08/03/2021

Ο Στράτος Διονυσίου, ο Μαύρος ο Θεός κι εγώ, ο άνθρωπος των Γάτων μου

Ο Στράτος Διονυσίου, ο Μαύρος ο Θεός κι εγώ, ο άνθρωπος των Γάτων μου

Ζούμε στο μικρό σπίτι στον Κεραμεικό δύο γατούληδες κι εγώ: Ο ένας είναι λαϊκός βάρδος, ο άλλος είναι ποδοσφαιρικός θρύλος, ο Μεγάλος Μάγιστρος της ΑΕΚ κι η τρίτη είμαι εγώ- ο άνθρωπός τους.

Ο Στράτος Διονυσίου είναι πορτοκαλής κεραμιδόγατος, με όμορφο μουσούδι. Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά: Θα είμαι ειλικρινής. Είχα πει ότι θα τον πάρω, μετά άλλαξα γνώμη, αλλά ντράπηκα να πω όχι. Ε, και τον πήρα. 15 ημερών πλασματάκι, η μάνα του πήγε από φόλα αμέσως μόλις τον γέννησε. Με ξυπνούσε ο σιχαμένος κάθε δύο ώρες μέσα στη νύχτα για να τον ταΐσω με το μπιμπερό. Μετά να κοιμάται στον λαιμό μου, ή στον ώμο κι εγώ ακούνητη όλη νύχτα, από φόβο μην τον πατήσω. Τα αυτάκια του ήταν ακόμα πεσμένα, τα ματάκια του μόλις είχαν ανοίξει. Απαράδεκτο πλάσμα, όλο γκρίνια. Δεν τον συμπαθούσα. Αλλά σηκωνόμουν κάθε δύο ώρες να τον ταΐσω. Ήταν ο γάτος μου.
 
Ο Στράτος Διονυσίου πήρε το όνομά του στο σπίτι της κολλητής μου, όπου πήγαμε αμέσως μετά την γατοθεσία, με το καλαθάκι του, τυλιγμένος σε ένα τσίτι. Τον βάλαμε στη μέση του σαλονιού, κουνούσαμε τα χέρια μας, τα βραχιόλια έκαναν ντρινγκι-ντρίνγκι, το μωρό χάζευε κι εμείς τραγουδούσαμε "Νομίζεις πως χωρίσαμε νομίζεις". Να'το το όνομα.
 
Έχει πιει το γάλα του σε όλες τις μπάρες του Κεραμεικού.Έχει δει μέσα από το ψάθινο καλαθάκι του όλη την Αθήνα- και λίγο από Γιάννενα. Πότε τον αγάπησα; Όταν άρχισε να βγάζει τα γερά του δόντια, μου ορμούσε και με δάγκωνε, τα χέρια μου είχαν γεμίσει γρατσουνιές. Μέχρι που κάποια στιγμή όρμηξε και μου άρπαξε τη μύτη, 6 η ώρα το πρωί. Πεινούσε. Σηκώθηκα, Τον τάισα. Κοιμήθηκε πάνω στη μούρη μου.
 
Τώρα είναι 1,5. Χαριτωμένο γατί, ντελικάτο. Του αρέσει το ζαμπόν -κομματάκια κομματάκια και στο στόμα. Μελωδικό νιαούρισμα (ακόμα μας θυμάται ο κτηνίατρος). Ακόμα κοιμάται πάνω μου.
 
Η ζωή μας κυλούσε ήρεμα, αυτό κυνηγούσε καμιά μύγα, εγώ του μαγείρευα κοτόπουλο, καλά ήμασταν. Μέχρι που ένα πρωινό Απριλιάτικο βλέπω τη φωτογραφία ενός τσιμπλιασμένου, μαύρου, χνουδωτού πλάσματος, σα νυχτερίδα με ουρά, σαν κάτι. Και ερωτεύομαι. Ερωτεύτηκα. Πήγα την ίδια μέρα να τον πάρω. Αλλά όταν τον είδα, με έπιασε η ψυχή μου: Άγριος, ξεψυχισμένος, γεμάτος ψύλλους. Δεν είχε φωνή. Τον είχαν πετάξει στις ράγες του ηλεκτρικού στον Πειραιά κι από τα ουρλιαχτά είχαν καταστραφεί οι φωνητικές του χορδές.
Ο Στράτος Διονυσίου, ο Μαύρος ο Θεός κι εγώ, ο άνθρωπος των Γάτων μου
 
Τον πήρα μόνο και μόνο για να πεθάνει κάπου ήσυχα, με φροντίδα. Τον τύλιξα στο λευκό μου κασκόλ. Τον έβαλα στο καλαθάκι του Στράτου Διονυσίου και γυρίσαμε στο μικρό σπίτι στον Κεραμεικό.
Έχετε βγάλει ψύλλους από μαύρο γατί μες στη μαύρη νύχτα; Αν όχι, δεν ξέρετε τι θα πει ζωή. Έχετε ξυπνήσει με το ξυπνητήρι να καθαρίζετε μολυσμένα γατίσια μάτια; Από ένα εξαγριωμένο, καχύποπτο θηριάκι, που σας γδέρνει το δέρμα; Που είναι επί δύο βδομάδες κρυμμένο κάτω από τον καναπέ και αρνείται να βγει να φάει; Που βλέπετε τα σκουλήκια να βγαίνουν κι αυτό το τέρας δεν κάθεται να πάρει χάπι;
Αλλά δεν πέθανε. Κι ήμουν σίγουρη ότι τον έσωσα εγώ, μέχρι που τους είδα να κοιμούνται -ενήλικες γάταροι πλέον- αγκαλιά, όπως την πρώτη μέρα που μπήκαμε στο σπίτι με τον Χούλιγκαν, το Μαύρο τον Θεό. Ο Στράτος Διονυσίου, αυτό το καταπληκτικό πλάσμα, πήρε το μωρό υπό την προστασία του: Τον καθάριζε, τον οδηγούσε στο φαγητό, τον κοίμιζε στην κοιλιά του.
Ο Στράτος Διονυσίου, ο Μαύρος ο Θεός κι εγώ, ο άνθρωπος των Γάτων μου
Και σιγά σιγά ο Μαύρος ο Θεός αναθάρρησε. Και άρχισε να μεγαλώνει. Και να παχαίνει. Και κάποια στιγμή, μετά από 5 μήνες στο ίδιο σπίτι, μετά από χιλιάδες προσπάθειές μου να με αγαπήσει λιγάκι, ​καταδέχτηκε να με αφήσει να του χαϊδέψω λίγο τη μουσούδα. Μετά ανέβηκε στο γόνατό μου. Μετά μπήκε στο πιάτο μου. Μετά κοιμήθηκε στον ώμο μου. Πλέον, σκαρφαλώνει πάνω μου όσο κοιμάμαι, μου νιαουρίζει στο αυτί (γιατί επανήλθε κι η φωνή μας, βεβαίως, λίγο βραχνή, αλλά είναι φωνή χούλιγκαν).
Ο Στράτος Διονυσίου, ο Μαύρος ο Θεός κι εγώ, ο άνθρωπος των Γάτων μου
Ρίχνει κουτουλιές στον Στράτο Διονυσίου όποτε τον χαϊδεύω, είναι κτητικός, είναι ζηλιάρης, έχει μάθει να ανοίγει το ψυγείο και να αρπάζει ό,τι βρει μέσα, κυνηγάει μύγες, άμα βαριέται στέκεται στη μέση του σαλονιού κι ουρλιάζει.

Αλλά κοιμούνται ακόμα αγκαλιά, στα γόνατά μου ή στην κοιλιά μου, μερικές φορές με τις πατούσες τους στη μούρη μου. Μου έχουν σπάσει όλα μου τα ποτήρια, μερικά πιάτα, ένα πορτατίφ. Έχουν κατουρήσει στα παπούτσια μου. Έχουν σκίσει σεντόνια. Έχουν σκαλίσει όλα τα έπιπλα. Αλλά άμα λείπω πολλές ώρες από το σπίτι, μου δίνουν γατοφιλιά -ξέρετε πώς γίνονται; Όταν κολλάνε τη μύτη τους στη δική σου- και γουργουρίζουν και μάλλον με μεταμορφώνουν σε γάτα, γιατί γουργουρίζω κι εγώ μαζί τους.

Ο Στράτος Διονυσίου, ο Μαύρος ο Θεός κι εγώ, ο άνθρωπος των Γάτων μου

Κι αυτά, που λέτε, στο μικρό σπίτι στον Κεραμεικό. Είμαστε χαρούμενοι.

Όλγα Στέφου
(Συνολικές Επισκέψεις 458, 1 επισκέψεις σήμερα)
Δημήτρης Σαμόλης: Το πιο πυκνό σκοτάδι υπάρχει πάντα λίγο πριν ξημερώσει
DREAM WIFE -SOMEBODY, Το τραγούδι της Τετάρτης (Video)

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*