28/10/2021

Η συμμορία των εραστών, του Μάσιμο Καρλότο – Βιβλίοκριτική από τον Άγη Αθανασιάδη

συμμορία των εραστών

Είναι γεγονός ότι, ο Ιταλός Massimo Carlotto (Πάντοβα,1956) είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων συγγραφέας. Σχετικά γνωστός στη χώρα μας, αφού αρκετά του μυθιστορήματα έχουν εκδοθεί στα ελληνικά ενώ είχε δώσει και μια πολύ ωραία συνέντευξη, στον Ανταίο Χρυσοστομίδη (ο οποίος του είχε αδυναμία) στις “Κεραίες της εποχής μας (δεύτερο τόμο)”, γενικώς ο Καρλότο δεν είναι κάποιος τυχαίος τύπος ή ένας αστυνομικός συγγραφέας που περνάει απαρατήρητος. Μέλος στα νιάτα του της τρομιιοκρατικής οργάνωσης “Λότα κοντίνουα”, φυλακίστηκε για φόνο, πήρε χάρη, διέφυγε στο εξωτερικό και μετά την επιστροφή του στην Ιταλία, καταδικάστηκε ξανά για να ξεμπλέξει οριστικά στα μέσα της δεκαετίας του ’90 από τότε περίπου που άρχισε να δημοσιεύει τις πολύ επιτυχημένες νουάρ ιστορίες του. Είναι ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με πολιτικό υπόβαθρο (το είδος που ονομάζεται “polar”). Ο ήρωάς του, ο “Αλιγάτορας”, κατά κόσμο Μάρκο Μπουράτι, είναι ένας παράνομος ντετέκτιβ που συνήθως επιλύει τις υποθέσεις του με τρόπους που κινούνται στα όρια της νομιμότητας.

Στο μυθιστόρημα “Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ” (“La Banda degli amanti”), (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Δ.Δότση, σελ. 323), έχουμε μια κλασσική ιστορία του Αλιγάτορα, ως συνήθως με τόνο μελαγχολικό και με σημάδια (μεγάλης) κόπωσης· τα χρόνια δεν βαραίνουν μόνο τις δικές μας πλάτες, αλλά και των χάρτινων ηρώων. Στην ιστορία που πλάθει ο Καρλότο, ο Μάρκο Μπουράτι βρίσκεται στην Σαρδηνία εμφανώς στα όρια της κατάθλιψης, μετά από μια επιχείρηση στην οποία έλαβε μέρος στην Γαλλία και η οποία παρά την επιτυχή της κατάληξη, έφερε ως αποτέλεσμα την αυτοκτονία μιας καλής του φίλης μπροστά στα μάτια του. Συγκλονισμένος από το γεγονός αυτό, ο Μπουράτι έχει αποφασίσει να “συνταξιοδοτηθεί” επιτέλους απολαμβάνοντας το ποτό του και προσπαθώντας να συμμαζέψει τα κομμάτια του.

“Στον κόσμο μας ο καθένας ήταν ελεύθερος ακόμα και να βάλει τέλος στην ύπαρξή του και ποτέ κανείς δεν θα αξίωνε το δικαίωμα να υψώσει τη φωνή του για να εκφράσει τη διαφωνία του. Οι επιλογές μας έπρεπε να γίνονται σεβαστές ακόμα κι αν έκαναν την καρδιά και το μυαλό να ματώνουν. Γι’ αυτό ήταν θεμιτό το να ανακοινώσει κάποιος τη δολοφονία του και να φύγει περιτριγυρισμένος από τους φίλους του, γιατί δεν υπήρχει τίποτα χειρότερο από το να λες αντίο μέσα στη μοναξιά και την κρυψίνοια, από φόβο μην καταλήξεις σε κάποια κλινική Οι παράνομες καρδιές μας ήταν τόσο μεγάλες που μπορούσαν και όφειλαν να το δεχτούν.”

Η επίσκεψη όμως μιας αριστοκρατικής κυρίας, και το ενδιαφέρον μιας (φαινομενικά) κοινότοπης ιστορίας μαζί με το τεράστιο οικονομικό δέλεαρ θα τον επαναφέρει στην πίστα. Η Οριάνα Πότσι-Βιτάλι σύζυγος ενός πάμπλουτου Ελβετού επιχειρηματία, είχε μια παράνομη ερωτική σχέση με τον καθηγητή Γκουίντο ντι Λέλο. Νεότερός της κατά δέκα χρόνια, ο τριανταπεντάχρονος πανεπιστημιακός, χαμηλότονος διανοούμενος, ζούσε με την αρραβωνιαστικιά του στην Ρώμη. Η Πάντοβα θα γίνει η πόλη των ερωτικών τους συναντήσεων γιατί, στην περιοχή του Βένετο είχε η Οριάνα κάποιες δουλειές. Επιστρατεύοντας έναν περίπλοκο μηχανισμό ασφαλείας για να μείνει κρυφή η σχέση τους, η Οριάνα αγόρασε ένα κομψό διαμέρισμα στο ιστορικό κέντρο της Πάντοβα, χωρίς όμως να δώσει κλειδί στον Γκουίντο για να μην υπάρξει το παραμικρό κενό στην ασφάλειά τους. Παρά τις προφυλάξεις, μια ωραία ημέρα, μια φωνή από το κινητό του Γκουίντο, την ενημερώνει ότι ο εραστής της έχει απαχθεί και τα λύτρα που απαιτούνται για την απελευθέρωσή του, ήταν κάποια πανάκριβα κοσμήματά της (αξίας αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ), ούτε μετρητά, ούτε τίποτα άλλο. Η Οριάνα αρνείται και επιμένει στην άρνησή της παρά τα επίμονα τηλεφωνήματα. Ο Γκουίντο δεν ξαναδίνει σημεία ζωής και είναι επισήμως αγνοούμενος. Μόνο η Οριάνα γνωρίζει ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής, η αστυνομία παρά τις έρευνες όπως και η αρραβωνιαστικιά του είναι στο σκοτάδι, η δε Οριάνα έχει φροντίσει να ξεφορτωθεί το κινητό που χρησιμοποιούσε και από τότε ζει με τις τύψεις και τις ενοχές της.

Θα ζητήσει την βοήθεια του Μπουράτι, για να λυθεί επιτέλους το μυστήριο. Τι ακριβώς έχει γίνει, ήταν αναμεμιγμένος ο Γκουίντο στην υπόθεση εκβιασμού; Ποιός τους είχε παρακολουθήσει και πως ήξερε; Απέκλειε εξαρχής τον σύζυγό της, εκείνος δεν θα το συζητούσε και θα την έδιωχνε κατευθείαν, άρα ποιος ήταν; Ο Μπουράτι διστακτικός στην αρχή, μετά από μεγάλη κουβέντα μαζί της, δέχεται την ανάθεση, ξεκαθαρίζοντάς της ότι ο Γκουίντο είναι μάλλον νεκρός και να μην τον περιμένει. Πηγαίνει στην Πάντοβα και με την βοήθεια ενός συνεργάτη του από τα παλιά και ενός αστυνομικού από την τοπική αστυνομία προσπαθούν να βρουν άκρη. Η ιστορία όμως έχει πολλές προεκτάσεις και στο κάδρο σύντομα θα μπει ένας παλιός γνώριμος του Αλιγάτορα, ο Τζόρτζιο Πελεγκρίνι, πανέξυπνος και ικανότατος εγκληματίας που θέλει να ελέγχει τους πάντες και τα πάντα, και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα.

“Εμένα με ενδιέφεραν τα ζευγάρια που είχαν να κρύψουν όχι “κάτι” αλλά “τα πάντα”. Αυτά τα ζευγάρια που μόλις τα ανακαλύψεις θα χάσουν ό,τι έχουν και δεν έχουν, αυτά τα ζευγάρια που με τίποτα δεν θα άντεχαν κάτι τέτοιο. Ήταν δύσκολο να τα εντοπίσεις και στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν χαμένος χρόνος. Τα παρακολουθούσα, μάζευα πληροφορίες και μετά έψαχνα να βρω πως θα μπω στις ζωές τους με την αβρότητα μεσαιωνικού κοντοτιέρου που κατακτά ένα κάστρο.”

Ενδιαφέροντες χαρακτήρες (ο Μπουράτι στον ρόλο του σταυροφόρου εκδικητή κι ο Πελεγκρίνι στον ρόλο του μοχθηρού και διεστραμμένου ψυχάκια, είναι στέρεοι και δομημένοι ως γνήσιοι λογοτεχνικοί ήρωες), ωραία ιστορία, καλός ρυθμός, μελαγχολική διάθεση (κι ένα βιολάκι να παίζει συνεχώς στο βάθος), απογοητευτικό το φινάλε, αλλά η γενικότερη αίσθηση είναι ότι, η “Συμμορία των εραστών” είναι ένα πολύ ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα.
Διακρίνεται βέβαια μια αμφιταλάντευση του συγγραφέα ως προς του που θα πέσει το κύριο βάρος στην ιστορία που αφηγείται, καθώς απλώνεται η δράση σε πολλούς τομείς, άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο ενδιαφέροντες. Είναι όμως πανέξυπνος ο Καρλότο και ξέρει να κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση τονώνοντας συνεχώς το ενδιαφέρον του με στοιχεία από εδώ κι από εκεί, εναλλάσσοντας δε το αφηγηματικό βάρος από τον ένα αφηγητή στον άλλον (Μπουριάτι – Πελεγκρίνι), έτσι ώστε η ιστορία του να αποκτήσει βάθος και περιεχόμενο.

Το πολιτικό σχόλιο είναι ένα κεντρικό σημείο στην ιστορία. Διεφθαρμένοι πολιτικοί, η Ιταλία σε οικονομική κρίση, οι άνθρωποι να κάνουν τα πάντα για λίγα χρήματα παραπάνω, η επίδειξη των πλουσίων σε πανάκριβα ρεστωράν και η αφέλεια των ερωτευμένων. Κοσμοπολιτισμός, ωραία εστιατόρια, πανάκριβα φαγητά – σε όλα τα μυθιστόρηματα του Καρλότο λιγώνεσαι με τις περιγραφές τους.
Το έγκλημα δεν είναι πια όπως παλιά, απλώνεται σε πολλούς τομείς και ο Αλιγάτορας νιώθει λίγο εκτός, και πολύ κουρασμένος, όπως άλλωστε και ο δημιουργός του, που μάλλον δεν είναι στα καλύτερά του. Παραμένει όμως ένας συγγραφέας που γράφει όμορφα, πολύ ρεαλιστικά, που διαβάζεις τις καλοκουρδισμένες ιστορίες του μονορούφι, και περνάς μερικές ώρες, πολύ καλά, χωρίς παραπάνω απαιτήσεις.

Βαθμολογία 74/100

Άγης Αθανασιάδης

(Συνολικές Επισκέψεις 188, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Αγης Αθανασιάδης 107 Articles
Ο Άγης Αθανασιάδης, είναι συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου/καφέ Booktalks στο Π.Φάληρο. Βιβλιομανής σε σημείο ψυχασθένειας, διατηρεί το βιβλιοφιλικό blog Librofilo (www.librofilo.blogspot.gr) και δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς την ανάγνωση λογοτεχνίας που (μαζί με τον κινηματογράφο), αποτελεί το μεγαλύτερό του πάθος.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*