22/08/2019

Μέρες και νύχτες υπό επιτήρηση # 53, Διήγημα από τον Ανδρέα Πασσά


    Ήταν σαν εκείνο το ποίημα του Ginsberg, «Το Λιοντάρι». Γυρνούσα και έβρισκα ένα λιοντάρι απλωμένο στο καθιστικό. Έγλειφε τις πατούσες του, έδειχνε τα δόντια και όταν δεν κατάστρεφε τα έπιπλα με τα νύχια, ζύγιζε αν άξιζε να με φάει· κι εγώ τότε ένιωθα μικρός, σαν ορεκτικό μπροστά του, μια τόσα δα μπουκιά που δεν θα γέμιζε το στομάχι του, τσάμπα κόπος δηλαδή, μόνο φασαρία και ένα ανεπανόρθωτο χάος στο χαλί από το αίμα και τα κόκκαλα που θα άφηνε γλειμμένα να γυαλίζουν στο απογευματινό φως του Αυγούστου. 

  Έφευγα τότε τρελαμένος, όπως ακριβώς ο Allen στο ποίημα και έπαιρνα τους δρόμους. Δεν ήξερα γιατί. Έτρεχα στους φίλους μου στα μπαρ και τα καφέ και πάνω από την μπίρα μου κλαιγόμουν. «Είναι τόσο πεινασμένο το καημένο. Τα δόντια του είναι έτοιμα να πέσουν, τα ούλα μαύρα και το τρίχωμα  στιλπνό. Αλλά ακόμα και έτσι, αρνείται να με φάει. Με κοιτάει με τα μεγάλα του μάτια και δεν ξέρω τι ακριβώς σκέφτεται να κάνει μαζί μου. Με τρελαίνει. Τη μια φοβάμαι να καταλήξω στα σαγόνια του και αμέσως μετά θέλω να με καταβροχθίσει»

  Ύστερα επέστρεφα πάλι σπίτι μεθυσμένος, σχεδόν ξέφευγα άκομψα από τις συζητήσεις και τα προβλήματα των άλλων μόλις ξεφόρτωνα το θέμα με το λιονταράκι μου και τελείωνα τη χιλιοστή χλιαρή μπίρα, ζαλισμένος όχι από τη μέθη, αλλά την προσμονή, γυρνούσα αθόρυβα το κλειδί στην πόρτα, περιμένοντας μάταια κάθε βράδυ, ότι θα μου χιμούσε όπως θα έστρεφα την πλάτη να κλειδώσω το κλουβί μας. Τα μάτια του, δύο μαύρα κάρβουνα, έλεγαν, «Είσαι φίλος», την ίδια ώρα που η γλώσσα του περνούσε από σμπαραλιασμένους κοπτήρες και κυνόδοντες, μεταφέροντας στο σάλιο της, προσταγές βαθιές από το στομάχι. «Είναι αρκετά περίπλοκο» μονολογούσε.

   Κάποιες φορές πάλι, έβαζα το χέρι μου μπροστά στη μουσούδα του. «Να φάε ρε γαμημένο! Μια δαγκωνιά για να ζήσεις!». Είχε γίνει ακτινογραφία πια, κι ακίνητο στο πάτωμα, νόμιζες ότι ήταν απλά το τομάρι ενός γδαρμένου θηρίου για να ακουμπάς τα πόδια σαν γαμημένος χονδρομαλάκας κυνηγός σε σαφάρι. 

  «Το νοιάζομαι τούτο το λιοντάρι» ομολόγησα στον καθρέπτη του ασανσέρ της εφορίας του Βύρωνα, όπως ανέβαινα για να ρυθμίσω τις οφειλές μου. «Το αγαπώ το αναθεματισμένο και δεν ξέρω πως να το ταίσω». Το χέρι μου κρέμονταν στα πλευρά, 78 εκατοστά άχρηστης σάρκας και ήθελα να το ξεριζώσω και να το πετάξω στα σκουπίδια αφού δεν έκανε ούτε για κολατσιό. Ο δημόσιος υπάλληλος  με κέντρισε, ζητώντας αρκετές φορές να υπογράψω με δαύτο. Οι οφειλές στην εφορία ρυθμίστηκαν. Τα υπόλοιπα πήγαιναν κατά διαόλου ως συνήθως.

   Άρχισα να απελπίζομαι. Θα πέθαινε στο σαλόνι και θα μου έπεφτε ο κλήρος να το μεταφέρω και να το θάψω κάπου στην Πανεπιστημιούπολη, όπως είχα κάνει κάποτε με τη γάτα μιας πρώην που την παράτησε πίσω μαζί με κάτι κιλότες όταν με εγκατάλειψε με τα νεύρα κορδέλες και πέθανε το καημένο από ραγισμένη καρδιά, γιατί μην ακούς τι λένε, ότι οι γάτες είναι επτάψυχες και καλά, μπορούν κάλλιστα να πεθάνουν από έλλειψη αγάπης και οι ζωές τους φεύγουν σαν πέταλα κομμένου τριαντάφυλλου ή σαν κανονάκια σε ηλεκτρονικό παιχνίδι ρυθμισμένο στο δύσκολο επίπεδο.

  Το λιοντάρι μου ονειρεύονταν τη ζούγκλα, τις ανοιχτές εκτάσεις, το ζεστό άνεμο στη ράχη του, την έξαψη του κυνηγιού, ενώ έλιωνε στο σαλόνι, ξεχασμένο, περιφρονημένο, αβοήθητο, μια μεγάλη γάτα με πληγωμένη καρδιά εκτός φυσικού οικοσυστήματος, χωρίς ισορροπία, κάθε μέρα όλο και πιο διάφανο, η ανάσα του μια αχνή μελωδία που έρχονταν από κάπου έξω, εξασθενισμένη από την απόσταση, χαμηλότερη σε ένταση από τα τζιτζίκια και τις μηχανές με τις πειραγμένες εξατμίσεις, σχεδόν σαν το αμυδρό θρόισμα του υφάσματος της κουρτίνας ή το πέταγμα των εντόμων.

  «Άκου δεν πάει άλλο. Αυτός ο αργός θάνατος με μαραζώνει επίσης» ξέσπασα ένα πρωινό. Η ζέστη δεν είχε πιάσει ακόμα και οι πρώτες ώρες της ημέρας κρατούσαν κάτι από την υγρασία της νύχτας ζωηρό ακόμη. Μια αψιά μυρωδιά εκσπερματώσεων και κατακρεουργημένων ονείρων στον πάτο πλαστικών μπουκαλιών μαζί με σώσματα φτηνού κρασιού και σάλιου. Τα κοράκια  πετούσαν σε έναν ανοιχτό κύκλο πάνω από την πολυκατοικία. Μια γριά που άπλωνε ρούχα στην ταράτσα τα έδιωχνε με άναρθρες κραυγές γιατί νόμιζε ότι είχαν έρθει να πάρουν τον παράλυτο άνδρα της. Κάποιος πυροβόλησε στον αέρα και σκόρπισαν προσωρινά. Το καλοκαίρι όλοι τρελαίνονταν στη γειτονιά. Έπρεπε να προσέχεις.

  «Και από τι θα πρότεινες να πεθάνω, αν όχι από παραίτηση;» αποκρίθηκε.

  «Τσάντισε κάποιον και φέρε τον στο σημείο να σου πετάξει ένα πιάνο στο κεφάλι από τον έκτο όροφο. Όχι όμως αυτό. Στο θάνατο σου, βλέπω τη ζωή μου. Ένα άδειο σαλόνι και δεν το αντέχω»

    Έφυγε το ίδιο βράδυ. Εγώ κοιμόμουν παρέα με έναν κιτρινισμένο από τον καιρό Faulkner και εκείνο σκέφτηκε να μου αφήσει ένα αποχαιρετιστήριο σημείωμα γραμμένο σε αγγλικά που υπέθεσα ότι είχε μάθει από κάποιον αποικιοκράτη που ‘χε καταπιεί στη νιότη του.

  «I am going now. All here is doom and gloom. It‘s too complicated»

Ανδρέας Πασσάς

(Συνολικές Επισκέψεις 172, 1 επισκέψεις σήμερα)
SITCOM «DUST 2 DUST», το τραγούδι της Τετάρτης (Video)
LEA PORCELAIN «CLOCK OF TIME», το τραγούδι της Τρίτης (Video)

mm
About Ανδρέας Πασσάς 52 Articles
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα και στην εφημερίδα Εξαρχειώτης.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*