21/02/2024

Μάρω Δούκα: Η Αριστερά δεν μας οφείλει τίποτα, εμείς της οφείλουμε!

Συνέντευξη στον Γιάννη Καφάτο

Μάρω Δούκα

Μια συνέντευξη για την Αθήνα, την οικογένεια, την ενδοοικογενειακή βία αλλά και την Αριστερά, της Μάρως Δούκα στον Γιάννη Καφάτο με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο της, «Φελιτσιτά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το τραγούδι Felicita έχει ένα ρυθμό που δεν ξέρεις πώς ακριβώς να τό χορέψεις αλλά σίγουρα πάντως ήταν τραγούδι, που ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά την κυκλοφορία του γεμίζει με χαρά τον ακροατή.
Η «Φελιτσιτά», το βιβλίο της Μάρως Δούκα (Εκδόσεις Πατάκη), αν ήταν τραγούδι θα ήταν μια ελληνική ταραντέλα με φρενήρη ρυθμό. Είναι η οξυδερκής καταγραφή μιας πραγματικότητας που μας περιβάλλει, που όσο υπάρχουν κάποιοι που κάνουν ότι δεν τη βλέπουν θα υπάρχουν  κάποιες που την υπομένουν, κάποιοι/κάποιες που  δεν την αντέχουν και κάποιοι/κάποιες που χάνονται η μέσα σε αυτή.

Η ελληνική οικογένεια πρωταγωνιστεί στην ιστορία της «Φελιτσιτά» και η Μάρω Δούκα έχει επιλέξει να «βλέπουμε» την ιστορία μέσα από τις χειμαρρώδεις αφηγήσεις ενός εκάστου μέλους. Μονοκοπανιά, κάθε διήγηση έχει έναν απίθανο ρυθμό και αμέσως βάζει τον αναγνώστη στην περιδίνηση που ζουν οι ήρωες του βιβλίου.
Η κακοποιητική συμπεριφορά του άντρα και πατέρα, η εκδίωξη του από το σπίτι μετά την επίσης βίαιη-εναντίον του πατερα-μεσολάβηση του γιου, που ζει ακόμη μαζί τους, όπως και η αδελφή που θέλει τόσα αλλά δεν τα κάνει, η μάνα που εκμεταλλευόμενη την βία του γιου προς τον πατέρα μετά τη βία εναντίον της, τον κρατά έξω από το σπίτι. Ο άλλος αδελφός με τη γυναίκα του, προσπαθεί να ξεφύγει απο τη δική του οικογένεια και μπει στην επόμενη. Ο πατέρας όμως, μετά την έξωσή από τον «παράδεισό» του, γίνεται μία από τις δεκάδες περιφερόμενες σκιές της πόλης. Ζει ως άστεγος. Και ως φρέσκος, αρχικά, αντιμετωπίζει την κατάστασή του ως ένας πλάνης που αναπολεί και περιγράφει. Και μέσα απο τα δικά του μάτια βλέπουμε κι εμείς τους αστέγους, που συνήθως περνάμε αδιάφορα όταν τους συναντούμε στην πόλη. Καταλαβαίνει άραγε τι έκανε και βρέθηκε σ’ αυτή την κατάσταση; Μπορεί να επιστρέψει;. Μπορεί ένας άστεγος να επανενταχθεί στο περιβάλλον από το οποίο βγήκε; Μπορεί μια γυναίκα να γλυτώσει από τη βία του άντρα, του γιου…; Δεν είναι φυσικά ο ρόλος της λογοτεχνίας να δώσει απαντήσεις. Η λογοτεχνία δίνει αφορμές.
Η Μάρω Δούκα έχει συνθέσει ένα μωσαϊκό μιας Αθήνας αλλά και μιας ελληνικής οικογένειας που αλλάζει, μεταλλάσσεται και προσπαθεί να επιβιώσει, προσαρμοζόμενη, για να μη χαθεί. Η «Φελιτσιτά» η γάτα που δείχνει αγάπη στον περιπλανώμενο εξοστρακισμένο οικογενειάρχη είναι εκείνη η λεπτομέρεια, εκείνη η μικρή ψηφίδα που κάνει ένα έργο να φαίνεται τόσο σπουδαίο.

Η κουβέντα μου με την κυρία Μάρω Δούκα, που ακολουθεί, νομίζω θα σας λύσει απορίες όχι μόνο για το βιβλίο.  

Πώς γεννήθηκαν οι ήρωες της «Φελιτσιτά»;

Πότε αργά και με κόπο, πότε αυθόρμητα, πότε τυχαία… Η ιδέα του Κωνσταντίνου Καβουράκη ή Κάβουρα ήταν αυτή που ήρθε πρώτα και με «βρήκε», συχνά ένιωθα ότι αυτόν τον χαρακτήρα, αυτόν τον άνθρωπο, τον έβλεπα χρόνια τώρα να παραδέρνει  στην πόλη. Μου δόθηκε έπειτα η χάρη να τον φανταστώ με την οικογένειά του σε μια αθηναϊκή γειτονιά, «αναδύθηκε» τότε η γυναίκα του η ωραία Ελένη, έπειτα τα παιδιά του, δυο αρσενικά και μια κόρη, με άλλα λόγια, οι ανάγκες της μυθοπλασίας είχαν αρχίσει να με κατευθύνουν και να στερεώνουν την «υπόθεση». Μια καλή, έτσι φαινόταν, τυπική οικογένεια, τα τρία παιδιά τους είχαν βρει τον δρόμο τους, με τις δουλειές τους, ο πατέρας ιδιωτικός υπάλληλος, η ωραία Ελένη, η μητέρα, θυρωρός σ’ ένα υπουργείο.

Ενώ βλέπουμε μεμονωμένα τους ήρωές σας και τη «δράση» τους, έχω την αίσθηση ότι η «αγία ελληνική οικογένεια» είναι ένας αφανής μεν αλλά τόσο καθοριστικός ήρωας και στους δικούς σας αλλά και γενικότερα  για όλους μας, ακόμη στις μέρες μας. Ισχύει αυτό;

Η «μεμονωμένη» παρουσία και δράση και το «παραμιλητό» των χαρακτήρων του βιβλίου έχει να κάνει με τη φόρμα που σχεδόν μου επέβαλε η πλοκή της αφήγησης, καθένας με τη φωνή  και τη ματιά του και όλοι μαζί με τον βηματισμό και την αγωνία και τα αδιέξοδα  «της αγίας ελληνικής οικογένειας» αλλά και της κάθε οικογένειας με την ομπρέλα της, με την αγάπη, το θυμό και την εξάρτησή της. Επομένως ναι, έχετε δίκιο, καθοριστικός ήρωας του βιβλίου είναι η οικογένεια όπως ισχύει με τις εξαιρέσεις και τις διαφορές αλλά και τις παντοδύναμες ομοιότητές της ακόμη και στις ημέρες μας.

Πότε η οικογένεια και οι δεσμοί της γίνονται σημείο εκκίνησης για τη ζωή και πότε μια άβυσσος που καταπίνει, καταπιέζει ζωές;

Aπό την οικογένεια ξεκινάμε και στην οικογένεια καταλήγουμε. Είναι ο φάρος και το στήριγμά μας, μπορεί όμως, και όχι σπάνια, όταν απουσιάζει η κορνίζα που πλαισιώνει τη φωτογραφία της παιδικής μας ηλικίας, η οικογένεια να γίνει η άβυσσος. Αυτή η άβυσσος, η ανασφάλεια, η βασανισμένη αυτοεκτίμηση ταλανίζει τον κύριο χαρακτήρα του βιβλίου που διαποτίζει σιγά σιγά όλη την οικογένεια. Και ο καθένας με τον τρόπο του αντιδρά για να σωθεί, να πάει παραπέρα.

Αισθανθήκατε ποτέ ότι οι συμβάσεις και οι δεσμοί σάς έπνιξαν δημιουργικά; Και πώς λειτουργήσατε;

Εγώ υπήρξα τυχερή, «έπεσα στα χέρια» ενός καλού αριστερού που εννοούσε επί της ουσίας τον αλληλοσεβασμό και την αγάπη. Πώς να το πω; Σε περιόδους συγγραφής, χωρίς να «παραμελώ τα οικιακά μου», έβρισκα πάντα τον άντρα μου πρόθυμο να μου παρασταθεί, να με βοηθήσει. Μαζί μεγαλώσαμε τον γιο μας, αυτός ήταν και είναι μέχρι σήμερα ο πρώτος και ο αυστηρός αναγνώστης μου. Αλλά βέβαια εγώ δεν είμαι ο κανόνας. Ακόμη και σήμερα, η γυναίκα, για να θυμηθούμε τη μεγάλη Βιρτζίνια Γουλφ, διεκδικεί το δικό της δωμάτιο, ακόμη αγωνίζεται η γυναίκα για την επιβεβαίωση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και πνευματικής ζωής, πότε με επιτυχία, πότε με τοξικές ακρότητες…

Η οικογένεια και η λειτουργία της είναι απόρροια και της πολιτικής ζωής ενός τόπου;

Φυσικά και είναι, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι απόρροια όχι μόνο της πολιτικής ζωής ενός τόπου αλλά και μιας γειτονιάς με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, γεωγραφικά, επαγγελματικά, φυλετικά.

Θέλω να επιστρέψω στους ήρωες του βιβλίου και να ξεκινήσω με την Ελένη, τη σύζυγο και μάνα. Πώς μια γυναίκα «τινάζει» από πάνω της τα κακοποιητικά στοιχεία και τα πατριαρχικά «πρέπει» μέσα στα οποία μεγάλωσε ώστε να σπάσει αυτή η αλυσίδα της συνέχειας μιας βίας που αν δε συντηρείται, γίνεται κάπως ακόμη ανεκτή από γυναίκες εις βάρος τους;

Η συγκεκριμένη Ελένη, η φανταστική, κάποια στιγμή στη ζωή της, όταν τα παιδιά της δεν είχαν την ανάγκη της και όταν είχε ξεχειλίσει πια το ποτήρι, (καθώς όσα δεν φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η ώρα) αποφασίζει χωρίς να τον «διώξει», να του δείξει την πόρτα, να τον αφήσει στην τύχη του, αμετάπειστη. Του επιτρέπει μόνο να επιστρέψει στο σπίτι με τον σκληρό όρο να μένει στο αποθηκάκι… Ποτέ πια  ισότιμα, ποτέ πια μαζί.

Ο κακοποιητής σύζυγος μπορεί να έχει «ευκαιρία» ή πρέπει να αντιμετωπίζεται αυστηρά από την πρώτη φορά;

Αυτό το «πρέπει» δεν είναι ηθικής και νομικής φύσεως «πρέπει». Είναι υπόθεση του ζευγαριού, των συναισθημάτων, αλλά και του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν, η θέση της γυναίκας σε πολλές περιπτώσεις είναι δραματικά δύσκολη, ακόμη και αν είναι αποφασισμένη να εγκαταλείψει τον κακοποιητή σύζυγο, δεν έχει πού να πάει, πώς να σταθεί στα πόδια της, ούτε η κοινωνική προστασία είναι επαρκής, ενώ ο ιδρυματισμός με τις αρνητικές επιπτώσεις του λειτουργεί αποτρεπτικά. Εδώ λοιπόν δεν μπορείς να πεις εύκολα φεύγω, χωρίζω και τα λοιπά, εκτός αν η γυναίκα είναι απολύτως ανεξάρτητη οικονομικά, αλλιώς υπομένει έως τα δραματικά άκρα με τις γνωστές συνέπειες, έστω και αν ζούμε στον 21ο αιώνα, οι κοινωνικές δομές, τα ήθη και οι συμπεριφορές παραμένουν πολύ πίσω.

Η Ελένη σας, ελευθερώνεται από μια συμπεριφορά αλλά φαίνεται ότι υπάρχει «συνέχεια» στην οικογενειακή βία. Γίνεται μια γυναίκα σύμβολο, όμως δεν τολμάει την ευθεία αναμέτρηση με το γιο. Γιατί; Τι θέλατε να μας «δώσετε» μέσα από το χαρακτήρα της Ελένης;

Χωρίς να το έχω υπολογίσει ακριβώς, εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι ο πρωτότοκος γιος, ο Ευάγγελος, αν και δεμένος με τη μάνα του ή και ακριβώς γι’ αυτό, έχει σωρευμένο θυμό και δυσπιστία  μέσα του για τις γυναίκες γενικά, εφόσον κατά βάθος γνωρίζει ότι ο ζηλότυπος πατέρας του είχε δίκιο, ότι η μάνα του δεν παρέλειπε να λοξοκοιτάζει, λυπάται τον πατέρα, δεν θέλει να του μοιάσει, και ταυτόχρονα αισθάνεται δημιούργημα της μητέρας του, το ίδιο ακριβώς αισθάνεται και η Ελένη, καταλαβαίνει ότι ο γιος της συμπεριφέρεται σαν αφέντης-γιος, κάτι που την ενοχλεί βέβαια αλλά δεν τολμάει προς το παρόν να αντιδράσει αποφασιστικά…

Πατέρας και γιος, στο βιβλίο σκέφτονται το ίδιο βίαια εναντίον της συζύγου / μητέρας. Αυτό το τρίγωνο της βίας με θύμα τη γυναίκα είναι κάτι που απλώς το εμπνευστήκατε ή έχετε παραδείγματα και αναφορές που τις μεταφέρατε στο βιβλίο.

Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι αυτά που βλέπουμε και ακούμε και διαβάζουμε, έρχεται κάποια στιγμή που τα βρίσκουμε μπροστά μας, το παιδί του βίαιου γονιού θα γίνει κι αυτό άθελά του βίαιο…και το πρώτο θύμα του θα είναι η μάνα του.  

Ένας άλλος «πρωταγωνιστής» του βιβλίου είναι η πόλη. Εκεί που οι άστεγοι κυκλοφορούν «αόρατοι» για τους περισσότερους από εμάς. Πώς «δουλέψατε» μαζί της;

Σωστά. Δεν θα είναι υπερβολή αν σας πω ότι εκεί που κάθομαι στο γραφείο μου μού έρχονται εικόνες κυρίως από το ιστορικό κέντρο της πόλης, και μένω για ώρα με όλες τις «αποθηκευμένες» μέσα μου εικόνες να ζωντανεύουν, σαν κινηματογράφος γίνονται όλοι και όλα, όσα θυμάμαι, όσα διάβασα, όσα μου διαφύγανε με το πρώτο βλέμμα, έρχονται τώρα και με κατοικούν, πρόσωπα, πράγματα, δέντρα που ζουν ακόμη, λουλούδια που ξεράθηκαν.  

Εσείς πώς βλέπετε την  Αθήνα σήμερα;

Σήμερα, δυστυχώς, λόγω κινητικών προβλημάτων, δεν κυκλοφορώ στην πόλη. Είχα όμως κυκλοφορήσει αρκετά, έχω μπόλικο υλικό μέσα μου, ακόμη και με το αυτοκίνητο να με πάει ο άντρας μου μια γύρα, ένα βλέπω, δέκα καταλαβαίνω, θυμάμαι στα πρώτα βήματά μου στο γράψιμο που άκουγα τους «θεούς» μου τότε στις Εκδόσεις Κέδρος (Ρίτσο, Τσίρκα, Φραγκιά) να λένε ότι το πρώτο, το αδιαπραγμάτευτο προσόν του συγγραφέα είναι η παρατηρητικότητα, πρώτα βλέπει, έπειτα παρατηρεί και «αποθηκεύει» μέσα του. Και τι βλέπω σήμερα μέσα από το αυτοκίνητο, τι έβλεπα πριν από τρία χρόνια; τα ίδια περίπου… να το πούμε και αλλιώς, βλέπω πάντα όσα είμαι άξια να δω, τις αλλαγές που έρχονται αργά και συγχωνεύονται ανεπαίσθητα με τα ορόσημα και τα τοπόσημα της πόλης. Λοιπόν, την οδό Σταδίου, τη βλέπω εγκαταλειμμένη, τα πεζοδρόμια στην οδό Ακαδημίας τα βλέπω λερωμένα, τους ανθρώπους βιαστικούς, αδιάφορους, πότε θλιμμένους, πότε σκυθρωπούς, βλέπω όμως και χαρούμενους, και χαζοχαρούμενους… βλέπω αγόρια και κορίτσια έτοιμα να αγαπηθούν αλλά και να τσακιστούν… ο κόσμος αλλάζει πάντα προς το καλύτερο που εμπεριέχει όλη την τραχύτητα του χειρότερου.

Μπορούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να αντικαταστήσουν μια περιπλάνηση στην πόλη; Έχουμε και ψηφιακούς flaneures που ζουν μέσα από την οθόνη και ξεχνάνε την κανονική ζωή. Τι πιστεύετε;

 Συμφωνώ με την παρατήρησή σας. Ζώντας μέσα από την οθόνη ξεχνάμε την κανονική ζωή. Είναι όμως και φορές που η ψηφιακή περιπλάνηση στην πόλη, αν διαθέτουμε φαντασία μας βοηθάει να δούμε και να ξαναδούμε τον ίδιο δρόμο, την ίδια γωνία, και όσα μας διέφυγαν την πρώτη φορά, τώρα τα βλέπουμε καλύτερα, έστω και φασματικά, αν εμείς έχουμε αποθηκεύσει μέσα μας τις ζωντανές περιπλανήσεις μας στην πόλη, στον τόπο που ζούμε, αυτές δεν τις χάνουμε ποτέ.   

Σήμερα είναι σε κρίση ο πολιτισμός, η πολιτική,  η αισθητική ή όλα μαζί; Τι είναι χειρότερο από την οικονομική κρίση;

Η οικονομική κρίση από μόνη της είναι σε θέση να προκαλέσει αναπόφευκτα την πολιτική, πολιτιστική, αισθητική κρίση… Αλλά βεβαίως, όλα αυτά συμβαίνουν ανεπαισθήτως, ποτέ οι άνθρωποι της κρίσης και της παρακμής δεν αισθάνονται ακριβώς  τι συμβαίνει, επισημαίνουν διάφορα, αντιδρούν, θλίβονται, κι έπειτα από χρόνια αντιλαμβάνονται πιθανολογώντας πάντα τι ακριβώς συνέβη, κι έτσι πάμε…

Η Αριστερά είναι σε μια περιδίνηση. Οι ανάγκες όμως που η Αριστερά οφείλει να καλύπτει είναι σε έξαρση για τους πολίτες. Πώς το βιώνετε εσείς αυτό;

Πώς να το βιώνω; Το έχω πει πολλές, θα το ξαναπώ, κι ας γίνομαι γραφική. Η Αριστερά επί της ουσίας, ακριβώς, επειδή εμείς την κακοποιούμε δεν μας οφείλει τίποτα,  εμείς της οφείλουμε.  Να πω επίσης ότι την αριστερά καμιά περιδίνηση δεν μπορεί να την πειράξει, αν την έχουμε στερεώσει μέσα μας, αν χάρη σ’ αυτήν δεν ντραπήκαμε ποτέ για τη φτώχια μας, δεν ζηλέψαμε την κακογουστιά των νεόπλουτων, κι εδώ βεβαίως δεν μιλώ για πίστη μεταφυσική, μιλώ για τη συνομιλία με τον εαυτό μας, για την ανάγκη μας να υπάρχουμε προσβλέποντας σε μια καλύτερη ζωή, ακόμη κι αν αυτή η ζωή δεν έρχεται… αρκεί να υπάρχει μέσα μας.

Διαβάζετε νέα ελληνική λογοτεχνία; Θα θέλατε να μου πείτε τις σκέψεις σας για τη νέα γενιά λογοτεχνών;

Όσο μπορώ, διαβάζω. Η νέα γενιά των λογοτεχνών μας καλείται, και τα καταφέρνει περίφημα, να εκφράσει την εποχή μας με τη δική της ματιά και τον δικό της τρόπο. Ως γενιά είναι πολύ πιο καταρτισμένη από τη δική μου γενιά σε ό,τι αφορά την παγκόσμια λογοτεχνία, είναι γλωσσομαθής και πολυταξιδεμένη. Ο κατάλογος θα ήταν μακρύς αν ανέφερα όλους όσοι και όσες ξεχωρίζουν με την αξία τους. Θα περιοριστώ στις αγαπημένες μου Μαρία Φακίνου, Κωνσταντία Σωτηρίου, Έλενα Μαρούτσου, Βασιλική Πέτσα, και στους αγαπημένους μου Δημοσθένη Παπαμάρκο, Λευτέρη Καλοσπύρο, Χρήστο Αστερίου, Ιάκωβο Ανυφαντάκη, Χρίστο Κυθρεώτη.  

Τι φοβάστε και πώς ξορκίζετε τους φόβους σας;

Σε ό,τι με αφορά δεν φοβάμαι την καύση που θα έχω παραγγείλει, αλλά την ανημπόρια των γηρατειών, που την ξορκίζω πότε συμβιβασμένη, πότε αρνούμενη να τη σκέφτομαι…Φοβάμαι όμως την καταστροφή του πλανήτη, φοβάμαι τη φτώχια, την προσφυγιά και το ξερίζωμα των ανθρώπων από τον τόπο τους, φοβάμαι τους πολέμους, την καταπάτηση των παλαιστινιακών εδαφών, φοβάμαι τους άρπαγες, τους μεγαλοεγκληματίες…και κυρίως την αναβίωση του φασισμού.

Γιάννης Καφάτος


mm
About Γιάννης Καφάτος 2204 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*