17/04/2024

“Η μορφή των λειψάνων” του Χουάν-Γκαμπριέλ Βάσκεζ, Βιβλίοκριτική από τον Άγη Αθανασιάδη

Η μορφή των λειψάνων

«Δεν ξέρω πότε άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι ότι το παρελθόν της χώρας μου μού φαίνεται ακατανόητο και σκοτεινό, μια πραγματική δυστοπία, ούτε εγώ μπορώ να θυμηθώ την ακριβή στιγμή κατά την οποία όλα αυτά που εγώ τα θεωρούσα τόσο αξιόπιστα και προβλέψιμα – το μέρος όπου μεγάλωσα, το μέρος που μιλάω τη γλώσσα του και γνωρίζω τις συνήθειές του, το μέρος που το παρελθόν του μού το δίδαξαν στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, το μέρος που το παρόν του έχω συνηθίσει να το ερμηνεύω και να υποκρίνομαι ότι το καταλαβαίνω – άρχισαν να μετατρέπονται σ’ ένα κράτος ζόφου απ’ το οποίο ξεπηδούσαν αποτρόπαια πλάσματα μόλις χαλαρώναμε την επαγρύπνηση. Με τον καιρό κατέληξα στη σκέψη ότι αυτή είναι και η αληθινή αιτία για την οποία οι συγγραφείς γράφουν για τους τόπους της παιδικής τους ηλικίας, της εφηβείας τους, ακόμα και της πρώτης νιότης τους· δε γράφει κανείς για όσα γνωρίζει και καταλαβαίνει, δε γράφει ούτε επειδή γνωρίζει και καταλαβαίνει, αλλά ακριβώς επειδή συνειδητοποιεί ότι όλες του οι γνώσεις και η κατανόηση είναι κίβδηλες, μια οφθαλμαπάτη, μια ψευδαίσθηση, οπότε τα βιβλία του δεν είναι, δε θα μπορούσε ποτέ να μην είναι παρά καλοεπεξεργασμένα δείγματα αποπροσανατολισμού, εκτενείς και πολύμορφες ομολογίες σύγχυσης.»

Ο Κολομβιανός συγγραφέας, Juan Gabriel Vasquez (Μπογκοτά, 1973) ήδη με τα δύο βιβλία του, που κυκλοφορούν στη χώρα μας,  τους Πληροφοριοδότες και το Ό ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, μας έχει δείξει την αδιαμφισβήτητη αξία του. Οι ιστορίες του εκτυλίσσονται στην Κολομβία και είτε στο υπόβαθρο βρίσκονται ταραγμένες εποχές πρόσφατες ή παρελθούσες, ή, σε πρώτο πλάνο βρίσκονται προσωπικές ιστορίες που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την βία που κυριαρχεί στη χώρα, η ιστορία της χώρας βρίσκεται πάντα τον απασχολεί, σαν ένα βασικό μοτίβο των κειμένων του. Με το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά, πολυσέλιδο μυθιστόρημα του “Η ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ” (“La forma de las ruinas“) – (εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Αχ. Κυριακίδης, σελ. 676) δεν ξεφεύγει ιδιαίτερα από την συνήθη προβληματική του, σε ένα πολύ ενδιαφέρον και σαγηνευτικό (όπως όλα άλλωστε) βιβλίο, το οποίο όμως πλατειάζει επικίνδυνα σε πολλά σημεία της αφήγησης.

Στα βιβλία του Βάσκεζ, το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ, είναι διαρκώς παρόν. Σε μια χώρα όπως η Κολομβία όπου η βία στην πολιτική, (όπως και σε άλλους τομείς του δημόσιου βίου) είναι συνεχής, οι φήμες, οι διαδόσεις, τα εύκολα συμπεράσματα και η μίξη φαντασίας και πραγματικότητας αποτελούν μια καθημερινότητα και οι θεωρίες συνωμοσίας βρίσκουν το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθούν. Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην πλοκή του βιβλίου. Ευρισκόμενος σε μια ευαίσθητη ψυχολογικά κατάσταση καθώς η σύζυγος του έχει φέρει πρόωρα στον κόσμο δύο δίδυμα κοριτσάκια, γνωρίζει έναν ολοφάνερα διαταραγμένο άνθρωπο, τον Κάρλος Καρβάγιο, ο οποίος θα είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου.

«…Η ζήλια και ο φθόνος κινούν τον κόσμο. Οι μισές αποφάσεις παίρνονται εξαιτίας συναισθημάτων τόσο απλών όσο η ζήλια και ο φθόνος, το αίσθημα ταπείνωσης, η πικρία, το σεξουαλικό ανικανοποίητο, το σύμπλεγμα κατωτερότητας: αυτοί είναι οι κινητήρες της Ιστορίας, αγαπητέ μου ασθενή. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, κάποιος παίρνει μια απόφαση που επηρεάζει και σένα και μένα, και την παίρνει για λόγους σαν κι αυτούς: για να κάνει κακό σε κάποιο εχθρό, για να ξεπλύνει μια προσβολή, για να εντυπωσιάσει μια γυναίκα και να κοιμηθεί μαζί της. Έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Η πολιτική είναι η μετουσίωση των συμπλεγμάτων.»

Ο Καρβάγιο είναι ένας άνθρωπος που έχει βάλει ως σκοπό της ζωής του να αποδείξει (και να ανακαλύψει αν μπορεί) ποιοι ήταν οι πραγματικοί δολοφόνοι του Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν, του ηγέτη των Φιλελευθέρων, που δολοφονήθηκε καθώς έβγαινε από τα γραφεία του κόμματος, ένα πρωινό του 1948. Μια δολοφονία που συντάραξε την ζωή της χώρας, καθώς το θύμα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές (έχοντας δε αντιγράψει προσεκτικά τις κινήσεις και τις χειρονομίες του Μουσολίνι, γνώριζε καλά πως να μαγνητίσει τα πλήθη). Ο δολοφόνος λυντσαρίστηκε από το πλήθος αλλά τα κίνητρά του παρέμειναν άγνωστα και οι μαρτυρίες για έναν άνθρωπο με γκρι κοστούμι που κατηύθυνε τον όχλο (γεγονός που αναφέρει κι ο Γκ.Γκ.Μάρκες στο περίφημο «Ζω για να τη διηγούμαι» αυτοβιογραφικό βιβλίο του) είναι πολλές. Η δολοφονία του Γκαϊτάν προκάλεσε διαδηλώσεις που καταπνίγηκαν στο αίμα και η ατμόσφαιρα των ημερών απέκτησε όνομα: «bogotazo», που υποδηλώνει εκείνες τις ταραγμένες μέρες που άλλαξαν την πολιτική σκηνή της χώρας για πάντα, προκαλώντας έναν εμφύλιο πόλεμο που κράτησε περίπου 10 χρόνια, η δε περίοδος αυτή είναι γνωστή ως «Βία» («Violencia»). Ο Καρβάγιο που έχασε τον πατέρα του, την ημέρα της πρώτης διαδήλωσης, καθώς εκείνος (φανατικός οπαδός του Γκαϊτάν) έπεσε νεκρός από τις σφαίρες της εθνοφρουράς, προσπαθεί να πείσει τον Βάσκεζ να γράψει ένα βιβλίο γύρω από τα αίτια της δολοφονίας και το μυστήριο που την καλύπτει, συγκρίνοντάς την με την δολοφονία του Τζ. Κένεντι στο Ντάλας του Τέξας μερικά χρόνια αργότερα.

Για να τραβήξει περισσότερο το ενδιαφέρον του συγγραφέα, του παραδίδει στοιχεία για άλλη μια πολιτική δολοφονία που συνέβη αρκετά χρόνια πριν, το 1914, ενός άλλου Φιλελεύθερου ηγέτη, του Ραφαέλ Ουρίμπε Ουρίμπε, εν μέση οδώ κι αυτό, από δύο μαραγκούς. Ούτε όμως και τότε αποκαλύφθηκε η αλήθεια, για το ποιοι όπλισαν τα χέρια των δύο φονιάδων που φερόντουσαν προκλητικά τυγχάνοντας υψηλής προστασίας μέσα από το κελί της φυλακής. Ο Καρβάλιο ταυτίστηκε με έναν δικηγόρο της εποχής, τον Μάρκο Τούλιο Ανσόλα, που η επίλυση της υπόθεσης τότε, έγινε σκοπός της ζωής του, γράφοντας κι ένα βιβλίο που δεν διάβασε κανείς. Ο Καρβάλιο προσπαθεί να πείσει τον δύσπιστο στην αρχή Βάσκεζ, που όμως επηρεάζεται όλο και περισσότερο από αυτόν, ότι υπάρχει ένα κοινό νήμα που συνδέει όχι μόνο τις δολοφονίες αλλά την εξουσία που από τότε κυριαρχεί στην χώρα και είναι υπεύθυνη για όλα τα δεινά της.

Τι κοινό όμως μπορεί να υπάρχει μεταξύ ενός ανθρώπου εθισμένου στις θεωρίες συνωμοσίας (και ο οποίος, μέσα από την παράνοια και την μονομανία του, παραθέτει και γεγονότα που σε προβληματίζουν) , και του Βάσκεζ ή του οποιουδήποτε νοήμονος ανθρώπου, που είναι πάντα δύσπιστος απέναντι σε τέτοιου είδους θεωρίες; Η απάντηση είναι μονολεκτική: Η Κολομβία, η χώρα με το βίαιο παρελθόν και το ακόμα πιο βίαιο παρόν, η χώρα που δεν αλλάζει ποτέ, εκεί όπου οι νεκροί αποτελούν μέρος του σκηνικού, του τοπίου. Στο βιβλίο σε μερικές σελίδες άξιες ανθολογίας, ο Βάσκεζ περιγράφει τα συναισθήματά του, καθώς περπατάει στο κέντρο της Μπογκοτά, στους ίδιους δρόμους από τους οποίους απέδρασε ο Σιμόν Μπολίβαρ το 1828 για να μη πέσει θύμα δολοφονίας, που αυτοκτόνησε ο ποιητής Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα το 1896, που δολοφονήθηκαν δύο άνθρωποι ο Ουρίμπε και ο Γκαϊτάν που ίσως και να άλλαζαν την μοίρα της χώρας.

«Όχι δεν ξεφεύγεις από την βία της Κολομβίας, κι αυτό είναι κάτι που έπρεπε να το γνωρίζω. Κανείς δεν ξεφεύγει, πόσο μάλλον οι άνθρωποι της γενιάς μου, αυτοί που γεννήθηκαν με το εμπόριο ναρκωτικών και ενηλικιώθηκαν όταν η χώρα πνιγόταν στο αίμα από τον πόλεμο που της είχε κηρύξει ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Μπορεί κανείς να φύγει από τη χώρα όπως έφυγα εγώ το 1996 και να νομίζει πως έτσι την αφήνει πίσω, αλλά αυταπατάται. Όλοι αυταπατόμαστε.»

Το βιβλίο είναι γεμάτο από θεωρίες συνωμοσίας, υποθέσεις και σενάρια, όπου η πραγματικότητα συναντάει την φαντασία και ο Βάσκεζ είναι ένας χαρισματικός συγγραφέας, που η επιρροή του Τζ. Κόνραντ είναι εμφανής στα βιβλία του. Ξέρει πως να κρατάει τον αναγνώστη και να τον βυθίζει μέσα στις ιστορίες του, αλλά παρά την γοητεία και την έλξη του κειμένου, κάποια στιγμή “γονατίζεις”, καθώς οι πλατειασμοί και τα διαστήματα που νιώθεις ότι είναι περιττά είναι πολλά, ίσως υπερβολικά πολλά.

Ωραίο μυθιστόρημα και πολύ ενδιαφέρον, αλλά εξαιρετικά άνισο “Η μορφή των λειψάνων”, που έχει στο κέντρο της αφήγησης, την ιστορία της Κολομβίας, μια αιματηρή ιστορία βίας, φόνων και πολιτικών παιχνιδιών.

Ο Βάσκεζ δεν ωραιοποιεί, ούτε επινοεί καταστάσεις, ευρισκόμενος σε αντίθεση με τον “μαγικό ρεαλισμό” του Γκ.Γκ.Μάρκες που έβαλε στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη την χώρα – όπως όμως και άλλοι συμπατριώτες του συγγραφείς που έγιναν γνωστοί την τελευταία δεκαετία, προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του, αυτή την ταυτότητα. Το πέτυχε απόλυτα με τα δύο προηγούμενα βιβλία του, κάπου το έχασε με την “Μορφή…” αλλά δεν αλλάζει κάτι στην διαπίστωση ότι οι δυνατότητές του είναι μεγάλες και η αφηγηματική του δεινότητα ξεχειλίζει.

Βαθμολογία 80 / 100

Άγης Αθανασιάδης


mm
About Αγης Αθανασιάδης 107 Articles
Ο Άγης Αθανασιάδης, είναι συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου/καφέ Booktalks στο Π.Φάληρο. Βιβλιομανής σε σημείο ψυχασθένειας, διατηρεί το βιβλιοφιλικό blog Librofilo (www.librofilo.blogspot.gr) και δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς την ανάγνωση λογοτεχνίας που (μαζί με τον κινηματογράφο), αποτελεί το μεγαλύτερό του πάθος.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*