21/10/2020

Ισμήνη Καρυωτάκη: Η Αθήνα δεν κοιμάται ποτέ. Αρκεί να ξαγρυπνάς μαζί της και να της πιάνεις κουβέντα.

Συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο «Οι ληστές της Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ»

Καρυωτάκη

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο της Ισμήνης Καρυωτάκη, «Οι ληστές της ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» (Εκδόσεις Ποταμός), ένα κυριακάτικο μεσημέρι στο παλιό αλλά κραταιό στέκι «Ιπποπόταμος» στον πεζόδρομο της οδού Δελφών. Σχεδόν δηλαδή στη γειτονιά που εκτυλίσσεται η δράση της νουβέλας της. Είχα όσο χρόνο χρειαζόμουν για να γεμίσω με τις εικόνες και την καταιγιστική δράση του, μέχρι να το ολοκληρώσω. Το έκανα. Κι αμέσως μετά άρχισα να κόβω βόλτες στη μνήμη μου φέρνοντας μπροστά ό,τι μπορούσα να θυμηθώ από τα τέλη του 80 και τις αρχές της δεκαετίας του 90, τότε που ζούσαν οι ήρωές της.

Δεν είναι τυχαία η αρχιτεκτονική που διέπει το βιβλίο της αρχιτεκτόνισσας Ισμήνης Καρυωτάκη.
Οι διηγήσεις αλλάζουν οπτική ανάλογα με το πρόσωπο που βάζει μπροστά και μας λέει τη δική του περιπέτεια, τη δική του συναισθηματική ανταπόκριση στις πράξεις των άλλων αλλά και του ίδιου του του εαυτού μερικές φορές.

Μαζί με τους ήρωες πρωταγωνίστρια και η πόλη, η Αθήνα, η Νεάπολη, τα Εξάρχεια.

Το βιβλίο της κυρίας Καρυωτάκη, στα δικά μου μάτια, είναι ένας φρενήρης σπαραγμός μιας νιότης που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, που αναζητά το αδύνατο, που διεκδικεί τη ζωή, τον έρωτα και τη λύτρωση.

Τόσο προσεγμένο με λέξεις τόσο ξεχωριστά διαλεγμένες και με ένα μαύρο χιούμορ – ιάμα στην εποχή της πολιτικής-δήθεν-ορθότητας.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι νέα παιδιά που ζητούν να ζήσουν, μια γιαγιά, μια μάνα κι ένα περιβάλλον (οικονομικό, πολιτικό, αισθητικό) που αλλάζει. Και σ’ αυτή την αλλαγή κάποιοι αντέχουν και συνεχίζουν και κάποιοι όχι.

Συνεχίζω την πάγια τακτική μου να μην αναφέρω πολλά ή σχεδόν τίποτα για την υπόθεση αυτή καθαυτή του βιβλίου αλλά τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μου προκάλεσε η ανάγνωση του. Και σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, ένα μήνα σχεδόν μετά την ανάγνωσή του νομίζω ότι κατηφορίζω με ένα σκέιτ την Αλεξάνδρας και περπατάω χέρι χέρι με έναν εφηβικό μου έρωτα που χάθηκε σε κάποια αντανάκλαση μιας βιτρίνας.

Η επικοινωνία με την κυρία Καρυωτάκη ήταν σχεδόν άμεση με τη λήξη της ανάγνωσης και την ευχαριστώ για την υποδοχή, την καλή της διάθεση και τον χρόνο που αφιέρωσε για να απαντήσει στις ερωτήσεις μου.

Πόσες ομοιότητες έχουν Νεάπολη και Εξάρχεια σήμερα, σε σχέση με την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου σας; 

Είμαι κάτοικος της Νεάπολης Εξαρχείων από το ’75 – επιστρέφοντας από το Παρίσι στην αρχή της μεταπολίτευσης – και συχνάζω στα Εξάρχεια από την εποχή που σπούδαζα στο Πολυτεχνείο – από το ’65. Πριν μερικές μέρες, κάποια φίλη «ανέβασε» μια φωτογραφία από το σπίτι με τον αρ. 30 της Δαφνομήλη – αυτό με την αυλή, τον φοίνικα και το γιασεμί, και μια γαζία που η μυρωδιά των λουλουδιών της σε συνοδεύει σε όλο το μήκος του δρόμου –  στο σχόλιο έλεγε ότι πρόκειται για το σπίτι της Φλώρας – της ηρωίδας του Τσίρκα στη «Χαμένη Άνοιξη». Μόλις μερικά σπίτια πιο κάτω – στον αρ. 8 – βρίσκεται ένα άλλο διώροφο νεοκλασικό όπου στεγαζόταν η Ταβέρνα του Μάνθου – στέκι αντιστασιακών στην χούντα και «ιστορημένη»  από τον «Κακομοίρα», επίσης ήρωα του Τσίρκα στη «Χαμένη Άνοιξη» – συχνάζαμε εκεί στη μεταπολίτευση, ως τις αρχές της εποχής των «Ληστών της Ανθολογίας του Μαύρου χιούμορ».

Φωτογραφία από το αρχείο της Ισμήνης Καρυωτάκη


Η περιοχή της Νεάπολης με κέντρο τα Εξάρχεια είναι η γειτονιά όπου επιμένει να ανθεί η ισορροπία των αντιθέσεων. Η ενέργεια και η ζωντάνια χέρι-χέρι με την ένταση και την επικινδυνότητα, η ομορφιά  της ριζωμένης ιστορικότητας αγκαλιά με την φθορά, σε γεωμετρική ίσως πρόοδο από τότε μέχρι σήμερα. Ένα θέλω να πω, ότι η πλατεία Εξαρχείων και η περιρρέουσα, ποτέ δεν με απέπεμψε, ούτε με αποπέμπει.  Κυκλοφορώ στους δρόμους και κατεβαίνω στα στέκια της με την ίδια εμπιστοσύνη που κυκλοφορούσα την δεκαετία του ’60 σαν φοιτήτρια και αργότερα σαν κάτοικος της ευρύτερης περιοχής –από το ’70 ως τα σήμερα.

Ως αρχιτεκτόνισσα πείτε μου, αν η νουβέλα σας ήταν κτίριο, ποιο θα ήταν; 

Χμμ, ωραία ερώτηση… Ε, λοιπόν  «οι Ληστές της Ανθολογίας μας» αν ήταν κτίσμα θα έλεγα πως θα τους ταίριαζε γάντι το ανεπανάληπτο «καταφύγιο» της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ στην Αίγινα. Κι αυτό γιατί, το τεράστιο οίκημα με τον απέραντο φυστικόκηπο – όπου είχα την τύχη να φιλοξενηθώ πολλές φορές όσο ζούσε η μυθική ποιήτρια, στη διάρκεια του ’80 και του ’90 – είχε ταυτόχρονα –και έχει– την ανεπιτήδευτη ομορφιά, την απλότητα, και την πατίνα της φθοράς καθώς έστεκε –και στέκει– αφρόντιστο και φροντισμένο μαζί,  με μια συναρπαστική ειλικρίνεια, φυσικότητα, και αυθεντικότητα –ταυτισμένο με τη σαγήνη του κατ’ επανάληψη «ανεκπλήρωτου» στους στίχους της ποιήτριας.

Το σπίτι της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στην Αίγινα (ευχαριστώ την φίλη μου Μαρία Γουσέτη τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες)

Κάθε δομικό στοιχείο αυτού του κτίσματος, με παραπέμπει στην διαχρονική γνησιότητα της Νεάπολης και των σκαλοπατιών της,  στην οπωσδήποτε ανυπόκριτη ιστορικότητα των χώρων της και πάνω απ’ όλα στο ανέφικτο του «καθωσπρεπισμού» της. Αλλά ακόμη και στην αύρα και την διάθεση που κατακλύζει τους κατοίκους –όσους…–, τους διαβάτες και περαστικούς της Νεάπολης,  αυτό το ίδιο αίσθημα που διακατέχει και τους ήρωες της «Ανθολογίας» μου,  τον Λουκά και τον Μανόλο και την Ξένη, την Νιόβη και την Μυρσίνη.

Ο Λουκάς κι ο Μανόλο, σήμερα, πού θα κυκλοφορούσαν; 

Ίσως εκεί όπου πολλοί δεν θα κυκλοφορούσαν.  Στο Κέντρο, Ομόνοια –όχι βέβαια των σιντριβανιών…– θα κυκλοφορούσε ο Λουκάς οπωσδήποτε,  στην Αγορά, στη Σοφοκλέους και στη Μενάνδρου –με το σκέιτ του αλώνιζε τότε και θα συνέχιζε να αλωνίζει σε περιοχές  «δύσκολες» –,  ο Μανώλο στα Πετράλωνα –η πλατεία Μερκούρη απ’ όσο ξέρω συγκεντρώνει «φάτσες» Λουκά και Μανώλο κατά συρροή– και στον Κεραμεικό και το Μεταξουργείο επίσης θα κυκλοφορούσαν.  Ο αέρας της Νεάπολης Εξαρχείων έχει μεταφερθεί –μετακομίσει θα έλεγα– κατά μεγάλο μέρος στις περιοχές που ανέφερα τουλάχιστον για τις ηλικίες των είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνων

Η αστική μετάλλαξη της Αθήνας, πόσο έχει επηρεάσει τους παρατηρητές, όπως εσάς ως συγγραφέα, αλλά και τα προς “παρατήρηση αντικείμενα”;

Αγαπάω την Αθήνα. Τελεία και παύλα. Και όσο κι αν έχει μεταλλαχθεί, η αύρα της συνεχίζει να με παραμυθιάζει κάθε φορά με άλλου είδους άρωμα. Και για να ενισχύσω την απάντηση μου αντιγράφω εδώ ένα παλιότερο δικό μου ποστ: ‘’Ανηφορίζω στο λόφο,  βρίσκομαι στη σκάλα προς Αι-Γιώργη. Η Αθήνα θεσπέσια αναμαλλιασμένο κορίτσι με εσθήτα φθινοπωρινή στα πόδια μου. Μπούστο της η Ακρόπολη, οσφύς της ο Σαρωνικός με πέρλες τα πλεούμενα, πόρπη της εσθήτας της η Αίγινα, και ολόλαμπρα καπούλια της ο Υμηττός αριστερά μου. Συνεπαρμένη σκέφτομαι να το τραβήξω απόψε μαζί της –χτυπάει ωστόσο το τηλέφωνο με πρόταση από φίλο αγαπημένο για «ένα ποτήρι στα όρθια και βλέπουμε…», λέω το «ναι» αυθωρεί— και για να στανιάρουν οι εικόνες μου καλπάζω προς το Galaxy.

Λέμε ως κλισέ περί Θεσσαλονίκης – ερωτικής πόλης. Η Αθήνα (μας), τι πόλη είναι;


Η Επίσημη αγαπημένη.  Αλήτισσα πόλη. Μόνιμη ερωμένη. Επιστρέφω σ’ αυτήν –μετά από διαμονή διαρκείας σε πόλεις ξένες, αγαπημένες κι αυτές, το Παρίσι και το Βερολίνο– όπως ο εραστής στην εσαεί ερωμένη του, με βιάση. Υπάρχει μια μοναδική ενέργεια στην Αθήνα, από το αττικό τοπίο, το φως της, την ιστορική της ταυτότητα –σε κάθε πλάνο για τον περιπατητή και τον πλάνητα–, ως τους παρηκμασμένους αντεργκράουντ χώρους της και ως τον κοινωνικό και πολιτικό αναβρασμό της, τις αναταραχές και τα επεισόδια. Πολλοί, της είναι άπιστοι, άλλοι –όπως ο τωρινός μας Δήμαρχος– την εκπορνεύουν, χωρίς αιδώ και λύπηση –ούτε καν τον εαυτό του δεν λυπήθηκε ο Δήμαρχός μας–, άλλοι την χλευάζουν, την λιθοβολούν, την μεταλλάσουν. Ωστόσο πολλοί οι βάρδοι της – «ένας» ο Χατζηδάκης– την τραγούδησαν και την τραγουδούν,  την γεύονται, την φροντίζουν, της κάνουν έρωτα. Εγώ είμαι από αυτούς τους τελευταίους. Η καρδιά της –η Νεάπολη Εξαρχείων— είναι η πρωταγωνίστρια στις καρδιές των  «Ληστών της Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ». «Όμορφη πόλη φωνές μουσικές — απέραντοι δρόμοι κλεμμένες ματιές».

Η Αθήνα αντέχει την ξέφρενη νιότη, όπως αυτή που περιγράφετε στο βιβλίο σας ή είναι πια, γερασμένη; 

Όχι μόνο την αντέχει αλλά και την πριμοδοτεί. Γερασμένη η Αθήνα; Ακόμη και στα χρόνια της κρίσης τα ‘’καπηλειά’’ της ήταν κατάμεστα. Στην αρχή της κρίσης έψαχνα έναν χώρο στο Κεραμεικό και τον βρήκα στη οδό Παραμυθίας –το ‘’Δυναμό’’, όπου στεγάστηκε η γνωστή ομάδα ακροβατών του ‘’Cirko Cachivache’’. H Παραμυθίας, λοιπόν, το 2010, μετρούσε ένα μόλις καφέ-ουζερί – της κυρά Γιώτας, γωνία Παραμυθίας και Πλαταιών, στην αρχή του πεζόδρομου. Τώρα στον ίδιο δρόμο και στους παράδρομους μετράνε δεκάδες χώροι διασκέδασης –καφέ-μπαρ, ποτάδικα, εστιατόρια,  θέατρα,  χώροι μουσικής, χώροι περφόρμανς και διασκέδασης ταυτόχρονα, χορευτάδικα. Η Αθήνα δεν κοιμάται ποτέ. Αρκεί να ξαγρυπνάς μαζί της και να της πιάνεις κουβέντα.

Πότε πρωτοδιαβάσατε την “Ανθολογία του μαύρου χιούμορ” και πώς αποφασίσατε να την κάνετε εκ των πρωταγωνιστών στο βιβλίο σας;

Με τους σουρεαλιστές ‘’γνωρίστηκα’’ στη διάρκεια της παραμονής μου στο Παρισι – ’72 με ’75. Είχα ερωτευτεί το Nadja του Μπρετόν, τα ποιήματα του Ζακ Πρεβέρ, μερικά του Ρεμπώ, κάποια κείμενα του Λωτρεαμόν, αλλά και το L’ ecume des jours του Μπόρις Βιάν –τα πρωτοδιάβασα στις εκδόσεις τσέπης, Editions 10-18 και Gallimard. Την  ‘’Ανθολογία του Μαύρου χιούμορ’’, επιχείρησα να την διαβάσω τότε στα γαλλικά, αλλά μου έπεσε δύσκολη. Την πρωτοδιάβασα λοιπόν το ’81, μεταφρασμένη στα ελληνικά –τη χρονιά που την διάβασε και η Μυρσίνη των ‘’Ληστών’’–, στην πρώτη έκδοση των ‘’Αιγόκερως’’.

Φωτογραφία Ισμήνη Καρυωτάκη

Οι σουρεαλιστές  –αλλά και οι σιτουασιονιστές– οι ιστορίες και η φήμη τους –ιδιαίτερα στη δεκαετία ’80— ασκούσαν σ’ εμάς, τους νέους τότε –ίσως και στους σημερινούς–, μια γοητεία σε βαθμό αποπλάνησης και απομάκρυνσης από τα καθιερωμένα πολιτικά σχήματα και ιδεοληψίες –κάτι που χαρακτηρίζει και διαγράφει τον ήρωα των ‘’Ληστών της Ανθολογίας’’ μας. Το διήγημα του Μπωντλαίρ, ‘’O κακός υαλοπώλης’’, με είχε στοιχειώσει είν’ αλήθεια από ’κείνη ήδη την δεκαετία και μου ταίριαξε γάντι στην έξω από κάθε όριο ψυχοσύνθεση του Λουκά.

Το χιούμορ, ως διαφυγή αλλά και ένδειξη αυτογνωσίας, πού πιστεύετε ότι αν υπήρχε θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα η ζωή μας; 

Στην καθημερινότητα μας, στον μικρόκοσμο των σχέσεων μας, μέσα στις οικογένειες, ανάμεσα στους φίλους, ανάμεσα στα δύο φύλα, στα ‘’ανθρώπινα’’ με μια λέξη.  ‘’Όταν ολόκληρη η ανθρώπινη ράτσα ξεκαρδίζεται στα γέλια, τότε όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται στο σωστό δρόμο’’, λέει ο Χένρυ Μίλερ στον ‘’Τροπικό του αιγόκερω’’

Φωτογραφία από το αρχείο της συγγραφέως

Εσείς, πόσο χιούμορ αντέχετε; 

Μέχρι τελικής πτώσεως. Ερωτεύομαι πρώτα το χιούμορ –στα πρόσωπα που με ελκύουν —και υστερότερα ανακαλύπτω τα μάτια, τα χείλη, τα μαλλιά –έχω ερωτευθεί χιουμορίστες φαλακρούς κατ’ επανάληψιν…

Περιγράφοντας τη φρενήρη νιότη των δύο ηρώων σας, κοιτάξατε προς τα πίσω; Ποιες εικόνες της δικής σας νιότης είναι ακόμη έντονες και ζωντανές;

Στην ηλικία των ηρώων του βιβλίου μου προερχόμενη από συντηρητική ωστόσο ανοιχτόμυαλη οικογένεια –ο πατέρας μου μας ‘’αγκάλιαζε’’ με απόλυτη εμπιστοσύνη– ήμουν μια ενδελεχής μαθήτρια της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων, και προετοιμαζόμουν ως υποψήφια της Αρχιτεκτονικής Σχολής.  Την φρενήρη νιότη των δυο ηρώων μου την έζησα εικοσιτριάχρονη, επιχειρώντας την πολιτική ανυπακοή στα χρόνια της χούντας και φεύγοντας εξόριστη παράνομα με τον ήδη παράνομο σύντροφό μου– τις ‘’εικόνες’’ της τις φωτογράφησα μυθοπλαστικά στο βιβλίο μου ‘’Στους δρόμους’’– και αργότερα –όσο κι αν αυτό ακουστεί ανορθόγραφο– ως μητέρα στα τριάντα μου, την ίδια εποχή των ηρώων μου: είναι η εποχή που είχα ανοίξει –μαζί με φίλους— το περίφημο μπαρ Witofski, Ιουστινιανού και Καλλιδρομίου γωνία — κέντρο των ‘’εικόνων’’ που μου ζητάτε – αλλά αυτό είναι άλλο ένα μυθιστόρημα

Τι φοβάστε κυρία Καρυωτάκη, και τι κάνετε για να ξορκίσετε τους φόβους σας; 

Ένας ήλιος στο χρώμα του κόκκινου κρασιού απλώνεται αυτή τη στιγμή στη Δαφνομήλη — κι εγώ αποφάσισα να σταθώ όρθια στη γωνία της Πατριάρχου Φωτίου και να «την» ακούσω…
Ε, να, κάτι τέτοια κάνω για να ξορκίσω τους φόβους μου –κι αυτό που «άκουσα»  είναι πως το μόνο που έχω να φοβηθώ είναι ο ίδιος ο φόβος.
Όλα αυτά τα ωραία μου τα «δίδαξε» ο γιός μου: κόντρα στα δικά μου σχέδια και όνειρα –τα κατά κάποιον τρόπο με ‘’δείκτη ασφαλείας’’— επέλεξε τον «στην κόψη του ξυραφιού» δικό του δρόμο: Είναι σκοινοβάτης. Τον ευγνωμονώ.

Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 228, 1 επισκέψεις σήμερα)
SUFJAN STEVENS «MY RAJNEESH», το Τραγούδι της Πέμπτης (Video)
GERARD WAY «HERE COMES THE END», το Τραγούδι της Τετάρτης (Video)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1808 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*