23/09/2020

Καλοκαιρινό ΡεμιΞ … Ένα διήγημα της Ντανιέλ Ζορμπά και του Ανδρέα Πασσά.


   Της είπα μπες στο αμάξι και πάμε μια βόλτα. Το σπίτι έβραζε, το είχαν κυριεύσει τα κουνούπια ενώ η σταδιακή αποδιοργάνωση του, με τα έπιπλα να έχουν μετακινηθεί αρκετά εκατοστά και στην σκόνη πάνω τους να φαντάζομαι έξαλλα μηνύματα που στόχευαν την υποδαύλιση της υποχόνδριας πλευράς μου, με έκανε κακό και γκρινιάρη κάτω από την επιφάνεια και σαν δηλητηριασμένο από σάπιο κουνουπίδι στην απέξω. Εξάλλου οι κουβέντες είχαν εξαντληθεί, το ουίσκι στο μπουκάλι, φθηνό και κατάλληλο μόνο για πόλεμο είχε τελειώσει, το σταχτοδοχείο έμοιαζε με τον Βεζούβιο την επομένη της καταστροφής της Πομπηίας και το κενό που είχε αφήσει η ξαφνική σιωπή ανάμεσα μας, μπορούσε να μας μετατρέψει σε δύο ξένους που μισιούνται ή σε ένα τεράστιο λάθος για να μισήσουμε ο ένας τον άλλον αργότερα. Επίσης και εκείνης της έκοβε ότι είχε έρθει η ώρα να σηκώσουμε τους κώλους μας από τον καναπέ, για τους ίδιους λόγους ή περίπου, και μιλώντας σιγανά στον εαυτό της, ή σε κάποιον αόρατο συνομιλητή που κουβαλούσε όλο το δρόμο από την Τραστέβερε της Ρώμης που είχε ζήσει τα 38 άγνωστα και μυστηριώδη χρόνια της, άλλαξε ρούχα σε κάτι που θα μπορούσε να φορέσει και για τον ύπνο αν γούσταρε. Γέλασα και με ρώτησε γιατί. Γέλασα ξανά και δεν έκανε άλλη προσπάθεια να μάθει.

  Στο αμάξι, έβγαλε τις πλαστικές ροζ σαγιονάρες και έβαλε τα πόδια στο ταμπλό με τις πατούσες στο τζάμι να αφήνουν ένα λεπτό αποτύπωμα πέντε μικροσκοπικών δακτύλων κάθε που μετακινούνταν. Η μουσική στο ραδιόφωνο ήταν δικής της επιλογή. Πέρασε τις συχνότητες άγαρμπα και κατέληξε στον κρατικό σταθμό. Ενθουσιάστηκε όταν άκουσε ένα τραγούδι του Ronald.S.Haword και άρχισε να κουνιέται σαν εκείνες τις αστείες κινέζικες πλαστικές γατούλες τύχης με το υψωμένο χέρι.

   «Λένε ότι είναι επικίνδυνο» έδειξα τα πόδια της. «Αν φρενάρω, η πίεση που θα ασκηθεί στο σώμα σου θα είναι τόσο μεγάλη, που θα παραμορφωθεί το κούτελο και θα πάθεις ζημιά στον εγκέφαλο. Μετά τέρμα η απλή ζωή για σένα»

    Συνέχισε να κοιτάει έξω απτόητη. 

     She loved his little heart, beyond the recent comment of there not being enough war, delivered with a ‘half -smile’. She had been there two nights! She did appreciate the story about the teenage church-burning attempt, and since the earthquake and the way it made her think of leonard, and lovers trapped like honey (no one died), she did feel a night drive tonight was alright. The beautiful zombies of summer slopped backwards, the tourists vanished as they floated down the road, destined for the bouno, or no where in particular. The crickets in the air did not care.

    Now she was driving and all the street lights were slightly blurring, as if swaying to the music, in a jarvis cocker kind of ‘common people way, (like the way Marius described the buildings did with that earthquake , looking out to the Pireas sea.)

    She’d just got the job, finally, and foot on the pedal, caressing, careful, she took. Swig of that tasty whiskey and tasted “free’. Like that coke ad where they’re kissing, with the bottle in between, just like that.

  “Amir took a rubber bullet the other night” she told him, ‘not sure what exactly went down, but I really hope he’s ok. He’s so brilliant and does seem to like to get himself into trouble”.

 ‘Ouch’, he squirmed. The one who started a library in the plateia? He’s quite beautiful but is he some kind of martyr?’

     ‘Ξερωγω’.’

     She almost mimed as they turned up the hill, him looking back out at the swarming ‘lit’ city where bedbugs and lovers were “having a time”.

   ‘OK’, she said, her voice lilting ‘upwards.’

   “Yeah! Ahuh! One day I was in the park!…..

     Μας οδήγησε σε έναν λόφο ζορίζοντας τις ταχύτητες στο αμάξι. Εκείνη νόμιζε ότι είναι μαγικός, λες και είχε πετάξει ξαφνικά το κεφαλάκι της η Ατλαντίδα καταμεσής του Λεκανοπεδίου. Εγώ πάλι σκεφτόμουν να της πω «Πάμε να την κάνουμε από δω κουκλίτσα μου γιατί θα μας την πέσουν τίποτα φρικιά της νύχτας» αλλά εκείνη ήταν τόσο ενθουσιασμένη που από την χαρά της έριξε ένα μεγαλοπρεπές κατούρημα στους θάμνους και άρχισε να χορεύει κουνώντας τα χέρια σαν να ήταν ο αναθεματισμένος Iggy Pop και να πάλευε με ένα θυμωμένο μελίσσι. Σπουδαίο κορίτσι. Είχε τόσο μεγάλη και ανοιχτή καρδιά, σωστός στόχος για να τη γεμίσει η ζωή με βέλη.

   SHe twisted his green hair between her fingers and then let it fall over his face. It was a friendly thing to do. A fat grey creature suddenly appeared on the car roof, telling their future. In that moment, he was ‘the security’. Secure in the feelings. Safe was not a thing.

   It started pouring with rain, it streaming down the hill down into the city swamp,

As they shared a herbal smoke of Albania’s best, thought of all the buried cowboys, the bored cows, and her dear pal sugar on the other side of the very spherical world, who had crafted from sand blasting, the ring she was playing with, in this moment.

  How charming.                            

  Were they on holiday?

Ανδρέας Πασσάς – Ντανιέλ Ζορμπά

(Συνολικές Επισκέψεις 130, 1 επισκέψεις σήμερα)
THE FLAMING LIPS «HOW MANY TIMES», το τραγούδι της Πέμπτης (Video)
Space Oddity: Μας στοιχειώνει 50 χρόνια και δείτε το νέο videoclip

mm
About Ανδρέας Πασσάς 55 Articles
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα και στην εφημερίδα Εξαρχειώτης.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*