11/07/2020

Μέρες και νύχτες υπό επιτήρηση # 51, Το καινούργιο Διήγημα του Ανδρέα Πασσά

επιτήρηση # 51

  Ανοιγοκλείνω τα μάτια και κάθε φορά βρίσκομαι αλλού. Είμαι σαν εκείνα τα ελαφριά μπαλάκια που γκελάρουν χωρίς σταματημό από τη μία επιφάνεια στην άλλη και μετά χάνονται στα πιο κουφά σημεία. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι μπερδεμένος στα καλώδια ενώ κάποιος ουρλιάζει στο αυτί μου το χρόνο.

Είμαι κολλημένος στην Κηφισίας και μπροστά μου τρεμοπαίζουν φώτα πορείας με φόντο τα χρώματα του πρωινού. Είμαι σε κάποιο μπαρ και φιλάω ένα κορίτσι ενώ στα ηχεία παίζει το Radar Love. Οι γάτες με κυκλώνουν νιαουρίζοντας. Τρίβονται στα πόδια μου ζητώντας τροφή. Κάποιος τις έχει ξεπαστρέψει και οι δυο κυρίες που τις φροντίζουν, μαζεύουν τα σώματα τους με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα.

I love you baby, φωνάζει κάποια στο αυτί μου αλλά η σφαίρα είναι για άλλον και εγώ απλά στέκομαι στην πορεία της. Baby dont feel so bad, μου βγάζει τη γλώσσα όταν βλέπει τη ζημιά που έχει κάνει. Έπειτα, φωτογραφίζεται με το πόδι της στην κοιλιά μου.

Ανοιγοκλείνω τα μάτια και ανταλλάζω μπουνιές με ένα θηρίο που αντί για πρόσωπο έχει γυμνό κρανίο. Πίσω του καίγεται η Αθήνα. Οι γροθιές μου πέφτουν στο τσιμέντο, τα κότσια αφήνουν τέσσερα κόκκινα ίχνη. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και μέσα από την αιθαλομίχλη και έναν πρασινοκίτρινο ουρανό είμαι στην άλλη άκρη του κόσμου και όλοι γελάνε καλοπροαίρετα μαζί μου. Παιδιά αγγίζουν τα γένια και τα μαλλιά μου. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είναι 7 το πρωί, λίγο πριν φύγω για δουλειά, γράφω ένα μυθιστόρημα που φοβάμαι ότι είναι αρκετά κοντά στην αλήθεια. Μια σκιώδη πραγματικότητα κάτω από το δέρμα μου. Για να φτάσω στην καρδιά του, πρέπει κάθε φορά να σκάψω πιο βαθιά και ότι φέρνω στο φως, βρωμάει σαν βούρκος. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ακούω ένα πίκολο κλαρίνο και μια γεννήτρια που ταλαντώνει μια συχνότητα ενώ γεύομαι ένα στήθος που αφήνει κατάλοιπα τροπικών φρούτων στη γλώσσα μου. Από την πείνα στη νηστεία. Βροχή και αέρας. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο αλλά για κάποιο λόγο που σίγουρα θα μου κάτσει στο λαιμό σαν δύο χιλιοστά χόνδρου γαλοπούλας, χαμογελώ και μένω ξάγρυπνος. Όχι  αγρύπνια της στέρησης, αλλά εκείνη της πλήρωσης. Ένα σπάνιο πράγμα. Δεν πειράζει που βήχω. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και μαζί μια πόρτα που τρίζει. Μέσα στο δωμάτιο ένας μονόκερως.

Αυτό το σπυρί θα γίνει μεγάλο και θα σε σκοτώσει, λέει σαν γιατρός που μόλις έχει τελειώσει με τη γνωμάτευση των σπλάχνων μου. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι χρόνια μπροστά σε μια παραλία. Η άμμος είναι απάτητη και ο αέρας σκορπάει τις κορυφές στις θίνες σφυρίζοντας απαλά. Ο ήλιος είναι χαμένος σε σύννεφα και τα κύματα δύο μέτρα ψηλά. Στα χέρια μου ένα δοχείο με στάχτες. Σε αυτόν τον κόσμο δεν θα περπατήσουμε ποτέ ξανά δίπλα δίπλα. Μόνο τα φαντάσματα μας και οι ονειρικές μας απολήξεις. Μπλε φλέβες και εκρήξεις μπλε χρώματος. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και το μόνο που βλέπω είναι μπλε που διαβρώνεται από αποχρώσεις του μωβ. Λουλούδια με ρίζες στη σήψη. Εδώ γύρω υπάρχει ένας φόνος, δεν έχει σημασία που δεν βλέπεις τα κοράκια.

Συνέχεια σκοντάφτω μωρό μου, κάθε μέρα και νύχτα, συνέχεια ξεγλιστράω μεταξύ σκοταδιού και φωτός, μα ο άνεμος φτιάχνει τη δικιά του μελωδία και το τραγούδι χάνεται, μέχρι που ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι σε μια αίθουσα και όλοι είναι όρθιοι και χειροκροτούν και σκέφτομαι, εμείς είμαστε που χτίσαμε τις Πυραμίδες, πήραμε τα κεφάλια των Βουρβόνων και σκοτώσαμε τους Ρομανώφ. Γιατί γαμώτο νιώθω σαν το Σπάρτακο; Ανοιγοκλείνω τα μάτια και σε βλέπω να πεθαίνεις και αναρωτιέμαι αν εκεί που πας, θα βρεις περισσότερο σκοτάδι από εκείνο μέσα στο οποίο έζησες.  Ανοιγοκλείνω τα μάτια και οι φίλοι μου είναι πάλι παιδιά. Ακούμε Nirvana στην αυλή και πίνουμε μπίρες. Κοιτώντας τις αλστρομέριες στο παρτέρι, σκέφτομαι κάτι που μόνο τώρα πια καταλαβαίνω. Μεγαλώνοντας χάνεις το δέος. Αυτό είναι που μου λείπει περισσότερο από όλα. Το δέος. Και μαζί του, από την τρύπα που άφησε,  ακολούθησαν ύπουλα τόσα άλλα που χάθηκαν και έψαξα μάταια έπειτα στο πάτο του ποτηριού, ανάμεσα σε σκεπάσματα, σε ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, σε όλες τους τις τσέπες αλήθεια, με κίνδυνο να με πιάσουν και να κάνω άσχημο όνομα, σε μυρωδιές, σε ζευγάρια ματιών και οπές, για να ανακαλύψω στο τέλος μόνο ένα κέλυφος και το λεκέ σε μια εσοχή  του που μαρτυρούσε τη συμβιωτική σχέση που είχα κάποτε με το περιτύλιγμα μου. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και είμαι εκεί που πηγαίνω με μαθηματική ακρίβεια ελπίζοντας.

Ανδρέας Πασσάς

(Συνολικές Επισκέψεις 1,254, 1 επισκέψεις σήμερα)
JUSTUS PROFFIT & JAY SOME – INVISIBLE FRIENDS, το τραγούδι της Πέμπτης (Video)
The Brew: Η μετεμψύχωση του Rock των 70s (Video)

mm
About Ανδρέας Πασσάς 55 Articles
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα και στην εφημερίδα Εξαρχειώτης.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*