19/06/2018

το tweet της ημέρας...

Μάθημα επανάστασης: Πάρε πρώτα πτυχίο #δε_μας_χαιρετάς_ρε_Μανού_Μακρόν

Λίλα Κονομάρα – Συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο της «Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου»

Λίλα Κονομάρα

«Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου» (Εκδόσεις Κέδρος), το βιβλίο της Λίλας Κονομάρα που μόλις κυκλοφόρησε έφτασε στα χέρια μου μέσω μιας φίλης και ευτυχώς άκουσα την προτροπή της να το διαβάσω.

Βρέθηκα μπροστά σε εικόνες και περιγραφές που όμοιές τους είχα καιρό να βρω σε ελληνικό μυθιστόρημα.
Οι ήρωες του βιβλίου είναι τόσο οικείοι είτε είσαι πατέρας, είτε έφηβος, είτε μάνα ακριβώς γιατί είναι αληθινοί και υφίστανται όλα όσα ξέρεις ό,τι συμβαίνουν. Ακόμη κι αν δεν σου έχουν συμβεί, τα ξέρεις γιατί τα υφίστανται φίλοι και γνωστοί, η γιατί τα έχεις ακούσει από ανθρώπους που ξέρεις.

Η κοινωνική ματιά, η τόσο οξυδερκής, σε συνδυασμό με την αφήγηση της ιστορίας μέσα από την ψυχή του κάθε ήρωα κάνει την ανάγνωση απολαυστική.
Κορμός της ιστορίας είναι η οικογένεια. Και όπως κάθε οικογένεια έχει μυστικά, κόντρες, αποτυχίες κι ευτυχισμένες στιγμές. Η οικογένεια στο βιβλίο της Κονομάρα ζει μέσα στη σημερινή Αθήνα. Έχει όμως και το ταξίδι σαν σκοπό, αλλά και ως μέσο – έτσι όπως είναι τα ταξίδια!

Το βιβλίο είναι τρυφερό εκεί που χρειάζεται και ανελέητα σκληρό όταν πρέπει. Κι αυτό είναι ένα σημαντικό προσόν για το δικό μου αναγνωστικό σύμπαν.
Η Λίλα Κονομάρα έγραψε ένα βιβλίο για όλα όσα μας καταπιέζουν και εν τέλει μας διαμορφώνουν. Χωρίς νουθεσίες και με ένα αίσθημα αισιοδοξίας και ανθρωπιάς.

Ένα περιστατικό της επικαιρότητας, με έναν τρόπο «κούμπωσε» στο κεφάλι μου και αποτέλεσε την πρώτη ερώτηση στην ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε με την Λίλα Κονομάρα.
Τις προάλλες, δικαστήριο της Νέας Υόρκης δικαίωσε γονείς που μήνυσαν τον 30αρη γιο τους επειδή δεν έφευγε από το σπίτι. Οι Έλληνες γονείς μεγαλώνουν παιδιά για ν’ ανοίξουν τα φτερά τους (έστω και χωρίς την ακρότητα του αμερικανικού παραδείγματος) ή μεγαλώνουν παιδιά με φοβίες και «αλυσίδες» που δεν τα αφήνουν να βρουν μόνα τους το δρόμο τους;  Η οικογένεια είναι στο επίκεντρο του βιβλίου. Πόσο «κεντρικό» ρόλο παίζει σήμερα στην Ελλάδα;

Η οικογένεια εξακολουθεί, πιστεύω, να παίζει κομβικό ρόλο στην Ελλάδα. Αποτελεί σημαντικό στήριγμα ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης σαν κι αυτή που διανύουμε. Αναμφισβήτητα, η ελληνική οικογένεια έχει τις δικές της παθογένειες και οι «αλυσίδες» είναι μία απ’ αυτές. Οι εβδομαδιαίες διαδρομές των τάπερ απεικονίζουν εύγλωττα νομίζω τις σχέσεις. Τα τάπερ με τα σπιτικά φαγητά δηλώνουν αγάπη και φροντίδα, ταυτόχρονα όμως είναι ένας άλλος ομφάλιος λώρος που δύσκολα κόβεται. Δεν είμαι ωστόσο πεπεισμένη ότι στο εξωτερικό, τα πράγματα είναι καλύτερα ούτε και βλέπω τους ανθρώπους ευτυχέστερους ή πιο ισορροπημένους.

Η ηρωίδα σου ψάχνει να βρει τη θεραπεία για το αλτσχάιμερ και ο ήρωας – πατέρας της έχει θάψει κομμάτια της οικογενειακής και προσωπικής του ζωής όσο πιο βαθιά αντέχει. Πώς λειτουργεί τελικά η μνήμη; Πότε εγκλωβίζει και πότε ελευθερώνει;

Ο χρόνος και κατ’ επέκταση το ζήτημα της μνήμης επανέρχονται διαρκώς στο βιβλίο. Η Εύα, βιολόγος, προσπαθεί να θεραπεύσει το Αλτσχάιμερ μέσω της εμφύτευσης μικροτσίπ στον εγκέφαλο, η ίδια όμως, όπως και ο πατέρας της θέλει να σβήσει κάποιες προσωπικές μνήμες. Όλοι αναρωτιούνται κατά πόσον η γιαγιά, που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας, δεν θυμάται κάποια πράγματα ή κάνει πως δεν θυμάται. Η εγγονή της Κάλλια διαθέτει, όπως οι περισσότεροι αυτιστικοί, εντυπωσιακή μνήμη και από την άλλη δυσκολεύεται να κατανοήσει βασικά πράγματα. Ο έφηβος Άρης αναρωτιέται τι πραγματικά θυμάται από τη μητέρα του και ποια κομμάτια της επινοεί. «Η μαμά», όπως λέει, «ήταν σαν τα έργα των street artists, μια πειραγμένη εικόνα με μικρή διάρκεια ζωής, έβγαινε μέσ’ από τις ρωγμές της φαντασίας μου, αλλά σταδιακά γινόταν κάτι που μου ξέφευγε…» Το ερώτημα είναι το πώς οι ήρωες και γενικότερα όλοι μας αντιμετωπίζουμε τη μνήμη, τι συγκρατούμε και τι επιλέγουμε να βυθίσουμε στη λήθη.

Όμως το ζήτημα της μνήμης δεν εμφανίζεται μόνο σε προσωπικό επίπεδο. Βλέποντας το απόφθεγμα του Πιέρ Νορά «Η μνήμη συνδέεται με τόπους, ενώ η ιστορία με γεγονότα» σε μια έκθεση φωτογραφίας που αφορά τους πολέμους της τελευταίας πεντηκονταετίας, ο Άρης αρχίζει να ανακαλύπτει μια άλλη εικόνα του κόσμου και να αποκτά κοινωνική συνείδηση. Η εμφύτευση μικροτσίπ στον εγκέφαλο που θα αποκαθιστούν τη μνήμη πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι; Με βάση ποια κριτήρια θα γίνουν οι επιλογές των αναμνήσεων και ως πού μπορούν να φτάσουν οι επεμβάσεις στην ανακατασκευή του παρελθόντος;

Περιγράφεις μια Αθήνα της κρίσης, που άλλοτε βυθίζει κι άλλοτε δίνει ανάσες  στους ήρωές σου. Όταν περπατάς στην Αθήνα, τι βλέπεις, με το μάτι του συγγραφέα;

Ο στόχος μου δεν ήταν να περιγράψω μια Αθήνα της κρίσης, αλλά τη σύγχρονη Αθήνα με την ποικιλομορφία που την χαρακτηρίζει, όπως και όλες τις μεγαλουπόλεις.

Περπατώντας στους δρόμους της, βλέπω παράλληλους κόσμους να συμβιώνουν, άλλοτε αρμονικά και άλλοτε όχι, άλλοτε στο φως και άλλοτε στο σκοτάδι. Το παλιό συνδιαλέγεται με το καινούριο, η ομορφιά με την ασχήμια, το κλέος των προγόνων με την κακομοιριά ή την ευτέλεια.
Πληθυσμιακές ομάδες ζουν στο περιθώριο. Άνθρωποι άλλων εθνοτήτων καταφθάνουν συνεχώς δημιουργώντας μια πολυπολιτισμική πραγματικότητα για την οποία ακόμα ψάχνουμε τις οδηγίες χρήσεως. Νέοι άνθρωποι δημιουργούν νέες προοπτικές και εμφυσούν στην πόλη μια νέα δυναμική σε αντίστιξη με την παρακμή και την παραίτηση της κρίσης.
Στον τομέα της τέχνης, μετά την documenta, αλλά και άλλες δράσεις, ιδιωτικές πρωτοβουλίες ή φεστιβάλ,  που λαμβάνουν χώρα τον τελευταίο καιρό, η Αθήνα έχει γίνει ένας από τους πιο ενδιαφέροντες προορισμούς. Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν ακριβώς να καταδείξω τις πολλαπλές όψεις της Αθήνας, όψεις που δεν είναι πάντα ορατές ή δεν προβάλλονται από την επίσημη πολιτεία αλλά υπάρχουν και αναδιαμορφώνουν συνεχώς την πόλη.

Βασίλης, Άρης, Εύα: σε ποιον από τους τρεις ήρωες υπάρχεις περισσότερο;

Ίσως ηλικιακά να βρίσκομαι πιο κοντά στον πατέρα, τον Βασίλη, ως γυναίκα όμως, έχω πολλές συγγένειες με την Εύα, όσον αφορά δε κάποια βιώματα, ταυτίζομαι με τον Άρη. Δεν νομίζω ότι υπάρχω περισσότερο σε κάποιον από τους τρεις, όπως συμβαίνει πάντα όλοι οι ήρωές μου δανείζονται στοιχεία του εαυτού μου και της προσωπικής μου ιστορίας, αλλά και άλλα εντελώς ξένα από μένα.

Με αφορμή την Εύα, που εργάζεται στο αυστηρό και ανταγωνιστικό περιβάλλον της φαρμακοβιομηχανίας: Πιστεύεις ότι η γυναίκα στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας όπως κι ένας άντρας ή το φύλλο παίζει ρόλο στην ανέλιξή της;

Σίγουρα τα τελευταία χρόνια η γυναίκα στην Ελλάδα έχει κατακτήσει πολλά στον επαγγελματικό χώρο. Ας μην γελιόμαστε όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν διακρίσεις εις βάρος της, τόσο όσον αφορά την ανέλιξή της όσο και την αμοιβή της.

Ο Άρης βλέπει μια σειρά από φωτογραφίες με εικόνες από εμπόλεμες περιοχές και αρχίζει να τοποθετεί ξανά τον εαυτό του στο κοινωνικό περιβάλλον. Πιστεύεις ότι ο τρόπος ζωής (όχι μόνο των νέων) κάνει τους πολίτες πιο εγωκεντρικούς, αυτιστικούς εν τέλει;

Είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει σήμερα. Από τη μια, το Ίντερνετ προσφέρει μια γνώση του κόσμου αδιανόητη σε άλλες εποχές, από την άλλη οι άνθρωποι δείχνουν να προτιμούν τη διαμεσολάβηση της εικόνας από την ίδια την πραγματικότητα. Ίσως φταίει ότι οι τεράστιες αλλαγές που συντελούνται σήμερα γύρω τους τούς δημιουργούν πιο έντονα συναισθήματα αβεβαιότητας και προτιμούν να κρατούν αποστάσεις ασφαλείας που ενδεχομένως να οδηγήσουν σε ουσιαστική απομόνωση.

Πού υπάρχει η κοινωνική συνείδηση, είναι ορατή στην πόλη;

Φυσικά και υπάρχει και ευτυχώς. Τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε πολλές συνοικίες της πόλης, οι διανομές τροφίμων και ρουχισμού, οι αποστολές βοήθειας σε πρόσφυγες και άστεγους, οι ιδιωτικές δράσεις για τον εξωραϊσμό της πόλης, οι αμέτρητοι εθελοντές το αποδεικνύουν έμπρακτα καθημερινά. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ακόμα πολλά να γίνουν – και ειδικά στον χώρο της εκπαίδευσης – μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι το σκουπίδι που πετάμε στον δρόμο ή στη θάλασσα είναι υπόθεση που μας αφορά όλους ή ότι μια απλή δική μας κίνηση μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους γύρω μας που έχουν ανάγκη.

Και λίγο πιο προσωπικές ερωτήσεις: Από το 2002 που κυκλοφόρησε το Μακάο (Πόλις, 2002, Μεταίχμιο, 2005 ) και βραβεύτηκες ως πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας του περιοδικού «Διαβάζω», μέχρι σήμερα, πώς βλέπεις την Νέα Ελληνική λογοτεχνία;

Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία χαρακτηρίζεται κατά τη γνώμη μου από ιδιαίτερο πλούτο. Πολλές νέες φωνές έρχονται να προστεθούν στις ήδη καταξιωμένες κομίζοντας άλλα στοιχεία ακόμα και όταν συνδιαλέγονται με την παράδοση. Παρατηρείται μεγάλη άνθηση στο διήγημα, αλλά και στην ποίηση. Η φανταστική λογοτεχνία διαθέτει εξαιρετικά δείγματα γραφής πλάι σ’ εκείνα του ρεαλισμού. Εμφανίζονται καινούρια για τα ελληνικά δεδομένα είδη όπως μυθιστορήματα στο διαδίκτυο που ενίοτε μάλιστα γράφονται και διαδραστικά, graphic novels  κλπ. Εύχομαι να υπάρξουν περισσότερες πρωτοβουλίες και δράσεις από μέρους της πολιτείας για τη μεγαλύτερη προβολή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Τελικά οι Έλληνες διαβάζουμε ή όχι;

Και ναι και όχι. Οι αναγνωστικές συνήθειες όμως καλλιεργούνται σε μικρές ηλικίες και ο ρόλος της εκπαίδευσης και σ’ αυτό είναι καθοριστικός. Η θέση της λογοτεχνίας, για παράδειγμα, στο σχολείο είναι πολύ μικρή και συνυφασμένη με εξετάσεις και όχι με την απόλαυση όπως θα έπρεπε. Η δημιουργία σχολικών βιβλιοθηκών και η συνεχής συνεργασία εκπαιδευτικού-βιβλιοθηκονόμου θα συνέβαλλε καθοριστικά στη δημιουργία νέων αναγνωστών.

Δώσε μας λίγα «tips» για το πώς δούλεψες στο βιβλίο σου; Έκανες συνεντεύξεις, κρατούσες σημειώσεις, επισκέφτηκες τοποθεσίες που περιγράφεις;

Πριν ξεκινήσω να γράφω ένα βιβλίο, το έχω στο μυαλό μου για καιρό. Η σκέψη, μαζί με την ανάγνωση, αποτελούν, πέραν της γραφής, τα δύο άλλα βασικά συστατικά της δουλειάς ενός συγγραφέα. Στο διάστημα αυτό, ξεκαθαρίζω πολλά, οι ήρωες αρχίζουν και αποκρυσταλλώνονται όπως και οι κεντρικοί άξονες του βιβλίου. Χρειάζεται επίσης να οργανώσω τις σκέψεις μου και τις σημειώσεις μου σχετικά με τη δομή του βιβλίου – αφηγητής, κεφάλαια – σε συνδυασμό με την πλοκή. Όσον αφορά κάποια ειδικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα τα θέματα περί βιολογίας και βιοηθικής, χρειάστηκε να διαβάσω ορισμένα βιβλία ή να συμβουλευτώ ειδικούς. Τα μέρη που περιγράφω, ειδικά στον νότο της Γαλλίας, τα γνωρίζω καλά γιατί τα έχω επισκεφθεί πολλές φορές, στην Αρλ μάλιστα έμεινα καιρό μεταφράζοντας τις επιστολές του Βαν Γκογκ.

Ποια είναι η Λίλα που δεν έχεις συστήσει ακόμη στο κοινό σου;

Δεν αναφέρομαι συχνά στην προσωπική μου ζωή ούτε και βρίσκω το λόγο. Αυτό που είμαι, άλλωστε, αποτυπώνεται νομίζω στα βιβλία μου.

Ποιος είναι ο πιο βαθύς φόβος σου. Καταφέρνεις να τον ξορκίσεις;

Ο θάνατος. Να τον ξορκίσω, όχι, δεν νομίζω πως τα καταφέρνω. Προσπαθώ όμως να τον αντιμετωπίσω, συνδιαλέγομαι μαζί του. Είναι μια διαρκής άσκηση.

Γιάννης Καφάτος

Λίλα Κονομάρα

 

Καλεσμένη στο 14ο πολιτιστικό φεστιβάλ Culturescapes στη Βασιλεία στην Ελβετία, Νοέμβριος 2017

(Συνολικές Επισκέψεις 251, 1 επισκέψεις σήμερα)
«Φωνάζω άρα υπάρχω» - Επιθεώρηση Επικαιρότητας #62
ARCTIC MONKEYS – ONE POINT PERSPECTIVE, το τραγούδι της Δευτέρας (Video)

Περισσότερα


mm
About Γιάννης Καφάτος 995 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*