21/08/2019

Μέρες και νύχτες υπό επιτήρηση #50, το καινούργιο διήγημα του Ανδρέα Πασσά

επιτήρηση #50

Η γυναίκα που στέκονταν στα σκοτάδια της εισόδου, ζήτησε να ανέβω σπίτι της. Δεν υπήρχε τίποτα πονηρό στην πρόσκληση. Ήθελε να σκοτώσω μια μεγάλη ιπτάμενη κατσαρίδα. Αν και τις τρέμω παθολογικά, είπα ναι ή μάλλον έγνεψα και την ακολούθησα σφιγμένος. Οι σκάλες δεν είχαν φως. Η πολυκατοικία χρωστούσε στη ΔΕΗ, είπε. Δεν μπορούσα να καταλάβω την όψη ή την ηλικία της. Η φαντασία μου οργίαζε δοκιμάζοντας διάφορα χαρακτηριστικά στο καλούπι της όπως πήγαινε μπροστά. Το μαλλί της, πυκνό και μαύρο, άφηνε πίσω του ένα βαρύ ίχνος σαμπουάν. 

Όταν φτάσαμε στην πόρτα, στάθηκε αναποφάσιστη.

«Πριν φαινόσουν αρκετά σίγουρη στον τρόπο που ζήτησες να έρθω»

«Το περπάτημα σου. Έδειχνες ακίνδυνος. Τώρα σκέφτομαι ότι ίσως κάνω βλακεία» έσπρωξε το κλειδί στην κλειδαριά και το γύρισε.

Στο μυαλό μου ήχησε το You better run του Junior Kimbrough, αλλά αν γράψω τους στίχους θα με παρεξηγήσεις. Η υπερβολή στην ορθότητα έγινε κατάρα.

Κάθε σπίτι, μαρτυρά ένα ιδιαίτερο κομμάτι γύμνιας των ανθρώπων που το κατοικούν. Μια γύμνια κάτω από το δέρμα. Η δική της, χαοτική. Μπερδεμένες φλέβες, λάθος κολλημένα οστά και νευρώνες πιασμένοι με μονωτική ταινία αντί για συνάψεις.

Γύρισε και αλληλοκοιταχτήκαμε όπως περνούσα το κατώφλι μπαίνοντας στην περιφέρεια της λάμπας του χολ. Δεν ξέρω αν σκέφτηκε « Ωχ γαμώτο, τώρα είναι αργά, την πάτησα» ή « Τι είναι αυτός που κουβάλησα στο σπίτι», αλλά εγώ τη βρήκα νόστιμη με εκείνον τον τρόπο που βρίσκεις νόστιμο ένα ξεχασμένο φρούτο στο κάτω μέρος του ψυγείο όταν ξυπνάς στη μέση της νύχτας, με την πείνα να σου κεντρίζει το στομάχι και δεν έχεις τίποτα άλλο να φας πέρα από χαρτοπετσέτες. Ένιωσα ξαφνικά μια ζεστασιά από τις πυγολαμπίδες στα έντερα και το ίδιο πρέπει να έκανε και εκείνη, γιατί γέλασε ένα στραβό χαμόγελο, αφήνοντας ελάχιστο από τα μπροστινά δόντια έξω, ίσα ίσα για να αναρωτηθώ πως θα αισθάνονταν η γλώσσα μου εκεί. Και θα είχα κάνει το βήμα, γιατί δούλευαν χθόνια κάτι ποτά, αν δεν είχε πεταχτεί η κατσαρίδα.

Κάποιο πολεμικό ένστικτο που αφυπνίσθηκε από το πουθενά, κατανίκησε τη φοβία μου και τη χτύπησα με την ανάποδη του χεριού. Ένα τυχερό χτύπημα τυφλού θάρρους που την έστειλε πρώτα στον τοίχο και μετά στο πάτωμα ανάποδα να παίζει τα φτερά της. Με ένα μεγάλο βήμα την έλιωσα κάτω από τη σόλα. Γαμώτο, θα μπορούσαμε να την κυνηγάμε ώρες. Μέχρι το πρωί που θα έβγαινε ο ήλιος, όταν θα έπεφταν οι νυχτερινοί ρυθμοί της και θα έχανε τον προσανατολισμό και θα ήταν εύκολη λεία. Στο μεταξύ θα είχαμε όλο το χρόνο δικό μας. Να γνωριστούμε και ίσως να την αγγίξω με έναν τρόπο που θα δεν αποτελούσε μοιραίο σφάλμα. Αντίθετα τώρα, έπρεπε να χαμογελάσω και να φύγω. Την παρατηρούσα να σπρώχνει το κουφάρι στο φαράσι και το ρολόι μετρούσε αντίστροφα. Δεν ήξερα ούτε το όνομα της και τα πάντα με έσπρωχναν στη φυγή καθώς κάθε λεπτό που περνούσε, το να στέκομαι ακίνητος στο χολ με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα να χοροπηδάει από εκείνη στα πράγματα της και πάλι πίσω, της προκαλούσε αμηχανία γιατί δεν ήξερε πως να με διώξει ευγενικά τώρα που η κρίση είχε αποσοβηθεί.

Την έβγαλα από τη δύσκολη θέση ψιθυρίζοντας ένα γεια . Ήταν ένα ζαλισμένο γεια, πεινασμένο, που έγινε θρύψαλα σαν κρύσταλλο Swarovski όπως έκανα μεταβολή για το διάδρομο.

Με πρόλαβε στα σκαλιά. «Περίμενε» είπε μπαίνοντας πάλι μέσα για να γυρίσει  με ένα κουτάκι μπίρα και ένα τσιγάρο. Καθίσαμε στις σκιές, με το φως να χύνεται στην πλάτη μας από το διαμέρισμα, πίνοντας σιωπηλά από το κουτί και καπνίζοντας εναλλάξ. Κάποια στιγμή φιληθήκαμε. Χωρίς να έχει ειπωθεί κουβέντα. Δυο άγνωστοι. Ούτε καν ονόματα, μόνο ελάχιστα κομμάτια από το ψηφιδωτό της όψης μας. Τίποτα δηλαδή που να φτιάχνει μια μόνιμη εικόνα.

   Σηκώθηκα μόλις ξεθύμανε το φιλί. Μέχρι εκεί μπόρεσε να πάει με το προσάναμμα που είχαμε στη διάθεση μας. Τη χάιδεψα στο μάγουλο ενώ εκείνη έσυρε την παλάμη της στο μπράτσο μου. Είχα την αίσθηση ότι ακουμπούσε κάποιον άλλον. Μετά δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο η νύχτα, ο ύπνος της πόλης, η βραχύβια ανάμνηση του φίλιου που τα χείλη μου ήδη ξεχνούσαν και το βιβλίο που γράφω.

Ανδρέας Πασσάς

(Συνολικές Επισκέψεις 94, 1 επισκέψεις σήμερα)
Σκουπίδια και άνθρωποι
BLOODY KNEES - REEL, το τραγούδι της Τετάρτης (Video)

mm
About Ανδρέας Πασσάς 52 Articles
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα και στην εφημερίδα Εξαρχειώτης.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*