21/11/2019

Κώστας Αρκουδέας: ο Καζαντζάκης ενοχλεί ακόμη και σήμερα

Κώστας Αρκουδέας

Ξεκίνησα να διαβάζω «Το Χαμένο Νόμπελ – Μια αληθινή ιστορία» του Κώστα Αρκουδέα, με τον Νίκο Καζαντζάκη στο εξώφυλλο με μεγάλη προσμονή να μάθω για τον Καζαντζάκη, που έχω διαβάσει μόνο τρία βιβλία του, πολλά χρόνια πριν, αλλά πάντα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι κάτι πρέπει κάνω ακόμη για να τον γνωρίσω.
Άρχισα την ανάγνωση και μόνο για τον Καζαντζάκη δεν διάβαζα.  Φυλλομέτρησα το βιβλίο να σιγουρευτώ. Ο Καζαντζάκης ήταν το θέμα, όμως ο συγγραφέας κατάφερε – κι αυτό το ζούσα σελίδα σελίδα – να φτιάξει όλο το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε, έγραψε και κυνηγήθηκε ο μεγάλος κρητικός συγγραφέας.

Το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα είναι μια «βιογραφία» του εικοστού αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτική ιστορία, την ιστορία της λογοτεχνίας, και τελικά μια ξεχωριστή παρουσίαση του μεγάλου έλληνα συγγραφέα με όλα τα πλεονεκτήματα του μυθιστορηματικού λόγου αλλά και τις αρετές ενός πολυδιάστατου συναρπαστικού δοκιμίου.

Ένα βιβλίο – αφορμή για τον αναγνώστη που δεν έχει μπει ακόμη στον συγκλονιστικό κόσμο του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και ένα "εγχειρίδιο" για όποιον θέλει να γνωρίσει καλύτερα τον "ενοχλητικό" για πολλούς – ακόμη και σήμερα συγγραφέα!

Λίγο πριν φτάσω στις τελευταίες σελίδες τον πήρα στο τηλέφωνο να του ζητήσω συνέντευξη και μόλις πέρασε ένα εικοσιτετράωρο από την τελευταία σελίδα συναντηθήκαμε στο Παγκράτι και μιλήσαμε για βιβλία, για τα παιδιά μας , τον Καζαντζάκη, την Αθήνα, το σήμερα.
Είναι ακόμη, τόσους μήνες μετά από την συγγραφή του βιβλίου του, μέσα στην ιστορία, όπως είμαι κι εγώ ως αναγνώστης. Η γραφή και ο τρόπος που αποφάσισε να μας αφηγηθεί ένα πραγματικό περιστατικό εξαιρετική.

-Πώς αποφάσισες να γράψεις με αυτόν τον τρόπο το βιβλίο σου;

Η λογοτεχνία είναι το κεντρικό όχημα. Το θέμα γεννήθηκε από ένα άρθρο στην εφημερίδα, έμεινε μέσα μου καιρό και κάποια στιγμή, και αφού είχα συγκεντρώσει πολύ υλικό,  είπα τώρα πρέπει να το γράψω.
Είναι ένα χρονικό που όμως δεν μένει στα στενά όρια αλλά επεκτείνεται και σε πολλούς άλλους τομείς όπως ιστορία, η πολιτική, τα κοινωνικά κινήματα και όλα αυτά.

Διάβαζα βιβλία που ήταν στεγνά: ασχολούνται πολύ σωστά με ένα θέμα αλλά δεν με άγγιζαν. Μόνο πληροφορία. Το όνειρο μου ήταν να γράψω ένα βιβλίο που θα κέρδιζε τον αναγνώστη να το ρουφήξει. Όχι με βαρύ τρόπο, όσο γίνεται πιο απλό αλλά με τρόπο που θα τραβούσε το ενδιαφέρον.

Αυτή ήταν η πυξίδα μου.
Το χαμένο νόμπελ του Καζαντζάκη ήταν η αφορμή για να μιλήσω για ολόκληρο τον εικοστό αιώνα και να φτάσω μέχρι τις μέρες μας.


Να αυτό πάλι: διάβαζα βιβλία για ένα συγκεκριμένο θέμα αλλά δεν ήξερα τον περίγυρο. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί ώστε να φτάσουμε στην κατάσταση και το κυριότερο δεν μου λέγανε τίποτα για το μετά! Τις συνέπειες του γεγονότος στο σήμερα.

Η έκπληξη για τον αναγνώστη είναι ότι διαβάζει το πρώτο μέρος του βιβλίου, που αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια και δεν βλέπει καθόλου Καζαντζάκη.

Ξεκίνησα  να γράφω για τον Άλφρεντ Νόμπελ, πώς θέσπισε τα βραβεία γιατί νομίζω λίγος κόσμος γνωρίζει την ιστορία του. Όλοι ξέρουν ότι ο Νόμπελ ήταν ένας πολεμικός βιομήχανος.
Όλα ξεκίνησαν από ένα δημοσιογραφικό λάθος: όταν πέθανε ο αδερφός του, οι εφημερίδες της Γαλλίας τον μπέρδεψαν με τον Άλφρεντ. Έγραψαν λοιπόν με πηχυαίους τίτλους: ΠΕΘΑΝΕ Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. Τον συντάραξε αυτό και τότε αποφάσισε να αλλάξει τη διαθήκη του και να θεσπίσει τα βραβεία. Είναι πέντε και πρόσφατα μπήκε ακόμη ένα της Οικονομίας. Τα αρχικά νόμπελ ήταν: Ιατρικής, Φυσικής, Χημείας, και τα δύο τελευταία που είναι αμφιλεγόμενα, αυτό της Λογοτεχνίας και της Ειρήνης. Ε, για το Νόμπελ Ειρήνης δεν χρειάζεται να πούμε πολλά: από τη στιγμή το πήρε ο Κίσιγνκερ και δεν το πήρε ο Γκάντι, αυτό τα λέει όλα. Μόνο αυτό τα απαξιώνει αρκετά στα μάτια μου.

Το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι επίσης αμφιλεγόμενο γιατί κατά καιρούς έχει δοθεί σε πολύ σημαντικούς λογοτέχνες αλλά έχει απονεμηθεί και σε πολύ αμφιλεγόμενους λογοτέχνες που δεν αναφέρονται ούτε καν στις χώρες τους. Μην πάμε μακριά: πρόπερσι απονεμήθηκε στον Πατρίκ Μοντιανό, από τη Γαλλία. Και δεν το πήρε ο Μίλαν Κούντερα. Έχουν εμμονές εκεί στη Σουηδική Ακαδημία.
Οι τέσσερις μεγαλύτεροι λογοτέχνες του εικοστού αίωνα δεν πήραν ποτέ Νόμπελ: Ο Ναμπόκοφ, ο Τζόις, ο Προυστ και ο Χόρχε Λουίς Μπορχες.

Πέρσι το πήρε η Αλεξίεβιτς, αλλά αυτή κάνει ρεπορτάζ, είναι μάχιμη αλλά δεν τη θεωρώ λογοτέχνη, και φέτος  το πήρε ο Ντίλαν.

Τρέφω απεριόριστο σεβασμό στον Ντίλαν, μεγάλωσα με τα τραγούδια του, αλλά δεν είναι λογοτέχνης. Υπάρχουν και σημαντικότεροι λογοτέχνες που περιμένουν χρόνια μια βράβευση: για παράδειγμα ο Φίλιπ Ροθ.
Ο μακαρίτης ο Λεονάρντ Κοέν το είπε πολύ καλά για  αυτό το Νόμπελ: είναι σαν να καρφώνεις μια σημαία στο Εβερεστ που να λέει ότι είναι η ψηλοτερη κορυφή του κόσμου. Δεν έχει νόημα. Είναι κορυφή.

-Ας ξαναγυρίσουμε στον δικό μας κορυφαίο, λοιπόν, τον Καζαντζάκη.

Δείχνω πώς προσπάθησε να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών για να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα, και δεν τα κατάφερε για δύο ψήφους. Αντ’ αυτού Σκίππης. Εκείνη τη χρονιά δεν μπήκαν ούτε ο Βάρναλης ούτε ο Σικελιανός, γι’ αυτό και υπάρχει μέσα στο βιβλίο η «ορατή» και η «αόρατη» Ακαδημία.

Κι αυτή η «αόρατη» Ακαδημία είναι πολύ πιο σημαντική γιατί σ’ αυτήν υπάρχουν: ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Σικελιανός, ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, όλα αυτά τα τεράστια μεγέθη δεν έγιναν ποτέ μέλη της Ακαδημίας!

Στη συνέχεια όταν βλέπει το 1946 ότι ο Άγγελος Σικελιανός κάνει αίτηση στη σουηδική ακαδημία για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, θέλει και αυτός. Και του προτείνει να κάνουν από κοινού την πρόταση. Παρά το γεγονός ότι είναι στενοί φίλοι, με βαριά καρδιά ο Σικελιανός δέχτηκε το 1947 και κάνανε μαζί αίτηση. Δεν πήραν τίποτα. Η υποψηφιότητα τους όμως έμεινε, γιατί έτσι ισχύει με τις υποψηφιότητες.
Έπαιζαν λοιπόν αυτά τα δύο ονόματα, πολύ έντονα μέχρι το 1950, όπου μάλιστα είχαν θεωρηθεί και φαβορί. Εκεί τότε, παρενέβη η ελληνική πολιτεία. Θεωρούσαν Σικελιανό και Καζαντζάκη «κόκκινους», αριστερούς. Υπήρχε ένα πολύ οξυμένο μετεμφυλιακό κλίμα, το οποίο διήγειρε τα πάθη, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Σπύρο Μελά , μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας, να πάει στη  Στοκχόλμη το χειμώνα του 1951 προκειμένου να σαμποτάρει την υποψηφιότητα του Καζαντζάκη, αφού ο Σικελιανός είχε εν τω μεταξύ πεθάνει.
Μπορεί να πει κανείς ότι τα κατάφερε. Είπε ότι ο Καζαντζάκης είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και ότι πάρα πολλοί έλληνες δεν θέλουν να πάρει το βραβείο ένας «τέτοιος» άνθρωπος. Παράλληλα φτάνανε κιβώτια από την Αθήνα με γράμματα κατά  της βράβευσης του Καζαντζάκη!

Οι κυριότερες κατηγορίες εναντίον του Καζαντζάκη ήταν τρεις, διατυπωμένες από επίσημα χείλη: ότι ήταν άθεος, κομμουνιστής και ότι με τα γραπτά του διέφθειρε τους νέους.

Αυτό δηλαδή που είχαν κατηγορήσει τον Σωκράτη, όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν σε αυτή την χώρα.

Ο Καζαντζάκης δεν ήταν άθεος κι ας το έλεγε η «Εκκλησία».
 Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε γράψει ότι στα γραπτά του Καζαντζάκη βρίσκεις τον θεό περισσότερο από ότι στα γραπτά του Παπαδιαμάντη.
Ο Καζαντζάκης μεγάλωσε πιστεύοντας ότι θα γίνει παπάς. Δεν έγινε γιατί είδε κάποια πράγματα στην εκκλησία της Κρήτης που τον ενόχλησαν και απόφασισε να γίνει συγγραφέας. Όμως διατήρησε έναν ιεραποστολικό ζήλο σε ότι έκανε.

Τον αναζητούσε τον θεό.  Και όπως αποκάλυψε η Ελένη, η γυναίκα του, τον αναζητούσε σε όλη του τη ζωή, αλλά δεν τον βρήκε. Ό,τι και αν σημαίνει αυτό.
Αυτό λοιπόν δεν τον κάνει άθεο!

Η δεύτερη κατηγορία ήταν ότι είναι κομμουνιστής. Από τη μελέτη που έκανα δέκα χρόνια τώρα πριν γράψω το βιβλίο δεν προκύπτει από πουθενά ότι ήταν κομμουνιστής. Ξεκίνησε ως φίλος και συνοδοιπόρος ιδεολογικά του Ίωνα Δραγούμη – που ανήκε στον ρομαντικό εθνικισμό – στη συνέχεια έγινε φιλοβενιζελικός γιατί συνεργάστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και στη συνέχεια, απογοητευμένος από την καταστροφή της Σμύρνης, στράφηκε με ενδιαφέρον στο πείραμα που γινόταν στη Σοβιετική Ένωση – πιστεύοντας ότι αν πετύχει θα αλλάξει όλη η ανθρωπότητα. Αυτό τον έφερε κοντά στον κομμουνισμό, φίλο μπορεί να τον πει κανείς, αλλά είχε και πολύ έντονη κριτική διάθεση. Μετά τα ταξίδια του στη Ρωσία επέστρεψε κι έγραψε ότι όλο αυτό οδηγεί σε μια σιδηρά πειθαρχία και μια ελίτ που θα διοικεί σιδερένια. Πολλοί αριστεροί δυσαρεστήθηκαν με τον Καζαντζάκη τότε με αποτέλεσμα  να τον θεωρούν μυστικιστή και οι δεξιοί πάλι να τον θεωρούν άθεο και κομμουνιστή!

-Υπάρχουν κάποιοι που ακόμη και σημέρα «φοβούνται» και τι ακριβώς από τον Καζαντζάκη;
Υπάρχει πολύ έντονη κριτική κατά του Καζαντζάκη. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν σάιτ που «παρακαλάνε» να μείνει άλιωτος και τυμπανιαίος στον τάφο του. Χιλιάδες σελίδες εναντίον του. Κι αυτό γιατί ο Καζαντζάκης στράφηκε κατά του κλήρου. Και ο κλήρος τον κυνήγησε ανελέητα. Το 1954 ως γνωστόν αφορίστηκε, ενεγράφη στο index του Πάπα λόγω του «Τελευταίου Πειρασμού» και τα βιβλία του απαγορεύτηκαν. Αυτό βεβαίως τον έκανε διάσημο.
Η δική μας εκκλησία είχε μια ιδιαίτερη στάση εναντίον του: υπήρξε πρόταση αφορισμού, αλλά εντελώς διπλωματικά ο Αθηναγόρας, πέρασε το θέμα στην αυτόνομη εκκλησία της Κρήτης. Κι έτσι απλώς αναθεματίστηκε. Κι αυτό το «ανάθεμα» ισχύει ακόμη.
Μάλιστα οι τότε βουλευτές Κρήτης, μεταξύ αυτών και ο Κώστας Μητσοτάκης το έφεραν στη Βουλή να συζητηθεί (υπέρ του Καζαντζάκη) αλλά τίποτα … έχει μείνει καταχωρημένο στα άδυτα του «εγχώριου Βατικανού».

Κώστας Αρκουδέας

-Στο τέλος του βιβλίου σου κάνεις μια έκκληση: να αρθεί το «Ανάθεμα», πιστεύεις το ακούει κανείς;

Το ερώτημα που θέτει το βιβλίο εν τέλει είναι:

Πόσες τέτοιες ευκαιρίες πρέπει ακόμη να χάσει η Ελλάδα, πόσες διεκδικήσεις πρέπει να χαθούν μέχρι να μάθουμε σε αυτή τη χώρα ότι πρέπει να επιβραβεύονται οι καλύτεροι και όχι οι μετριότητες.
Πότε θα καταλάβουμε ότι η μισαλλοδοξία και η διχόνοια είναι οι μεγάλοι εχθροί αυτού του τόπου. Διαχρονικά μας εμποδίζουν να πάμε μπροστά.

Ο μόνος τρόπος να προχωρήσουμε είναι η γνώση. Να κατανοήσουμε το τι έχει συμβεί και να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Νομίζω ότι το βιβλίο μου βάζει ένα λιθαράκι σε αυτή την κατεύθυνση.

-Πες μου, σήμερα με ποιον τρόπο «φοβούνται» κάποιοι τον Καζαντζάκη;

Σε πολλούς δεν αρέσει η παγκόσμια επιτυχία του. Πάνω από χίλιες εκδόσεις κυκλοφορούν σήμερα σε όλον τον κόσμο, ενώ ο δεύτερος πιο πολυμεταφρασμένος έλληνας, ο Καβάφης έχει περίπου τριακόσιες.
Υπάρχουν πολλοί που δεν τον δέχονται ως συγγραφέα. Το θεωρούν ηθικοπλαστικό, τουριστικό – τον συνδέουν με τον Ζορμπά. Θεωρούν ότι φταίει ο Καζαντζάκης για την εικόνα του νεοέλληνα που χορεύει δίπλα στο κύμα.
Επίσης πολλοί νεοελληνιστές δεν έχουν ασχοληθεί με το έργο του. Τα τελευταία χρόνια πάντως με πρωταγωνιστή τον Πίτερ Μπιν έχουν αρχίσει αναλύσεις του έργου του Καζαντζάκη που είναι ψύχραιμες. Για μένα ο Μπιν ήταν ένα σχολείο, ανέλυσε με τέτοιο τρόπο βιβλία του Καζαντζάκη που ούτε μπορούσα να φανταστώ. Και αισθητικά και νοηματικά.

Ο σκωτσέζος ελληνιστής Ρόντρικ Μπήτον έκανε μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: 
«Δεν έχει μέχρι τώρα επισημανθεί ότι οι πρώτες φράσεις του: “Τον πρωτογνώρισα στον Πειραιά. Είχα κατέβει στο λιμάνι…”, αποτελούν πιστή αντανάκλαση της περίφημης εισαγωγικής πρότασης από την Πολιτεία του Πλάτωνα: “Κατέβην χθες εις Πειραιά…

-Ποιο βιβλίο του θα πρότεινες σε κάποιον ανάγνωση για να «αρχίσει» τον Καζαντζάκη;

Πρέπει να ξεκινήσει με την «Αναφορά στον Γκρέκο». Είναι το πιο αυτοβιογραφικό του. Έτσι θα μάθει ποιος είναι. Εγώ ξεκίνησα με τον «Φτωχούλη του Θεού» γιατί σε νεαρή ηλικία μου έκανε εντύπωση.
Αναγνωρίζω ότι  έχει μια δύσκολη γλώσσα – κυρίως λόγω των κρητικών ιδιωματισμών. Όπως δύσκολες είναι και οι μεταφράσεις του.
Ήταν λεξιλάγνος ο Καζαντζάκης. Έψαχνε λέξεις που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ. Η Οδύσσεια ας πούμε έχει πολλές τέτοιες λέξεις. Αλλά έχει πολλά καλά βιβλία!

-Διαβάζοντας το βιβλίο σου μου γεννήθηκε το ερώτημα αν ήταν νάρκισσος ο Καζαντζάκης;

Νάρκισσος όχι, εγωκεντρικός ναι. Είχε στοιχεία ναρκισσισμού. Το βέβαιο είναι πάντως ότι οι άνθρωποι που ήταν δίπλα του υπέφεραν. Και η Γαλάτεια Καζαντζάκη υπέφερε – έφυγε από την Κρήτη μαζί του, κι εκείνος της γύρισε την πλάτη. Δεν την ακούμπησε καν! Ερωτικά εννοώ.
Ήταν ιεραποστολικά ταγμένος στην συγγραφή.
Ούτε με την Ελένη Καζαντζάκη είχαν ερωτικές σχέσεις. Μιλούσαν ο ένας στον άλλον στον πληθυντικό. Η Ελένη ήταν αναμφισβήτητα η σύντροφος του. Ήταν τα πάντα, ήταν μητέρα, συμπαραστάτης, γραμματέας, ερωμένη δεν υπήρξε, ατζέντισα, νοσοκόμα. Ήταν το ιδανικό του συμπλήρωμα.
Ο Πρεβελάκης επίσης, ήταν «το παιδί για όλες τις δουλειές», όλοι αυτοί υπέφεραν δίπλα του. Απαιτούσε από τους άλλους.
Όμως, μην το παραβλέψουμε αυτό, ήταν και από τον εαυτό του πολύ απαιτητικός.
Άρχιζε το γράψιμο όταν ανέτειλε ο ήλιος, έκανε ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι και σταματούσε όταν έδυε ο ήλιος.
Και τότε άρχιζε να γράφει επιστολές.
‘Ήταν φανατικός επιστολογράφος. Δεν διασκέδαζε. Ζούσε μια ερμητικά κλειστή ζωή, Μια ασκητική ζωή.

-Θυμάσαι το πρώτο βιβλίο που διάβασες κι είπες «θέλω να το κάνω κι εγώ αυτό» θέλω να γίνω συγγραφέας;

Η αδερφή μου μας διάβαζε τα κλασικά εικονογραφημένα. Μου άρεσε πολύ η οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων. Μετά θυμάμαι τον Φτωχούλη του Θεού, και τον Καπετάν Μιχάλη, διάβασα και την Ασκητική, αλλά στην ηλικία που ήμουν δεν κατάλαβα τίποτα κι έπρεπε να περάσουν  πολλά χρόνια για  να την ξαναδιαβάσω.

Όμως το βιβλίο που με στιγμάτισε, σε μεγαλύτερη ηλικία ηταν το «Στο Δρόμο» του Κέρουακ . Είχα τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο. Με συνάρπασαν τα ταξίδια, η ελευθερία, οι μουσικές.  Γι’ αυτό πήρα έναν σάκο κι αφού δεν μπορούσα να ταξιδέψω από την Νέα Υόρκη στην Καλιφόρνια, γύρισα όλα τα ελληνικά νησιά.

-Αυτή την εποχή τι διαβάζεις;

Κάνω μια αγρανάπαυση. Διαβάζω μικρές νουβέλες, σαν οξυγόνο. Όπως «Το Σκάκι» του Τσβάιχ. Θέλω να ξεκουραστώ από την δουλειά για το «χαμένο Νόμπελ» για να προχωρήσω στο επόμενο στάδιο.

Διαβάζουμε όμως μαζί με τον γιο μου, που τον λένε και Πέτρο,  τον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου» της Άλκης Ζέη.

Γιάννης Καφάτος

Το βιβλίο «Το χαμένο Νόμπελ – Μια αληθινή ιστορία» του Κώστα Αρκουδέα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

 

 

(Συνολικές Επισκέψεις 15,163, 1 επισκέψεις σήμερα)
Το κοκοράκι κικιρικικί!
T-shirt Stories: με νεκρούς δεν κάνεις πλάκα - συλλογιέσαι

mm
About Γιάννης Καφάτος 1613 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

1 Trackbacks & Pingbacks

  1. «Επικίνδυνοι Συγγραφείς», ένα βιβλίο για τα βιλία του Κώστα Αρκουδέα - viewtag.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*