28/03/2024

Νίκος Βατόπουλος: Με ενδιαφέρει το ίχνος του ανθρώπου στο άστυ

Νίκος Βατόπουλος

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο «Μικροί Δρόμοι της Αθήνας» του Νίκου Βατόπουλου έχω την αίσθηση ότι περπατάω σε γειτονιές και γωνίες της πόλης όχι με την τουριστική διάθεση κατανάλωσης εικόνων αλλά με την «ευλάβεια» ενός κατοίκου αυτής της πόλης.

Τα παλιά, τα καινούργια, τα ξεχασμένα κτίρια της πόλης «μιλάνε» αρκεί να έχει κανείς το χρόνο και τη διάθεση να «ακούσει» τις ιστορίες τους.
Ο ήχος της πόλης είναι παρών αρκεί, όπως ο συγγραφέας, να έχει κανείς τις αισθήσεις του σε εγρήγορση, και να σέβεται την πόλη που τον φιλοξενεί.
Έχουν προηγηθεί εκατομμύρια και θα ακολουθήσουν άλλα τόσα, και η πόλη έχει διάθεση να μας μεταλαμπαδεύσει τη ζωή της. Είπαμε, αρκεί να είμαστε ανοιχτοί, λιγότερο βιαστικοί και να έχουμε τόλμη και διάθεση να σκαλίζουμε τη μνήμη.

Οι «Μικροί δρόμοι της Αθήνας» (εκδόσεις Μεταίχμιο) στάθηκε η αφορμή να γνωρίσω τον αρθρογράφο και συγγραφέα Νίκο Βατόπουλο και να σας παρουσιάσω τον άνθρωπο που του αρέσει να περιδιαβαίνει την πόλη, την Αθήνα και τις γειτονιές της και να μας μεταφέρει τον παλμό της.

Η πιο κλισέ ατάκα της επικαιρότητας στον καιρό της κρίσης ήταν “στις λεπτομέρειες κρύβεται ο διάβολος”. Στους μικρούς δρόμους της μεγάλης Αθήνας τι κρύβεται;

Στους μικρούς δρόμους της Αθήνας συναντώ πάντα κάτι που θα με εκπλήξει. Αλλά, ας πω, ότι ξεκινώ με σκοπό να βρω ένα στοιχείο αιφνιδιασμού, μία διάσταση έξω από τη στερεότυπη ανάγνωση της πόλης. Αυτό μπορεί να είναι ένα άδειο οικόπεδο, που έχει προέλθει από κατεδάφιση παλιού σπιτιού, και έχει γεμίσει με αγριόχορτα ενώ στα ξέφτια του παλιού σπιτιού μπορεί κανείς να δει χρωματιστούς τοίχους και τα ράφια από μια ντουλάπα. Μπορεί, ακόμη, αυτό το οικόπεδο να έχει ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, ένα Fiat της δεκαετίας του ’80 ή μια Mercedes της δεκαετίας του ’60. Μπορεί σε αυτές τις περιηγήσεις να παρατηρήσω μια μεγάλη συκιά ή μια χαρουπιά, που να τη θεωρήσω σημαντικό κομμάτι του αστικού τοπίου, ή να εντοπίσω απλώς το εσωτερικού ενός σπιτιού από το σπασμένο τζάμι της εξώθυρας.

Τι είναι αυτό που σε τραβάει για να αποτυπώσεις ένα παλιό κτίριο;

Περισσότερο από τη μορφολογία του, την όψη του, δηλαδή, με τραβάει η αύρα του, η πατίνα, εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, συχνά χαμηλόφωνα και για πολλούς επουσιώδη, που το κάνουν να ξεχωρίζει, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Ένα παλιό κτίριο έχει εγγενή αφηγηματική ικανότητα. Αυτήν προσπαθώ να εντοπίσω. Μπορεί να είναι ένα απλό σπίτι κατοικίας, μια τριπλοκατοικία, μια αποθήκη, ένα κλειστό μαγαζί, ένα χάλασμα ή ένα αρχοντικό.

Τα καινούργια κτίρια θα έχουν κάτι αντίστοιχο να τραβήξει το μάτι του περιπατητή στην Αθήνα του μέλλοντος;

Σαφώς. Το βλέμμα αλλάζει και αποκτά μνήμη και ευρυχωρία. Αυτό που ελκύει το βλέμμα δεν είναι μόνο η αισθητική ή η ιστορική αξία αλλά και το σώμα των αναμνήσεων, η συναισθηματική επένδυση κα η δυνατότητα ανάσυρσης συνειρμών.  Παλαιότερα, δεν με συγκινούσαν π.χ., ιδιαίτερα, τα κτίρια μετά το 1960 αλλά με την πάροδο των ετών απέκτησαν και αυτά πατίνα και εντάχθηκαν στη μυθολογία της πόλης. Όσο λιγοστεύουν οι μάρτυρες με ζώσα μνήμη από την εποχή που χτίστηκαν τα κτίρια, τόσο ενισχύεται ο μύθος τους.

Μας έλεγες στην παρουσίαση του βιβλίου σου ότι η πόλη όταν αλλάζει, εκτός από αυτά που βλέπει το μάτι, έχει το δικό της ήχο. Σήμερα τι ήχο διαδίδει η πόλη; Είναι ήχος αλλαγής, ή κάποιας αναμονής;

Η πόλη σήμερα παράγει πολλούς ήχους, ίσως πιο δυνατούς από παλιά, αλλά κάθε εποχή είχε τον ήχο της. Τον 19ο αιώνα ας πούμε υπήρχε ο καλπασμός των αλόγων που έσερναν τις άμαξες, υπήρχαν κοκόρια σε αυλές και ταράτσες, υπήρχαν οι φωνές των μικροπωλητών και πραματευτάδων. Σήμερα, ακούμε πολλά ringtones, τις φωνές όσων συνομιλούν δυνατά στο κινητό τους σε δημόσιο χώρο, έχουμε φρεναρίσματα, κομπρεσέρ, τον ήχο του συρμού στο μετρό και τόσα άλλα. Θα έλεγα ότι είναι ο ήχος μιας διαρκούς μεταβολής σε έναν αέναο κύκλο. Όπως είναι η ζωή.

Τι σκέφτεσαι όταν βλέπεις αυτά, που κάποιοι λένε σκωπτικά «γκρέμια», τα χαλάσματα στο κέντρο και τις γειτονιές της Αθήνας;

Με συγκινούν. Πάντα πλησιάζω ένα αστικό ερείπιο όπως πλησιάζει κάποιος ένα ζώο που κοιμάται. Με αργά βήματα. Μπαίνω στην αύρα των χαλασμάτων και παρατηρώ τις στρώσεις της τοιχοποιΐας τους, τη «σάρκα» τους, τις πέτρες, τα τούβλα, τον σοβά. Σαφώς, σκέφτομαι τις μέρες που τα σπίτια αυτά ζούσαν και φιλοξενούσαν μια καθημερινότητα που με δυσκολία μπορούμε να αναπαραστήσουμε σήμερα στη φαντασία μας.

Πιστεύεις ότι η ευκολία του κινητού, που κάνει τους πάντες “φωτογράφους” μπορεί να διασώσει κομμάτια της πόλης που χάνεται;

Τα τελευταία χρόνια έχουν ληφθεί περισσότερες φωτογραφίες παρά ποτέ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουμε βελτίωση της ποιότητας. Ελάχιστο υλικό από όσο υπάρχει σήμερα σε κινητά και  υπολογιστές θα παραδοθεί στις μελλοντικές γενιές ως αρχειακό υλικό ή ως υλικό τεκμηρίωσης. Το ζήτημα είναι σύνθετο. Σαφώς, βέβαια, επειδή φωτογραφίζονται σχεδόν τα πάντα, όσες φωτογραφίες ερασιτεχνών και ευκαιριακών φωτογράφων διασωθούν θα αποτελούν τεκμήριο. Υπάρχει και μια κατηγορία ερασιτεχνών και επαγγελματιών (τους βλέπω στο Instagram) που έχουν δώσει εξαιρετικά ωραίες και πολύτιμες εικόνες της Αθήνας. Ελπίζω να οργανώσουν το αρχείο τους με τη σκέψη στο μέλλον.

Νίκος Βατόπουλος
Η παρουσιάση του βιβλίου “Μικροί Δρόμοι της Αθήνας” στο Booktalks ήταν μια πολύ ωραία βραδιά, σαν μια βόλτα με φίλους στην πόλη. Και φυσικά αφορμή να γνωρίσουμε τον Νίκο Βατόπουλο

Αν και στις φωτογραφίες σου λείπουν οι άνθρωποι, εγώ τουλάχιστον δεν θα τις έλεγα νεκρές φύσεις. Διαβάζοντας τις ιστορίες σου, διέκρινα σωστά ότι ο κάτοικοι της πόλης σε ενδιαφέρουν εξίσου με το περιβάλλον τους;

Ναι, με ενδιαφέρουν εξ ίσου. Θα έλεγα ότι η ανθρωπολογική προσέγγιση της Αθήνας προέχει στο βλέμμα μου έναντι της αυστηρά αρχιτεκτονικής. Με ενδιαφέρει το ίχνος του ανθρώπου στο άστυ. Με κάθε μορφή. Γι’ αυτό με ενδιαφέρουν τόσο τα σημαντικά, από αρχιτεκτονικής απόψεως, κτίρια όσο και τα «κοινά» σπίτια της λεγόμενης ανώνυμης αρχιτεκτονικής. Περιηγούμαι την πόλη επιδιώκοντας την κατανόηση της εξέλιξής της. Κυκλοφορώ με πολλά ερωτήματα στο νου, οπότε σε αυτήν την αναζήτηση η δραστηριότητα του ανθρώπου, οι ζωές που πέρασαν, οι άνθρωποι που δούλεψαν και χάρηκαν σε αυτήν την πόλη, είναι ψηλά στις προτεραιότητές μου. Φωτογραφίζω τα σπίτια ως κελύφη ζωής.

Ποια είναι μυρωδιά της Αθήνας; 

Μεταφορικά, μιλώντας, η μυρωδιά της Αθήνας είναι αυτή μιας τυπικής μεσογειακής μεγαλούπολης. Κυριολεκτικά, έχει πολύ καυσαέριο και λίγα λουλούδια, αλλά η αυτή η απουσία αντισταθμίζεται από το ακαταμάχητο άρωμα της νεραντζιάς όταν ανθίζει την άνοιξη. Αυτό το μεθυστικό άρωμα θα μπορούσε να είναι το διαβατήριο της Αθήνας, το αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό της εαρινής ανθοφορίας, να σχετίζεται με το Πάσχα αλλά και με τον τουρισμό. Με αυτήν την αφορμή, θα ήθελα να πω ότι υπάρχει τεράστιο περιθώριο ανάπτυξης δημοσίων και ιδιωτικών κήπων στην Αθήνα, έστω και σε πολύ μικρές εκτάσεις, με φύτευση φυτών που σχετίζονται με το κλίμα και την ιστορία της Αττικής και που θα αρωματίζουν και τον αέρα όλον τον χρόνο.

Ποια βόλτα στην Αθήνα, ποια περιοχή δε θα άλλαζες για τίποτα στον κόσμο;

Αναρίθμητες. Θα αναφέρω μια διαδρομή που ενώ είναι στο κέντρο δεν έχει κτίρια. Οι αρχαίοι, ιστορικοί λόφοι της Αθήνας, το γλυπτικό της ανάγλυφο.  Από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ανεβαίνω τον λόφο του Φιλοπάππου, τον λόφο των Μουσών, δηλαδή, σταματάω στον Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη, ακολουθώντας το όραμα του Δημήτρη Πικιώνη, και ανεβαίνω ως την κορυφή όπου βρίσκεται και το μνημείο του Φιλοπάππου. Εκεί, απολαμβάνει κανείς τη θέα όλης της πόλης, προς τον Λυκαβηττό και τα βόρεια αλλά και προς τον Πειραιά και την Αίγινα.
Επιστρέφω από άλλο μονοπάτι και περνάω στον λόφο της Πνύκας, κάνοντας μια στάση να δω την αρχαίο οδό Κοίλης. Από την Πνύκα, έχοντας απολαύσει μια μοναδική θέα της Ακρόπολης και όλης της Αθήνας, βγαίνω στον Λόφο των Νυμφών και στο Αστεροσκοπείο που είχε σχεδιάσει ο Θεόφιλος Χάνσεν. Από εκεί, κατεβαίνω στο Θησείο.
Περνάω την πλατεία της Αγίας Μαρίνας και βγαίνω στην Αποστόλου Παύλου.
Αριστερά, θα πήγαινα για βόλτα και χάζι στα παλαιοπωλεία. Δεξιά, θα πήγαινα προς το Μουσείο της Ακρόπολης και για ένα καφέ προς το Κουκάκι.

Αν μπορούσες να άλλαζες κάτι εσύ στην Αθήνα, τι θα έκανες;

Θα άλλαζα τις ταράτσες. Αδικούν την Αθήνα. Έχουμε εκατοντάδες χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα σκληρού υλικού και ανεκμετάλλευτης επιφάνειας. Σκέφτομαι τη θέα της πόλης με στέγες ή κήπους στη θέση των ταρατσών. Θα είχαμε μια άλλη Αθήνα. Επίσης, θα επιδρούσε πολύ στη βελτίωση του κλίματος και αισθητικά θα βελτιωνόταν πολύ η  θέα της πόλης από ψηλά.

Η μνήμη της πόλης, σε τι συνίσταται;

Στο άθροισμα των ξεχασμένων ιστοριών. Στο ίχνος των ανθρώπων που αφέθηκαν στη λήθη. Αυτός ο απόηχος αποκτά μορφή στις προσόψεις των σπιτιών, στις αυλές, στους ακάλυπτους, στις εισόδους των πολυκατοικιών, στους ανεπαίσθητους κραδασμούς της πόλης. Υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι όλη αυτήν την άυλη κληρονομιά, που είναι η μνήμη, είναι μια κοινή παρακαταθήκη που διαμορφώνει και ορίζει την ατμόσφαιρα των πόλεων. Είναι δύσκολο να το περιγράψει κανείς, αλλά όλοι το νιώθουν. Αυτό είναι η μνήμη.

Έχεις φοβηθεί σε κάποια από τις βόλτες σου στην πόλη; 

Έχω περπατήσει σε πολλές συνοικίες και περιοχές που θεωρούνται άβολες ή επικίνδυνες, αλλά δεν έχω αισθανθεί ποτέ απειλή. Επιστρατεύω φυσικά την κοινή λογική και δεν προκαλώ την τύχη μου. Αλλά, πιστεύω ότι παρότι έχουν υπάρξει κρούσματα βίας, γενικά δεν υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος στην Αθήνα, τουλάχιστον όχι μεγαλύτερος από άλλες μεγαλουπόλεις. Στην Αχαρνών, π.χ., όπου έχω πάει πολλές φορές, νιώθω πολύ άνετα. Δεν θα περπατούσα στις 2 το πρωί, αλλά αυτό πιστεύω εξυπακούεται. Μία φορά ένιωσα αμήχανα και εξεπλάγην. Ήταν στους δρόμους πίσω από το Εθνικό Θέατρο. Αλλά μπορεί να ήταν και μια δική μου αυθυποβολή. Γενικά, πρέπει να περπατάμε στην πόλη. Να την έχουμε μέσα στην ζωή μας. Να μην κρυβόμαστε από τη δημόσια καθημερινότητα.

Η πόλη, τι έχει να “φοβάται” από εμάς, τους χρήστες της;

Ο χειρότερος εχθρός της πόλης είναι η αδιαφορία, η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη ζωή πέραν του δικού μας κύκλου καθημερινών δραστηριοτήτων. Η ιδιώτευση – αν γενικευθεί – είναι η μεγαλύτερη απειλή. Οι πόλεις αφυδατώνονται και γεμίζουν με αντικοινωνική δραστηριότητα όταν έχουν αδιάφορους και αλαζόνες κατοίκους. Πιστεύω στις πόλεις που είναι σαν θεατρικές σκηνές, με πολλούς ρόλους, πολλά αναπάντεχα, πολλές αυλαίες. Η ζωή έχει χυμούς.

Γιάννης Καφάτος


mm
About Γιάννης Καφάτος 2242 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

1 Trackbacks & Pingbacks

  1. "Μικροί Δρόμοι της Αθήνας" - Νίκος Βατόπουλος | fragilemag.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*