όχι εμάς.

Πόσο χαμένα τα έχει η γενιά των 90’s (σήμερα, στην Αθήνα της κρίσης, μετά την ευμάρεια που χάθηκε ανεπιστρετπί;)

Νομίζω αρκετά. Η αλήθεια είναι ότι εμείς που ζήσαμε την εποχή της ευμάρειας σε όλο της το μεγαλείο, ακόμα κι αν βλέπαμε ότι κάποια στιγμή το πράγμα θα τελείωνε, δε φανταζόμασταν ότι τα πράγματα θα φτάσουν σ’ αυτό το σημείο. Πιο μικρή μπορεί να φοβόμουν πολλά, αλλά το ότι δε θα έχω δουλειά ή ότι δε θα με πληρώσουν για τη δουλειά μου δεν ήταν μέσα σε αυτά. Βέβαια σιγά – σιγά προσαρμοζόμαστε στα νέα δεδομένα, γιατί όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος τελικά. Και πρέπει να λέμε ευχαριστώ που τουλάχιστον ζήσαμε και τα πολύ καλά.

Πώς μπορεί ένας «κοινωνικός άνθρωπος» να είναι ταυτόχρονα και μοναχικός;

Έλα μου ντε;! Πάντα αυτό αναρωτιόμουν, αλλά υποπτεύομαι ότι κι εσύ ξέρεις ότι γίνεται. Προσωπικά έχω ανάγκη να απομονώνομαι και να ανασυγκροτούμαι. Δηλαδή, τώρα πια, δε μπορώ να είμαι συνέχεια έξω και αν ένα βράδυ είμαι με πολύ κόσμο μετά θέλω δύο μέρες ολομόναχη.

Η Αθήνα έχει αλλάξει λόγω κρίσης. Πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ τις αλλαγές;

Έχει χάσει εκείνο το κέφι που είχε κάποτε, είναι μια πόλη σε παραίτηση, που ευτυχώς έχει ακόμα κάποιους μικρούς πυρήνες αντίστασης στην ομαδική κατάθλιψη. Τελευταία παρατηρώ ότι γίνονται ξανά κάποια πράγματα. Ο κόσμος ψάχνει διεξόδους. Αυτό που με ενοχλεί και με θυμώνει είναι η εικόνα της, τα σκουπίδια στους δρόμους, τα χαλασμένα αυτοκίνητα, τα κτίρια σε εγκατάλειψη, η εικόνα της φτώχιας στην πόλη. Από την άλλη, με την κρίση, άρχισα να συχνάζω πιο πολύ στη γειτονιά μου την Κυψέλη, γνώρισα τους γείτονές μου και τώρα, όποτε θέλω παρέα, απλά κατεβαίνω στο Angels, το μπαράκι που είναι κάτω από το σπίτι μου. Και κάνουμε και πάρτι.

Η Τηλεόραση, που είναι «σπίτι» και των δυο μας, είναι:

1 Μαγεία

2 «Απάτη»

3 Μεράκι

4 Ατέλειωτες ώρες δουλειάς (άγχους, απογοήτευσης αλλά και ενθουσιασμού και χαράς)

5 Ικανή για τα καλύτερα και τα χειρότερα

Πώς μπορεί να χάσει ένας άνθρωπος την ταυτότητα του μέσα από τη δουλειά του;

Η δουλειά, ειδικά η δική μας, έχει μια τάση να σε απορροφά. Χωρίς να το καταλάβεις, δεν έχεις χρόνο ή ενέργεια για όλα τα άλλα και τους άλλους που είναι η πραγματική ζωή. Επίσης συχνά αναγκάζεσαι να κάνεις πράγματα που μπορεί να μην πηγαίνουν ούτε στην αισθητική σου, ούτε στα πιστεύω σου. Αλλά είναι η δουλειά σου και πρέπει να την κάνεις.

Απόγνωση στα 90’s, απόγνωση σήμερα. Πώς θα τις περιέγραφες (πέραν όσων έχεις γράψει για τους χαρακτήρες του βιβλίου σου);

Η απόγνωση στα ‘90ς ήταν εκείνη η νεανική, συνήθως ερωτική, ελαφρά υπαρξιακή, σχεδόν χαριτωμένη, σήμερα δεν τη θεωρώ καν απόγνωση. Αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι βαθύ, έχει την αίσθηση του μόνιμου και έχει φέρει τον κόσμο όπως τον ξέραμε σε ένα τέρμα. Τώρα μαθαίνουμε τι θα πει πραγματική απόγνωση. Τώρα την βλέπουμε ξεκάθαρα μπροστά μας και γύρω μας, με διάφορες μορφές.

Πόση υποκρισία υπάρχει (και σήμερα) στο θέμα της χρήσης ναρκωτικών; Οι ήρωές σου – κάποιοι τουλάχιστον – κάποια στιγμή ήταν παραδομένοι στη χρήση.

Κατά τη γνώμη μου υπάρχει μεγάλη υποκρισία. Είναι παράνομα και ταυτόχρονα το εμπόριο γίνεται μες τα μούτρα μας. Κάνεις δεν έχει δοκιμάσει, μόνο οι τελειωμένοι τοξικομανείς που βλέπουμε γύρω από το Πολυτεχνείο. Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα και το ξέρουμε. Επίσης νομίζω ότι η κρίση έχει εντείνει και αυτό το πρόβλημα – που το θεωρώ πολύ σοβαρό.

Ιφιγένεια, γιατί έγραψες αυτό το βιβλίο;

Χρόνια τώρα ήθελα να γράψω ένα ακόμα βιβλίο, αλλά ποτέ δεν είχα χρόνο. Άσε που δεν ήμουν σίγουρη για το τι ήθελα να πω. Δηλαδή, γιατί ένα ακόμα βιβλίο; Όταν έμεινα άνεργη αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να το κάνω. Έκανα σεμινάρια δημιουργικής γραφής με τη Ρέα Γαλανάκη, που με βοήθησε πολύ στο να συνειδητοποιήσω την ανάγκη μου για έκφραση μέσα από το γραπτό λόγο αλλά και σε τεχνικά θέματα. Η ιδέα για αυτό το βιβλίο μου ήρθε στην κηδεία μιας φίλης, εκεί που καθόμασταν μαζεμένοι μια παρέα από τα παλιά και λέγαμε για το πόσο δεν πιστεύουμε ότι ζούμε όσα ζούμε. Τα τελευταία χρόνια έχω αποχαιρετήσει πολλούς αγαπημένους φίλους και ο θάνατος είναι ένα θέμα που με απασχολεί. Ταυτόχρονα ήθελα να γράψω κάτι για τη γενιά μας και τη μεγάλη ανατροπή που βιώσαμε.

(Δεδομένου ότι το βιβλίο σου είναι γεμάτο από μουσικές) Ποιο κομμάτι είναι το καταφύγιό σου; 

Είναι πολλά τα κομμάτια. Λατρεύω τον Bob Marley και τον David Bowie. Αλλά τον τελευταίο καιρό αυτό που με κάνει πάντα να χαμογελάω, να χορεύω και να τραγουδάω (παράφωνα) είναι το late in the evening του Paul Simon. Ίσως γιατί μου θυμίζει μια ανέμελη εποχή. Το είχα πρωτοακούσει στο εξοχικό μου, στον Ωρωπό, καλοκαίρι, με την εφηβική μου παρέα. Με το που άρχιζαν οι διακοπές μαζευόμασταν και ο καθένας έφερνε τους δίσκους που είχε ανακαλύψει το χειμώνα. Γι’ αυτό και είναι το τελευταίο κομμάτι που «ακούγεται» στο βιβλίο.

Ποιο βιβλίο σου έβαλε το ζιζάνιο της συγγραφής; Και ποιο διαβάζεις αυτή την εποχή;

Νομίζω ήταν «Το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη. Μου το είχε κάνει δώρο η συμμαθήτριά μου Άννα Μ. στο δημοτικό. Ούτε που θυμάμαι πια πόσες φορές το είχα διαβάσει τότε. Χθες βράδυ ξεκίνησα το M Train της Patti Smith.

Φοβάσαι, τι, και πώς αντιμετωπίζεις τον φόβο;

Φοβάμαι το παρόν όπως έχει διαμορφωθεί, φοβάμαι για το μέλλον που ξαφνικά δε μπορώ να το δω καθαρά, φοβάμαι διάφορα χαζά όπως να μη μου μείνει το αυτοκίνητο στον τόπο και άλλα πολλά… Όμως προσπαθώ να εκλογικεύω τους φόβους μου, μετά σκέφτομαι τα χειρότερα «σενάρια», τα γράφω και τα αναλύω, ώστε να έχω την ψευδαίσθηση ότι είμαι προετοιμασμένη και αν δεν πιάσουν αυτά κάνω λίγο τάι τσι (που άρχισα πρόσφατα και είμαι ενθουσιασμένη) και μετά διάβασμα μετά μουσικής.

Αν πήγαινες να ζητήσεις δουλειά, σήμερα, κι έπρεπε να αυτοπαρουσιαστείς σε 30 λέξεις, τι θα έγραφες για τον εαυτό σου;

Σ’ αυτόν τον τομέα έχω λίγο πρόβλημα. Και στο να ζητήσω δουλειά και στο να αυτοπαρουσιαστώ. Άσκηση θάρρους λοιπόν! Ιφιγένεια Κολλάρου. Πτυχίο πολιτικών επιστημών και M.A. in Communications Policy Studies. 27 χρόνια τηλεοπτικής εμπειρίας. Ομάδα artAZ. Δύο βιβλία. Παπαπα… δε μου βγαίνει… πάω να κάνω τάι τσι…

Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 1,666, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1933 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*