18/10/2019

«Οδηγός φόνων», μια συνέντευξη με τον συγγραφέα Αντώνη Γκόλτσο


Ο «Οδηγός φόνων» του Αντώνη Γκόλτσου (Εκδόσεις Μεταίχμιο) διαθέτει όλες τις αρετές ενός αστικού νουάρ αλλά και ενός ψυχολογικού θρίλερ που κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση ως την τελευταία του σελίδα.

Πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν είχε κυκλοφορήσει «Η Αφιέρωση» είχαμε κάνει μια συζήτηση για το βιβλίο του και την αστυνομική λογοτεχνία μετά μουσικής στο στούντιο του trollradio.gr και από την επαφή μας μου έμεινε η ευγένεια, η οξύνοια και η αγάπη του για τα βιβλία και τη μουσική.

Με αφορμή το καινούργιο του μυθιστόρημα κάναμε μια virtual συζήτηση για τις δικές μου απορίες που σημείωσα όταν τέλειωσα το βιβλίο του.

Στον «Οδηγό φόνων» ο συγγραφέας – βασικός ήρωας ψυχολογικά εξαντλημένος, παραιτημένος και ετοιμόρροπος από τις αποκαλύψεις με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος στο πρώτο βιβλίο, βρίσκεται να παίζει έναν φρικαλέο ρόλο: τον ινστρούχτορα του δολοφόνου.
Κι ενώ όλα αρχίζουν ως ένα μοναχικό παιχνίδι συγγραφής, ο κατά συρροήν δολοφόνος, οι (αστυνομικές) αρχές και εν τέλει οι «αρχές του» αναγκάζουν τον Αλκιβιάδη Πικρό να παίξει ένα φονικό παιχνίδι ως το τέλος.
Το σπιράλ θανάτου που επιλέγει – μη μπορώντας να κάνει αλλιώς ο Πικρός – να εμπλακεί είναι ένας λεπτεπίλεπτος ιστός που με τις λέξεις και τις παράλληλες ιστορίες που έχει στήσει ο Γκόλτσος κανένας αναγνώστης δεν μπορεί να ξεφύγει! Και στο τέλος, ο αναγνώστης, βγαίνει κερδισμένος!

Είπα «δολοφόνος» αλλά μην το δέσετε! Άλλωστε μιλάμε για ένα βιβλίο γεμάτο διανοητικούς δαιδάλους, ανατροπές και  δράση μέσα στην ίδια τη… δράση του βιβλίου.

Μην περιμένετε όμως περισσότερα από εμένα γιατί δεν θέλω να χαλάσω την ατμόσφαιρα και τις εκπλήξεις που τόσο έξυπνα έχει ετοιμάσει ο συγγραφέας διανθισμένες με το στιλ γραφής του που σίγουρα τον κατατάσσει ως έναν ξεχωριστό Έλληνα γραφιά.  

Από θεωρητικός και αναλυτής της αστυνομικής λογοτεχνίας, συγγραφέας. Πόσο δρόμο διένυσες για να φτάσεις στον «Οδηγό φόνων»;

Ακριβώς 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα… Πρόκειται για έναν Μαραθώνιο, που δεν έχω τρέξει, αλλά που τον έχω “μετρήσει”. Και υποθέτω πως, όσοι γράφουμε -μυθιστόρημα, νουβέλα ή και διήγημα- είμαστε δρομείς μεγάλων αποστάσεων. Του “τυπωθείτω”, δεν προηγείται μόνο ο χρόνος συγγραφής, αλλά και το διάβασμα, και οι σημειώσεις, και οι πειραματισμοί, και οι συζητήσεις για την ιστορία σου (αν είσαι αρκετά -έως σκανδαλωδώς- τυχερός, να βρεις κάποιον που τον ενδιαφέρει να τη συζητήσει), όπως και η ατέρμονη προσπάθεια -ηθελημένη ή αθέλητη- διαμόρφωσης προσωπικού ύφους. Προσωπικά, ορίζω τον Μαραθώνιο όχι τόσο σε όρους συγγραφής, όσο σε όρους χρόνου αφιερωμένου στην Επιμέλεια, στις διορθώσεις και στο σκίσιμο σελίδων∙ οι οικολόγοι του χαρτιού θα πρέπει να με μισούν. Μιλώντας για διορθώσεις, υπάρχει, εδώ, ένα πρόβλημα και οι διατεινόμενοι ότι η ανηλεής διόρθωση “σκοτώνει” τον αυθορμητισμό και το άμεσο, μπορεί να έχουν δίκιο∙ μάλλον έχουν δίκιο. Και επιχειρώ να σκηνοθετήσω τον αυθορμητισμό. Αδυνατώ να πιστέψω πως με την πρώτη, ή τη δεύτερη, ή την έκτη, μπορώ να έχω το επιθυμητό, σε μένα τουλάχιστον, αποτέλεσμα. Ίσως να φταίει και η έλλειψη έφεσης στο ανεμπόδιστο και πηγαίο γράψιμο (είμαι ο έσχατος της αυτόματης γραφής), ίσως να παίζουν και κάποια κατάλοιπα επαγγελματικής εμμονής, όταν έπρεπε να εστιάζω στην ακρίβεια της κάθε λέξης∙ και ξεκίνησα να γράφω, εξαιρετικά αργά, χάνοντας τη συγγραφική μου εφηβεία, αν όχι και ενηλικότητα.    

Αν και η εποχή που εξελίσσεται η δράση του βιβλίου σου δεν είναι πολύ μακρινή, μου έκανε εντύπωση η παντελής απουσία του «παράγοντα»… social media στην εξέλιξη της ιστορίας σου. Γιατί;

Είμαι συνεπής με τον κεντρικό μου ήρωα, τον Αλκιβιάδη Πικρό και η ιστορία μου δεν μπορεί παρά να είναι …“Πικροβαρής”. Σε έναν διάλογο, κάποιος υπαινίσσεται στον Πικρό τον ηλεκτρονικό αναλφαβητισμό του. Ο Πικρός έχει χάσει κείμενα στον υπολογιστή του, από άγνοια των στοιχειωδών χειρισμών, ασυγχώρητη αμέλεια και άρνηση περί την εκτύπωση των κειμένων του. Επί πλέον, “«On» στον υπολογιστή του, «This PC» και «Documents» και να την Η αναπαράσταση. Απλούστερα και αμεσότερα δεν γινόταν, βαριόταν θανάσιμα ό,τι είχε να κάνει με κλειδιά και κωδικούς(σελ. 105). Δεδομένων των πιο πάνω, δεν περιμένει, βέβαια, κανείς, έναν Πικρό-εξπέρ του facebook, του instagram και του twitter∙ για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι, σε κάποιον βαθμό, και πάντως ανεξαίρετα, οι συγγραφείς αυτοβιογραφούνται…   

Πώς δούλεψες τις παράλληλες ιστορίες του βιβλίου σου (δε μπαίνω σε λεπτομέρειες για να αποφύγω τυχόν σπόιλερ);

Εδώ, έχουμε ένα θέμα. Σχετικά με τις “παράλληλες”, ιστορίες, εννοώ. Να ορίσουμε τον όρο: “Παράλληλες” είναι κάποιες ιστορίες που δεν εντάσσονται στον κύριο κορμό της ιστορίας, όμως υπηρετούν τον μύθο, έμμεσα ή και περιστασιακά, και, κατά σημεία, τέμνονται με τον μύθο. “Παράλληλες”, όμως, είναι και ιστορίες που έχουν μικρή, έως μηδενική, σχέση με τον κορμό του βασικού μύθου. Σχέση αρκετά αυθαίρετη, για να “νομιμοποιηθούν” ως μέρος της ιστορίας. Εδώ, η εμπλοκή (ακριβέστερα, η καταφυγή) στις παράλληλες ιστορίες μπορεί να προβάλλει, απλά, ένα συγγραφικό ιδίωμα, αλλά και μία μαρκετίστικη επιταγή, για ένα βιβλίο-“τούβλο” αρκετών, έως πολλών, εκατοντάδων σελίδων. Στην περίπτωση του “Οδηγός φόνων”, “παράλληλη” μπορεί να χαρακτηριστεί η ιστορία του “βιβλίου μέσα στο βιβλίο”, μία ιστορία που τρέχει παράλληλα με τον βασικό μύθο, αλλά που αποτελεί συστατικό στοιχείο της βασικής ιστορίας, χωρίς το οποίο ο “Οδηγός”, απλά, δεν λειτουργεί. Και η, εξ αρχής, “παράλληλη” ιστορία του “Οδηγού” δεν αποτελεί ένα εύρημα ενόσω διαρκούσε η συγγραφή. Ήταν μέρος της ιστορίας, εξ αρχής, και απόλυτα αναγκαίο εικονοστοιχείο στο παζλ των παγίδων που στήνονται, για να έλξουν τον δολοφόνο στη σύλληψη…              

Σε όλο το βιβλίο υπάρχουν διάχυτες πολλές πληροφορίες που ξεφεύγουν από την υπόθεση αυτή καθαυτή, κάτι σαν «μάθημα» – χωρίς βεβαίως ποτέ να είναι βαρετές και εις βάρος της πλοκής.  Ποια δική σου ανάγκη καλύπτει αυτού τους είδους η γραφή;

Πρόκειται για μία λεπτή ισορροπία. Αναφέρομαι στη συχνότητα και τον όγκο του στοιχείου “τεχνική πληροφόρηση”, στον αστυνομικό μύθο. Με την έννοια ότι το υπερβολικό φλερτάρει με το “σεμιναριακό”, ή και με το δασκαλίστικο. Ο κίνδυνος είναι αμεσότερος, όταν η ιστορία κλίνει στο “police procedural”, όταν, δηλαδή, τα στοιχεία της διαδικασίας περί την έρευνα -διωκτική και  εργαστηριακή- είναι συστηματικά παρόντα, στην ανάπτυξη του μύθου. Προσωπικά, είμαι εμφαντικότερα της ψυχολογικής ιχνοσκόπησης των ηρώων, πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών, και λιγότερο των by-the-book ενεργειών της Αστυνομίας. Επιλογή μου και είναι θέμα συγγραφικού ύφους. O  “Οδηγός φόνων” δεν αποκλίνει από αυτήν την “αρχή”. Προσπάθησα να “διασπείρω” το “police procedural” στοιχείο, κατά το δυνατό λειτουργικότερα, μέσα στην ιστορία μου, ώστε και να μην αποκλίνω από ένα δεδομένο ύφος, αλλά και να μην επιτρέψω την ασάφεια και τα ερωτηματικά, περί την πρακτική λεπτομέρεια. Στον αναγνώστη, να εκτιμήσει την επιλογή, στη βάση και στην έκτασή της.        

Μετά από την πολύχρονη ενασχόλησή σου με την αστυνομική λογοτεχνία, τι πιστεύεις για το μέλλον της.  Αφού εξαντλήσαμε το «ποιος το έκανε», το  «πώς το έκανε», τον κοινωνικό περίγυρο… τι χρειάζεται το είδος;

Θα μου επιτραπεί, εδώ, να μεταφέρω την απάντηση που έδωσα σε  συγγενή ερώτηση του ερωτηματολογίου του Books Plus (19.6.2019):  [Διαπιστώνεται μία εμμονική έφεση στην ώσμωση  αστυνομικού μύθου και κρίσης, στη χώρα. Όλοι γράφουν και όλα γράφονται, σε συνάρτηση και σχέση με ό, τι συμβαίνει σήμερα∙ πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά. Κρίνοντας από τη συχνότητα του φαινομένου, δείχνει να πρόκειται για την περίπου αποκλειστική επιλογή των περισσότερων. Στο σημείο αυτό, θα συμφωνήσω με τον Κώστα Καλφόπουλο: “…Και πάλι διατυπώνω την προσωπική μου άποψη: έχω την αίσθηση ότι η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη χώρα έχει εγκλωβίσει μάλλον τους περισσότερους συγγραφείς, ωθώντας τους, συνειδητά ή υποσυνείδητα, σε μία «στρατευμένη» αστυνομική λογοτεχνία με επίφαση του «νέου κοινωνικού μυθιστορήματος», με όλο το ρεπερτόριο της κρίσης: χρεοκοπία (κυρίως των αξιών, που όμως από λίγους λαμβάνεται υπ’ όψη, αλλά και πρωτίστως της αριστεράς, για να μην ξεχνιόμαστε!), νέες κοινωνικές ανισότητες, πολιτικο-οικονομικά σκάνδαλα, προσφυγικά κύματα, αθηναϊκή δυστοπία” (βλ. “Athens Voice”/“Βιβλίο”, 05.6.2019). Ο κίνδυνος αυτής της εμμονής είναι ότι τα κείμενα αποστεώνονται (“αστυνομικά” συζητώντας) ενδεικτικά μιας εικόνας κενής πρωτοτυπίας – ίσως και  αποτρεπτικά των κινδύνων της πρωτοτυπίας. Περισσότερο θάρρος λοιπόν!].

Ως Έλληνας λογοτέχνης αστυνομικών βιβλίων, τι ζηλεύεις από έναν Σκανδιναβό συνάδελφό σου;

Η ερώτηση, έτσι διατυπωμένη, θεωρεί αυτονόητη τη ζήλεια, έναντι των Σκανδιναβών συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας. Πιστεύω πως δεν υπάρχουν κάποια “γεωγραφικά” ταυτοποιημένα χαρακτηριστικά. Υπάρχει (ή δεν υπάρχει) συγγραφικό ύφος. Και το συγγραφικό ύφος, έξω και πέρα από την όποια “γεωγραφική” παράμετρο, αναδεικνύει (ή καταδικάζει) τα προσωπικά χαρακτηριστικά της γραφής. Οι Σκανδιναβοί συγγραφείς εκμεταλλεύονται μία κοινωνική, ιστορική, κλιματική και περιβαλλοντική ιδιαιτερότητα, που τους κάνει “μοναδικούς”, με την έννοια του “πρωτόγνωρου”, στον αναγνώστη. Και κάνουν μία καλή λαϊκή λογοτεχνία. Φυσικά, υπάρχει και η υπερθετική γραφή, τύπου Mankell, Dahl, Staalesen, η  Indridason, όπου το συγγραφικό ύφος απογειώνεται. Όμως, αυτό, δεν θα το αποκαλούσα “σκανδιναβικό” χαρακτηριστικό. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά αξιόλογο συγγραφικό ύφος, κτήμα και ιδιότητα πολλών “αστυνομικών” συγγραφέων, ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού.      

Ποια είναι τα βήματα που θα συμβούλευες κάποιον να κάνει για να στήσει μια αστυνομική υπόθεση και μετά να την κάνει βιβλίο; Υπάρχει συνταγή;

Είμαι βέβαιος ότι, κάποιος που “το έχει”, δεν έχει ανάγκη συμβουλών. Επί πλέον, αν ρωτήσεις δέκα “αστυνομικούς” συγγραφείς, για τη μέθοδο που ακολουθούν στο “στήσιμο” της ιστορίας τους, θα έχεις έντεκα διαφορετικές απαντήσεις. Το κοινότοπα προεξοφλούμενο: Έχεις (ή δεν έχεις) μία καλή ιστορία∙ κατά προτίμηση, μία πολύ καλή ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος (αν και όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά). Έχεις διαβάσει πολύ και για πολύ, αστυνομική λογοτεχνία. Αλλά πολύ. Αλλά και για πολύ. Από κάποια πρωτόλεια γυμνάσματα έχεις την ένδειξη ενός κάποιου συγγραφικού ύφους. Ανάπτυξέ το, συνεχίζοντας να πειραματίζεσαι με σύντομες ιστορίες. Συζήτησε την ιστορία σου, με τον έμπιστο ή του εμπίστους σου. Θα είναι το πρώτο σου μυθιστόρημα. Δεν έχεις δοκιμαστεί σε κείμενο τέτοιας έκτασης. Δόμησε, λοιπόν, την ιστορία σου, εξ αρχής, σε ενότητες-Κεφάλαια, να μην χαθείς στον μαίανδρο των σελίδων. Είσαι της ανάλυσης ή της σύνθεσης; Αν δεν είσαι της ανάλυσης, πρόβλημα, εδώ. Αν δεν είσαι της σύνθεσης, καμία ανησυχία, απλά  χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο, για να συνθέσεις. Είναι η ανάλυση, που δύσκολα διδάσκεται… Και, μετά, μάθε να ακούς (με την έννοια του “listen”, όχι, απλά, του “hear”). Λοιπόν: διάβαζε-γράφε-συζήτα-άκου. Αν δεν είναι Η συνταγή, είναι μία καλή συνταγή.      

Ποια είναι η γνώμη σου για τις σχολές δημιουργικής γραφής; Βοηθάνε τους επίδοξους γραφιάδες ή τονώνουν το «εγώ» των δασκάλων;

Δεν έχω, ποτέ, παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής, ώστε να διαγνώσω το ενδεχόμενο της σχολής-εργαλείου τόνωσης του «εγώ» των δασκάλων. Έχουν ακουστεί παραδείγματα συγγραφέων που βοηθήθηκαν, από τη μαθητεία τους σε σχολές δημιουργικής γραφής. Έχω την αίσθηση ότι θα ήταν χρήσιμες σε κάποιους που, κύρια, αναζητούν μία μέθοδο οργάνωσης του χρόνου και του τρόπου συγγραφής. Έπειτα, πόσο και επί πόσο διάστημα, θα πειθαρχούσε κάποιος σε κάτι που διδάσκεται ως την απόλυτη αλήθεια, αν αυτή η αλήθεια είναι στους αντίποδες των όσων ο ίδιος πιστεύει, ή των όσων ο ίδιος είναι ικανός να εφαρμόσει; Δεν ξέρω∙ ίσως να ήταν εντιμότερο να οχυρωθώ πίσω από το «δεν έχω άποψη».  

Πόσο ανταγωνισμό έχετε οι γραφιάδες αστυνομικής λογοτεχνίας μεταξύ σας; Έχεις σκεφτεί κάποιους που θα μπορούσατε να γράψετε ένα συλλογικό μυθιστόρημα ή τελικά είναι μοναχική λειτουργία η γραφή/συγγραφή;

Όχι μεγαλύτερο από τον ανταγωνισμό μεταξύ ομοτέχνων, οπουδήποτε αλλού. Και είναι περίπου φυσικό  και αναμενόμενο, όταν η πίτα είναι μικρή και οι επίδοξοι ομοτράπεζοι πολλοί. Να συγγράψω, με άλλους συναδέλφους; Η συλλογικότητα στη συγγραφή, ως εκδοτικό πείραμα αλλά και λογοτεχνικό στοίχημα, παρουσιάζει αρκετά προβλήματα. Και δεν αναφέρομαι στο (ισχυρό) ενδεχόμενο αδυναμίας σύμπλευσης διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων, κάτω από τη μπαγκέτα ενός Επιμελητή σε απόγνωση. Περισσότερο δείχνω προς το συγγραφικό καλειδοσκόπιο, προς το αμοιβαία αποκλειόμενο του συγγραφικού ύφους. Αγνοώντας το χρονικά άτοπο, θα μπορούσατε να σκεφθείτε ένα συλλογικό μυθιστόρημα, με ένα κεφάλαιο γραμμένο από τον Simenon, που έπεται ενός κεφαλαίου που έχει γράψει ο Manchette, ενώ θα προηγείται ενός κειμένου του Ellroy, το οποίο και θα ακολουθούσε η συνεισφορά του Mamet ή του Black (διάβαζε, Banville); Ιδωμένο από αυτή τη γωνία, μπορώ ευκολότερα να αποκλείσω τη συλλογικότητα, ως αδόκιμη απόπειρα αποτελεσματικής συγγραφής, παρά το αντίστροφο. Τώρα, αν η συγγραφή είναι μοναχική λειτουργία: Πιστεύω πως σε έναν (μεγάλο) βαθμό, ναι, είναι. Αν αφήνω ένα (μικρό) περιθώριο στο σενάριο “συνεργασία”, είναι περισσότερο σε όρους συζήτησης με έναν συνάδελφο, ειδικά όταν ο μύθος αποεπιταχύνει, ή και “σκαλώνει”, ή για τις ανάγκες τεχνικής συνδρομής, ή για να ακούσω τη φωνή μου διηγούμενος την ιστορία μου και εντοπίζοντας αδυναμίες, ή στο πλαίσιο της διερεύνησης μιας εναλλακτικής οπτικής γωνίας. Α! και κάτι άλλο: Ο πατέρας μου χρησιμοποιούσε την έκφραση, “…ο λύκος έχει χοντρό τον λαιμό του, γιατί κάνει τις δουλειές του μοναχός του”. 

 Αν φτιάξεις έναν ήρωα, και στην εξέλιξη της ιστορίας σου, κάπως «ξεφύγει» και τον αντιπαθήσεις, τι τον κάνεις; Σου έχει συμβεί αυτό;

Δεν έχει συμβεί να αντιπαθήσω ήρωά μου, αλλά είναι γεγονός ότι έχουν την τάση, όχι σπάνια, κάποιοι από αυτούς, να μου “ξεφεύγουν”. Στο διήγημά μου “Δεν είναι έτσι, αν έτσι νομίζετε” (“Το τελευταίο ταξίδι”/Μεταίχμιο-2009) ο συγγραφέας μισεί τον ήρωά του που τον ανταγωνίζεται σε δημοφιλία(!), με μία κατάληξη που μόνο ευτυχής δεν μπορεί να θεωρηθεί… Δέκα χρόνια μετά, στον “Οδηγό φόνων” (Μεταίχμιο-2019) ο αστυνόμος Πάνος Μαύρος, λογοτεχνικός ήρωας του (συγγραφέα) Αλκιβιάδη Πικρού, θα έχει τις προσωπικές του απόψεις, όχι υποχρεωτικά ταυτόσημες με αυτές του συγγραφέα του. Οι ήρωες είναι …από χαρακτήρος, ιδιότροποι∙ που σημαίνει απρόβλεπτοι, και πιθανά ανεξέλεγκτοι. Αν, κάποιες φορές, οι ήρωες ξαφνιάζουν τον αναγνώστη, ο συγγραφέας γιατί θα πρέπει να εξαιρεθεί; Δεν συμβάλλει, αυτό, στην ηρωική γοητεία τους;      

   Ποια συνοικία της Αθήνας θεωρείς ότι έχει τα περισσότερα «νουάρ» στοιχεία – όχι για λογοτεχνική δράση, στην καθημερινότητα εννοώ.

Η πόλη, στην 24ωρη ολότητά της, διαθέτει ή προσφέρει “noir” στοιχεία, αν και πιστεύω πως το “noir” βρίσκεται περισσότερο στο μυαλό, στην οπτική, στη διάθεση, του καθένα μας, παρά στην τοπιογραφία της όποιας συνοικίας της Αθήνας. Μπορώ ευκολότερα -και πιστεύω, ακριβέστερα- να ορίσω κάποιον ως “noir” τύπο, συγκριτικά με έναν δρόμο, ή έναν φωτισμό. Το “noir” το έχει, το διαθέτει, το μεταφέρει, ο καθένας μας, συχνότερα ή σπανιότερα, λιγότερο ή περισσότερο. Είναι αυτό το ποσοτικά, ποιοτικά και χρονικά ποικίλον απόθεμα του “noir” που επιτρέπει, ή που επιβάλλει, σε κάποιον από εμάς, να χαρακτηρίσει έναν υποφωτισμένο δρόμο “επικίνδυνο”, όταν ένας άλλος θα τον έλεγε “ρομαντικό”. Αλλά, για να εμμείνω στο ζητούμενο της ερώτησης, νομίζω πως, πρακτικά, όλη η διαδρομή του Ηλεκτρικού, από την Κηφισιά έως τον Πειραιά, προσφέρει “noir” στοιχεία, σε όρους καθημερινότητας. Προς απόδειξη, αν τα στοιχεία αυτά είναι λογοτεχνικά “εκμεταλλεύσιμα”∙ εδώ, παίζει η ικανότητα του συγγραφέα (και η συνέργεια του αναγνώστη).          

 Τι άλλο διαβάζεις, πλην αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτή την εποχή;

Διατελώ υπό καθεστώς αποσυμπίεσης, μετά την εξαιρετικά πρόσφατη έκδοση του “Οδηγός φόνων” (Μεταίχμιο-13.6.2019). Βλέπω το πληκτρολόγιο -και για λίγο καιρό θα συνεχίζω να το βλέπω- μάλλον δύσπιστα, έως εχθρικά! Οι άπειρες ώρες της Επιμέλειας (με την ανεκτίμητη συνέργεια του Επιμελητή μου, Γιάννη Γαλανόπουλου) και των διορθώσεων, θα πρέπει να συνιστούν την εξήγηση… Διαβάζω, ιντερνετικά, τον εθνικό και τον διεθνή τύπο, σε μία απόπειρα συντονισμού με την επικαιρότητα, από την οποία ο “Οδηγός φόνων”, με απομάκρυνε -αν δεν με απέκλεισε- για κάποιο ικανό διάστημα. Τελείωσα, πρόσφατα, τη νιοστή ανάγνωση του ο “Ο τρίτος άνθρωπος”, του Graham Greene (AΓΡA)∙ σε λίγο, θα τον απαγγέλλω… Και αν πρέπει να αποκλείσω τις “αστυνομικές” αναγνώσεις στην απάντηση μου, να πω πως συστηματικά επανέρχομαι στη “Σκοτεινή ήπειρο”, του Mark Mazower (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

 Ως συγγραφέας, αλλά και ως Αντώνης τι σε τρομάζει, τι σε φοβίζει; Έχεις βρει τρόπους να νικήσεις τους φόβους σου;

Ως συγγραφέα, η λευκή σελίδα. Ως Αντώνη, οι άυπνες νύχτες (τουλάχιστον κάνω παρέα στον Αλκιβιάδη Πικρό, υποβαλλόμενος στη δοκιμασία τού να ακούω τα τρελά του…). Τίποτε το ασυνήθιστο, Γιάννη∙ τον κάθε γραφιά τρομάζει η λευκή σελίδα και τον κάθε Αντώνη, η νύχτα μέρα και η μέρα νύχτα∙ αν και το πρόβλημα, εδώ και κάποιον καιρό, δείχνει να βελτιώνεται. Ευτυχώς, υπάρχουν οι άπειροι τρόποι να νικήσεις τους φόβους σου∙ άπειροι, τόσο που δυσκολεύομαι να διαλέξω… 

Γιάννης Καφάτος

Αντώνης Γκόλτσος με λίγα λόγια:

Από τον Απρίλιο του 2007 συντονίζει τη Λέσχη Αστυνομικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Μεταίχμιο. Ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ – 2010). Επιμελήθηκε τον τόμο διηγημάτων Το τελευταίο ταξίδι – Έντεκα νουάρ ιστορίες (εκδ. Μεταίχμιο, 2009), όπου με το προλογικό κείμενο «Λέω, λες, λέει: “Αστυνομική Λογοτεχνία” – Εννοούμε το ίδιο;» και το διήγημα «Δεν είναι έτσι, αν έτσι νομίζετε» δημοσίευσε για πρώτη φορά. Επιμελήθηκε, επίσης, τη συλλογή διηγημάτων Είσοδος κινδύνου (εκδ. Μεταίχμιο, 2011 – πρώτη εκδοτική προσπάθεια της ΕΛΣΑΛ), όπου συμπεριλαμβάνεται το διήγημά του «Το σκοτάδι μόλις πριν από τους λόφους». Το διήγημά του «Καφενείον “Των φιλάθλων”» δημοσιεύτηκε στη συλλογή διηγημάτων Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα (εκδ. Καστανιώτης, 2012), ενώ επιμελήθηκε τη συλλογή διηγημάτων Σκοτεινές υποθέσεις (εκδ. Κύφαντα, 2018), όπου και το διήγημά του «Η επιστροφή ή Το τέρας στο πατάρι». Ο Οδηγός φόνων (2019) είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του στις εκδόσεις Μεταίχμιο, μετά το Η αφιέρωση (2016).

(Συνολικές Επισκέψεις 360, 1 επισκέψεις σήμερα)
CEREMONY «TURN AWAY THE BAD THING», το τραγούδι της Παρασκευής (Video)
Το Εμπάργκο και η δημοσιογραφία! Επιθεώρηση Επικαιρότητας #170

mm
About Γιάννης Καφάτος 1577 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες αλλά πήρε πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*