25/02/2020

Μέρες και νύχτες υπο επιτήρηση #56, του Αγίου Βλακεντίνου

#56

Μέρες και νύχτες υπό επιτήρηση # 56

Έρωτας, «Ερωτιάρα» ή «Αγκαλίτσα», έμαθα από τον θείο Μιχάλη που είχε πολεμήσει στην Κορέα, ήταν μια νάρκη με το ακρωνύμιο «L.O.V» που όταν την πατούσες, σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων – όχι αρτιμελών φυσικά γιατί πάντα τους έλειπε ένας όρχις, κάποιο πόδι, μερικά δάκτυλα στα χέρια και κάμποσος νυχτερινός ύπνος- σε τύλιγε ένα ζεστό ωστικό κύμα όμοιο με ατσάλινη αγκαλιά, προτού σε στείλει ένα μέτρο στον αέρα να χάνεις σημαντικά κομμάτια.

Αυτή την απάντηση έδωσε στην ερώτηση μου σχετικά με τη φύση του έρωτα, το μακρινό 88 ενώ με κούρευε με μια σκουριασμένη μηχανή στην αυλή του εξοχικού μας, με τον παππού μου να συμφωνεί παίζοντας τη χαλαρή μασέλα του με τη γλώσσα, την ώρα που έστριβε τσιγάρα για να γεμίσει την ταμπακέρα του. Επιστρέφοντας στην ανάμνηση αυτή, και έχοντας διανύσει τριάντα ένα χρόνια τραχύ δρόμου από τότε, απλωμένος σαν ζυμάρι από τα χτυπήματα και τις σόλες λουρίδες, διακρίνω τον Έρωτα στο καρπό του Μιχάλη, όμοιο με σημάδι από καυτή σάλτα, κόκκινο και αφυδατωμένο, να τον ξύνει βλαστημώντας μια κάποια Μέϊ Λι που έκανε έναν τρυφερό πόλεμο φθοράς πίσω από τις γραμμές του εχθρού για λογαριασμό του Βορρά.

Αργότερα, στην άγρια ζούγκλα του δημοτικού, ανάμεσα σε μαθηματικές πράξεις και οικτρές αποτυχίες στη γυμναστική, έμαθα εκτελώντας ένα αυτοσχέδιο πείραμα συναισθηματικής φυσικής, ότι Έρωτας είναι να κοιτάς ένα ξανθό κορίτσι και να μη του λες κουβέντα για έξι βασανιστικά χρόνια. Μια σπατάλη λέξεων που συνέχισαν να σαπίζουν στο υπόγειο του κεφαλιού μου καθ’ όλη τη διάρκεια της εφηβείας, με τα περαστικά θηράματα να περνάνε χοροπηδώντας από το ρομαντικό σκόπευτρο μου, για να καταλήξουν σε αγκαλιές άλλων.

Μετά, ο Έρωτας ανάβρυσε από παντού. Ήρθε από τη θάλασσα και ήταν ένα θηρίο από άλλη διάσταση, με πολλά δόντια και νύχια και μια όρεξη που δεν γνώριζε από κορεσμό. Πριν, τα είχα μπλέξει με κάτι χαμένα κορμιά αλλά εντάξει τύπους, που υπέφεραν από την ίδια σιωπή. Μαζί στήσαμε τις γυναίκες σε ένα μυθικό βάθρο και χαζεύαμε τα δάκτυλα των ποδιών τους από κάτω, σαν ηλίθιοι, όλο σάλια και θαυμασμό. Εκεί κάπου, σταμάτησαν οι κιθάρες και τα ντραμς. Ο Έρωτας ήταν μια μεσημεριανή σαγήνη. Με έκανε γουρούνι. Πλατσούρισα στην λάσπη του και χάρηκα την τρυφηλότητα του. Παράλληλα, το χρήμα άλλαξε όψη, το έθνος χρύσισε, έβαλε γκολ, τραγούδησε καλά, πολλοί πέρασαν όμορφα, μόστραραν καινούρια δόντια και αμάξια, αλλά εγώ «Όϊνγκ, οϊνγκ». Καλά να πάθω.
Όταν ξύπνησα πάλι στο γνώριμο εαυτό μου, ήμουν σε κάτι έρημες ακτές, ανέραστος και μουδιασμένος. Είχα το βλέμμα ενός μεγάλου ταξιδιού και πινελιές απογοήτευσης στο χρώμα του. Μια γκριζοπράσινη θλίψη. Δεν κράτησε όμως πολύ, γιατί κάτι κυλιόμενες σκάλες με πήγαν σε ένα χρυσό παλάτι και βούτηξα τον ένοικο του. Δίδαγμα! Δεν γίνεται να κλέψεις μια τίγρη από το κλουβί της. Κάπου στην πορεία, παρά το τρίψιμο και το βαθύ «πουρ πουρ», θα σου γραπώσει το λαρύγγι. Έφυγα, γιατί η πρώτη μπουκιά ένα βράδυ, σχεδόν με έκανε δύο τέταρτα αέρα.
Έπειτα ήρθαν κάτι μυστήρια χρόνια. Κάνεις δεν είχε διάθεση για Έρωτα. Όλοι αποζητούσαν αποκλειστικά γρήγορη συγκίνηση. Καθόμουν στα μπαρ του κέντρου και έπινα το ένα ποτήρι μετά το άλλο. Ρουφούσα χημικά και απέφευγα πέτρες. Ο Έρωτας ήταν σαν τα σπίρτα. Άναβα ένα τη φορά και το παρακολουθούσα να καίγεται. Δίπλα μου, πάντα σε ένα κενό σκαμπό, ανώνυμα φαντάσματα έπαιρναν μορφή όσο κρατούσε η φωτιά στο λεπτό ξυλαράκι. Το άφηνα να καεί μέχρι να καψαλίσει το δάκτυλο. Τίποτα. Η πραγματική ερωμένη μου, ήταν ένα κάκτος στο Μεξικό. Όταν τα φαντάσματα έγιναν αρκετά ισχνά για να τα φωτίζουν τα σπίρτα, έμεινα με τον κάκτο μου στο σκοτάδι να ανταλλάζουμε φιλιά. Παρέα φτάσαμε στο σήμερα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που ακόμα ξεδιπλώνεται και δεν επιθυμώ να πλάσω το τέλος της για σένα τώρα.

Κατέληξα λοιπόν, αν και όχι με καρτεσιανή βεβαιότητα, να θεωρώ τον Έρωτα ως μια ανέφικτη επιθυμία. Έρχεται όταν δεν τον περιμένεις με τα βέλη του και τα λικνίσματα του και ξαφνικά παύει ο θάνατος να είναι η οριστική λύση στα προβλήματα σου. Το χάδι του γίνεται μια μπουκιά που θα εξαρθρώσει το σαγόνι σου. Θα σε στείλει σίγουρα στο γιατρό να σκαλίζεις είκοσι χρόνια πίσω σε όλες τις λακκούβες μέχρι να καταλάβεις τι στην ευχή συμβαίνει και κοπανάνε τα αμορτισέρ. Είναι μια νάρκη και όταν την πατήσεις θα βρεθείς με το ένα πόδι στον ουρανό και το άλλο στριμωγμένο στο απόπατο σου. Τέτοιος αναθεματισμένος μπελάς!

Ανδρέας Πασσάς

(Συνολικές Επισκέψεις 143, 1 επισκέψεις σήμερα)
«Το τραγούδι της σάλπιγγας και άλλα διηγήματα» του Wallace Stegner, Βιβλιοκριτική από τον Άγη Αθανασιάδη
THE MAGIC GANG «THINK», το τραγούδι της Παρασκευής (Video)

mm
About Ανδρέας Πασσάς 55 Articles
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα και στην εφημερίδα Εξαρχειώτης.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*