Μιχάλης Μαλανδράκης: Με τον ήρωα μου

Μιχάλης Μαλανδράκης: Με τον ήρωα μου μοιράζομαι πως απωθούμε ό,τι μας φοβίζει

«Δυναμώστε τη μουσική παρακαλώ», το καινούργιο βιβλίο του Μιχάλη Μαλανδράκη (Εκδόσεις Πόλις) ήρθε για να μας δώσε ένα ακόμη δείγμα σύγχρονης γραφής, με δυναμικούς, πραγματικούς χαρακτήρες και μια καταιγιστική, κινηματογραφική πλοκή.

Προσωπικά από τις πρώτες σελίδες πριν καν αρχίσει η ανάγνωση βρήκα ένα οικείο περιβάλλον. Οι ευχαριστίες του συγγραφέα προς τον δημοσιογράφο Χρίστο Καλουντζόγλου (που είναι και ο ίδιος συγγραφέας) μου έφεραν στο νου νυχτερινές βάρδιες στον ΑΝΤ1 που μόλις είχε ανοίξει, βόλτες στο γιουσουρούμ μετά τη βάρδια κλπ. Και μετά η με έναν τρόπο ταύτιση με τον ήρωα. Βρέθηκα κι εγώ στο Σεράγιεβο, χρονικά λίγο μετά την επιστροφή του ήρωα του βιβλίου – δεν έζησα τη βία όπως την περιγράφει έξοχα ο συγγραφέας συνδυάζοντας τη λογοτεχνία με την πραγματικότητα – ως ανταποκριτής του τότε Σκάι, δεν έγινα παρουσιαστής τηλεπαιχνιδών, όπως ο ήρωας του βιβλίου, αλλά «ζούσαμε» στο Παλαιό Φάληρο  – εγώ εξακολουθώ δηλαδή.

Θέλησα να γνωρίσω τον συγγραφέα, πριν καλά καλά φτάσω στη μέση του βιβλίου.
Ο ήρωάς του με κέρδισε, όχι για την «οικειότητα» που σου είπα παραπάνω αλλά γιατί βρήκα σ’ αυτόν όλη την αγωνία κάθε ανθρώπου που θέλει να βρει ποιος πραγματικά είναι μέσα από τους ρόλους που καλείται να παίξει. Και κάθε ρόλος είναι παράλληλα ένα προσωπείο, μια ασπίδα, μια διαφυγή και μια φυλακή, συγχρόνως.
 Ανέφερα παραπάνω για την κινηματογραφική πλοκή του μυθιστορήματος «Δυναμώστε τη μουσική». Αυτό δεν αφαιρεί τις λογοτεχνικές αρετές του βιβλίου που ρέει αβίαστα, με μέτρο και ρυθμό. Δεν αφήνει τον αναγνώστη να πάρει ανάσα, μεταδίδοντάς του την αγωνία του ήρωα για όσα ζει, ακόμη και για αυτά που τελικά δεν θέλει να ζει.

Το βιβλίο θα το απολαύσει όποιος το πιάσει στα χέρια του, είτε είναι μανιώδης είτε περιστασιακός αναγνώστης και σίγουρα είναι μια καλή ιδέα για δώρο, μέρες που έρχονται.
Μέχρι τότε όμως ας πάμε στην κουβέντα με τον συγγραφέα Μιχάλη Μαλανδράκη που μικρός ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής και αργότερα ζαχαροπλάστης και σκηνοθέτης.

Ο «ήρωας» του «Δυναμώστε τη μουσική παρακαλώ» έχει μια, εκτός των άλλων διπλή ταυτότητα, κατ’ επιλογήν. Επιλέγει να αλλάξει το ποιος είναι μέσα από το αντικείμενο της δουλειάς του. Κι έτσι μου γεννήθηκαν οι εξής ερωτήσεις:

Πόσο η δουλειά καθορίζει την ταυτότητα των ανθρώπων;

Νομίζω ο σημαντικός χρονος που καταλαμβάνει μες τη μέρα μας συνεπάγεται το ανάλογο αντίκτυπο στην ταυτότητα μας. Ίσως, ομως, να υπάρχουν και διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα ίσως έχει σημασία αν το άτομο επιθυμεί και διαλέγει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή αν, για λογους βιοπορισμού και ανάγκης, καταπιάνεται με κάτι που δεν θα προτιμούσε σε άλλες συνθήκες. Ο Χάρης συγκαταλέγεται στην πρώτη κατηγορία, έτσι μπορούμε να εξάγουμε πιο εύκολα συμπεράσματα για εκείνον μέσα από το αντικείμενο που διαλέγει.

Πόσοι μπορούν, σήμερα να επιλέξουν δουλειά που να τους δίνει μια ταυτότητα;

Απάντησα παραπάνω χωρίς να δω ότι ακολουθεί αυτή η ερώτηση. Ακριβώς, όπως σωστά το υπονοείτε: λίγοι. Όλο και λιγότεροι.

Είναι οι «ταυτότητες» που έχει ένας άνθρωπος ή αποκτά μέσα στην καθημερινότητά του όπως ένας ρόλος σε ένα σίριαλ. Παίζουμε ρόλους για να βγει η καθημερινότητα τελικά;

Σίγουρα αλλάζουμε πράγματα στην συμπεριφορά μας ανάλογα το περιβάλλον. Άλλοι σε μεγάλο βαθμό, άλλοι σε μικρότερο. Πάντως, και αυτή η μεταστροφή (η προσαρμογή) ανάλογα το περιβάλλον μάρτυρα κάτι για το άτομο.

Εσύ ποιους «ρόλους» / ταυτότητες έχεις παίξει ή  εξακολουθείς να παίζεις στη ζωή σου;

Προσπαθώ συνεχώς να καταλάβω κι εγώ ο ίδιος.

Επιστρέφω στο βιβλίο και στο πολεμικό ρεπορτάζ – την πρώτη ιδιότητα του ήρωά σου –  που περιγράφεις. Πώς έγινε η έρευνα σου για τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία;

Κυρίως μέσα από βιογραφίες και memoirs πολεμικών ανταποκριτών (στη πλειοψηφία τους Αμερικανοί), που βρέθηκαν και κάλυψαν την πολιορκία της πόλης. Υπάρχει τεράστιος όγκος βιβλιογραφίας για το Σαράγεβο. Μου έκανε εντύπωση πως σχεδον όσοι πήγαν για μεγάλο διάστημα, έγραψαν κάτι για αυτό. Είτε βιβλίο είτε άρθρο είτε κράτησαν κάποιο ημερολόγιο. Αυτό νομίζω μαρτυρά την ιδιαιτερότητα αυτου του πολέμου. Ήταν αφενός πολύ πρόσφατος και αφετέρου στην καρδιά της Ευρώπης. Ύστερα, βρήκα ορισμένα ντοκιμαντέρ που ήταν χρήσιμα, αντάλλαξα email με τον δημοσιογράφο Χριστό Καλουντζογλου, ο οποιος μας δίδασκε  τηλεοπτικό ρεπορτάζ στα εργαστήρια δημοσιογραφίας του τμήματος επικοινωνίας, μέσων και πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, και, επίσης, είχε βρεθεί στο Σαράγεβο ως πολεμικός ανταποκριτής. Τον ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια του.
Γενικότερα, χάρηκα πολύ το κομμάτι της έρευνας, το οποίο λόγω διαδικτύου είναι δαιδαλώδες και μπορεί να οδηγήσει σε απρόσμενα μονοπάτια. Για παράδειγμα, επίσης αντάλλαξα email με έναν Γάλλο ντοκιμαντερίστα που βρέθηκε στο Σαράγεβο το 1993 και τυχαία βρήκα το κανάλι του στο YouTube με σπάνιο, αμοντάριστο υλικό από τους δρόμους του Σαράγεβο εκείνη την εποχή. Ύστερα άρθρα, ταινίες, ακόμη και ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν από κατοίκους της πόλης τον καιρό της πολιορκίας.

Μιχάλης Μαλανδράκης: Με τον ήρωα μου

Με δύο πολέμους σε εξέλιξη – Ουκρανία και Γάζα – ως στέλεχος σε μια τηλεόραση – πιστεύεις ότι θα μπορούσε ένα κανάλι να μας δίνει σε 24ωρη ροή τι γίνεται στα δύο μέτωπα  – Θα αντέχαμε ως θεατές ή η συνήθεια θα νικούσε και στους δύο πολέμους που γίνονται μακριά μας και δε θα δίναμε σημασία;

Θα έλεγα πως, πράγματι, η συνήθεια είναι πολύ ισχυρό πράγμα. Ίσως είναι και ένας τρόπος άμυνας, για να αντέχουμε. Προσαρμοζόμαστε, συνηθίζουμε. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι η απόλυτη φρίκη – όπως οι εικόνες τραυματισμένων και νεκρών παιδιών – δε συνηθίζεται και δε γίνεται να μεταβολιστεί, ανεξαρτήτως συχνότητας.

Οι φρίκη που συναντά ο ήρωάς σου και που έχουμε ζήσει ως τηλεθεατές πιστεύεις ότι κάνει κάλο στην ενημέρωση ή χρησιμοποιείται απλώς ως εντυπωσιασμός;

Εξαρτάται το πλαίσιο. Θα έπρεπε να αναφερθούμε σε συγκεκριμένο συμβάν και να μελετήσουμε τον τρόπο, για να αποφανθούμε.

Ν’ αφήσω τον πραγματικό πόλεμο και παραμένοντας στο βιβλίο να περάσω στον «πόλεμο» και τη λογική του ανταγωνισμού στα λαμπερά πρόσωπα της ψυχαγωγίας, τη δεύτερη φάση της ζωής του ήρωά σου. Είχες κάποια πρόσωπα στο μυαλό σου στήνοντας τον χαρακτήρα;

Όχι, αν και προς το τέλος της γραφής, ανακάλυψα ότι 2-3 γνωστοί, παλιοί τηλεπαρουσιαστές είχαν ασχοληθεί με το πολεμικό ρεπορτάζ στην αρχή της καριέρας τους και μάλιστα 2 είχαν βρεθεί και στο Σαράγεβο. Προσωπικά δεν ήξερα τα ονόματα τους, αν και ίσως ήταν γνωστοί την δεκαετία του 90’.

Παρόλα αυτά, παρακολούθησα αρκετά αποσπάσματα παλιών τηλεπαιχνιδιών προηγούμενων δεκαετιών και παρατηρούσα τον τρόπο έκφρασης και κίνησης των παρουσιαστών. Τους μελέτησα, δηλαδή, αλλά δεν είχα συγκεκριμένα ονόματα κατά νου.

Εσύ ως χαρακτήρας πού βρίσκεσαι πιο κοντά στον ήρωα σου, πόσο σε περιέχει;

Μοιραζόμαστε πως απωθούμε ό,τι μας φοβίζει. Προσπαθούμε να το βγάλουμε εκτός κάδρου, χωρίς επιτυχία πάντοτε. Επίσης, νιώθω κάπως κι εγώ αυτόν τον αρχικό, πρότερο ενθουσιασμό με την πάροδο των χρόνων, ενώ συμμερίζομαι και το δικό του προσωπικό όριο στον πόνο.

Μετά από ένα βραβευμένο βιβλίο, το δεύτερό σου  για το οποίο μιλάμε και ένα θεατρικό που θα ανέβει το Μάρτιο τι είναι πιο δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα στην Ελλάδα; Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση;

Όσον αφορά το βιβλίο νομίζω η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να καταφέρει άτομα της γενιάς του, νέους ανθρώπους, να προτιμήσουν το βιβλίο από αλλά μέσα. Είναι δύσκολο. Η εικόνα έχει τα ηνία.

Η δεύτερη πρόκληση είναι να πείσει άτομα όλων των ηλικιών να προτιμήσουν το βιβλίο. Γιατί η εικόνα έχει τα ηνία και σε αυτούς. Πόσους τακτικούς αναγνώστες έχουμε στη χώρα μας;

Όσον αφορά το θέατρο εκεί η πρόκληση είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα νιώθω πως ξέρω ελάχιστα για αυτό το μέσο και η πρόκληση είναι να μάθω περισσότερα – αρκετά περισσότερα.
Είχες σκεφτεί ότι θα γίνεις συγγραφέας; Υπάρχει στη μνήμη σου εκείνη η στιγμή που είπες: θέλω να γράψω ή θέλω να δω το όνομά μου τυπωμένο σε ένα εξώφυλλο;

Όχι, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Μέχρι που η καθηγήτρια σεναρίου μου στη Σχολή Σταυράκου, η Κάλλια η Παπαδάκη, μου πρότεινε να γράψω κάποιο διήγημα και με βοήθησε να το δοκιμάσω. Αλλά μέχρι τότε, όχι, δεν είχα ποτέ τη φιλοδοξία να γίνω συγγραφέας (αν υποθέσουμε ότι έχω γίνει τώρα).

Οι σπουδές στη σκηνοθεσία έχον επηρεάσει τον τρόπο δουλειάς στη συγγραφή; Πώς δουλεύεις το έργο σου;

Μάλλον με έχουν μάθει να σκέφτομαι με εικόνες. Και στο πρώτο βιβλίο και τώρα, από τις λίγες κριτικές που έχω μέχρι στιγμής, οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν το ύφος κινηματογραφικό. Βέβαια, ελπίζω κάποια στιγμή να γράψω κάτι που δεν θα είναι «κινηματογραφικό», αλλά αμιγώς «λογοτεχνικό».

Μιχάλης Μαλανδράκης: Με τον ήρωα μου

Εργάζεσαι στο τμήμα μυθοπλασίας στην ΕΡΤ, και είσαι στην ομάδα που ασχολείται με δύο σίριαλ. Περίγραψέ μας… το job description  και μια μέρα σου στη δουλειά.

Συνεργάζομαι με δύο σίριαλ (ένα καθημερινό, ένα δις την εβδομάδα). Ουσιαστικά είσαι ο πρώτος αναγνώστης σεναρίων, εκ μέρους του καναλιού, και ο τελευταίος θεατής του επεισοδίου. Επιμέλεια, έλεγχος, φροντίδα. Όλα αυτά σε συνεργασία με τους σεναριογράφους και την εταιρεία παραγωγής.

Έβλεπες τηλεόραση, σίριαλ, ποιο ήταν το αγαπημένο σου πριν σκεφτείς κάποτε θα δουλέψεις στη μυθοπλασία;

Έβλεπα αρκετά σπάνια, τώρα προσπαθώ να παρακολουθώ περισσότερα.  Αγαπημένο ίσως να έλεγα «Τα Στέκια», την σειρά του Νίκου Τριανταφυλλίδη

Τι δουλειά ήθελες να κάνει όταν ήσουν μικρός;

Κάποτε ποδοσφαιριστής, όπως όλοι. Και να έπαιζα μόνο στον Παναθηναϊκό ή στην Νάπολη. Μετά έλεγα ζαχαροπλάστης. Αργότερα σκηνοθέτης. Τώρα θα έλεγα πως όνειρό μου είναι να πληρώνω το ενοίκιο στην ώρα μου και να αποταμιεύω 100 ευρώ το μήνα.

Στη συνέντευξή σου στον M.Hulot -Lifo είχες πει ότι στράβωνες με τα πολλά ταξίδια αναψυχής που κάνατε με την οικογένειά σου λόγω του γραφείου ταξιδιών που είχαν οι γονείς. Σήμερα … ταξιδεύεις ή παραμένεις «στραβωμένος».

Ναι, και απορώ με την υπομονή τους μαζί μου. Όχι, σήμερα δεν παραμένω στραβωμένος. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πόσο τυχερός είμαι που έχω αυτούς τους γονείς και που είχαμε την δυνατότητα να κάνουμε κάποια ταξίδια μαζί.

Από τα Χανιά στην Αθήνα. Τι σε δυσκόλεψε ή σε δυσκολεύει ακόμη στη μετάβαση αυτή και τι σου δίνει μια αίσθηση ελευθερίας;

Όταν είχα πρωτοέλθει ένιωθα ακριβώς το αίσθημα ελευθερίας που περιγράφεις. Θυμάμαι να περπατάω την Λεωφόρο Συγγρού, την Πανεπιστημίου – μεγάλους δρόμους της Αθήνας – και να νιώθω σαν να βρίσκομαι στο κέντρο του κόσμου. Είναι το καινούργιο και το διαφορετικό που θαυμάζει. Μου άρεσε που έμπαινα στο τραμ και δεν ήξερα κανέναν.

Αν σου λέγανε σε μια συνέντευξη για δουλειά αντί βιογραφικού θέλουμε πέντε βιβλία, πέντε σίριαλ και πέντε μουσικές που σε περιγράφουν ποια θα ήταν ;

Θα τους έλεγα μπράβο σας, πολύ ωραία συνέντευξη. Μετά θα έλεγα από βιβλία: Όλοι θέλουν να χορεύουν (Α. Γκαρλίνι, εκδόσεις Πόλις), Διασχίζοντας τον Παράδεισο (Σαμ Σέπαρντ, Καστανιώτης), Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε (Ρ.Μ Ρίλκε, Κίχλη) , Μαρία Νεφέλη (Ο. Ελύτης, Ίκαρος) και ο Υπέροχος Γκάτσμπι (Φ.Σ. Φιτζέρλαντ, Άγρα), από σειρές και ταινίες πρώτο και κύριο το La Grande Bellezza, ύστεραHand of God, Απόντες, Il Conformista καιFive Easy Pieces. Από μουσικές το Πάντα Γελαστοίσε επανάληψη, μέχρι να παίξει πέντε φορές.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου και πώς τον αντιμετωπίζεις;
Η ασθένεια. Η σκέψη ότι αναπόφευκτα το μέλλον θα φέρει και κάποια άσχημα πράγματα είτε για μένα, είτε για τους κοντινούς μου. Προσπαθώ αρκετά να το αποδεχθώ, αλλά δυσκολεύομαι. Δε ξέρω πώς τα καταφέρνουν οι υπόλοιποι γύρω μου με αυτό.

Γιάννης Καφάτος

Σχόλια

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top