Ο Τιγκράν Αμπραμιάν είναι ένας νέος ηθοποιός που φέτος τον βρίσκουμε σε μια παράσταση για ενήλικες και σε δύο παραστάσεις για παιδιά στο «Από Μηχανής θέατρο»: «Όπου κι αν πας μη χαθείς», του Νίκου Σκορίνη που συνεχίζει για Τρίτη χρονιά να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της θεατρόφιλης Αθήνας. «Εγώ το ξωτικό» βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο της Μαριβίτας Γραμματικάκη και «Ο αόρατος Τονίνο» βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Τζάνι Ροντάρι. Και τις τρεις παραστάσεις υπογράφει σκηνοθετικά ο Δημήτρης Μυλωνάς.
Πολύ καλή αφορμή για να γνωρίσουμε τον Τιγκράν Αμπραμιάν και μια καλή ιδέα για έξοδο μέσα στις γιορτές!
Ποια ανάγκη σας οδήγησε να γίνετε ηθοποιός και ποια ήταν η στιγμή που ήσασταν βέβαιος με αυτή σας την επιλογή;
Από μικρό παιδί ένιωθα αρκετά έντονα μια έλξη ν’ ανέβω στη σκηνή. Συμμετείχα στις θεατρικές δράσεις στα σχολικά μου χρόνια και αργότερα για πολλά χρόνια μάλιστα ασχολούμουν με αυτό σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Όσο περισσότερο ερχόμουν σε επαφή ένιωθα ότι ήθελα να εμβαθύνω ακόμη πιο πολύ στον κόσμο του θεάτρου και της υποκριτικής. Η αίσθηση ότι είχα τόσα πολλά να μάθω για τον εαυτό μου, τους ανθρώπους αλλά και τον κόσμο εν γένει ασκώντας αυτή την τέχνη με κέντριζε όλο και περισσότερο. Ωστόσο, με τον συμβατικό τρόπο ζωής που είχα επιλέξει ως τότε αντιλήφθηκα ότι οι βαθύτερες πνευματικές ανάγκες έκφρασης αλλά και ουσιαστικής επικοινωνίας που είχα περιορίζονταν. Τότε, λοιπόν, πήρα την απόφαση ν ’ασχοληθώ επαγγελματικά με την υποκριτική. Για εμένα η επιλογή της υποκριτικής ως επάγγελμα ήταν και ταυτόχρονα επιλογή αλλαγής τρόπου ζωής.
Υπήρξε κάποιος καλλιτέχνης ο οποίος αποτέλεσε πρότυπο για εσάς και επηρέασε τον τρόπο που προσεγγίζετε την τέχνη σας και αν ναι, ποιος και γιατί;
Το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν πολλές στιγμές καλλιτεχνικές από ηθοποιούς που μου έχουν μείνει χαραγμένες και αποτελούν μέσα μου μια πλούσια πηγή έμπνευσης. Έτσι, λοιπόν, μου είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω έναν μονάχα καθώς έχω εμπνευστεί πολύ έντονα αλλά και σε διαφορετικό επίπεδο από τον καθένα ξεχωριστά. Ωστόσο αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον αυτός θα ήταν ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος. Πρώτη φορά που τον είδα στο σανίδι ήταν στο έργο «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκριν» το 2000 και έκτοτε τον παρακολουθούσα πολύ συχνά. Στη σκηνική του παρουσία πάντα με γοήτευε το πάθος με το οποίο ενσάρκωνε τους ρόλους του αλλά και η αλήθεια που εξέφραζε. Το κείμενό του με τίτλο «γράμμα σε ένα νέο ηθοποιό» με συνοδεύει πάντα. Και όταν αισθάνομαι ότι χάνω τον εαυτό μου διαβάζοντάς το αμέσως νιώθω να με κατατοπίζει. Σε ένα τόσο μικρό γράμμα κατάφερε να πει τόσο καθαρά, μεγάλες και σημαντικές αλήθειες. Δε ξεχνώ πότε τη φράση του «ο δρόμος της τέχνης είναι μοναχικός – δημιουργικός».

Φέτος, σας βρίσκουμε σε τρεις παραστάσεις στο θέατρο «Από Μηχανής», δύο παιδικές και μια ενηλίκων. Πείτε μας συνοπτικά δύο πράγματα για τον ρόλο που υποδύεστε σε καθεμία από αυτές.
Συμμετέχω συγκεκριμένα στις παραστάσεις «Εγώ το ξωτικό» της Μαριβίτας Γραμματικάκη, «Ο αόρατος Τονίνο» του Τζάνι Ροντάρι και «Όπου κι αν πας να μη χαθείς» του Νίκου Σκορίνη.
Στην πρώτη παράσταση υποδύομαι δύο ρόλους, αυτού του ξωτικού με την ονομασία Ντοντορίν και του Άγιου Βασίλη. Ο Άγιος Βασίλης, με τη σοφία που τον διακατέχει αναλαμβάνει να διορθώσει την ανακατωσούρα που έχει δημιουργηθεί στις τάξεις των ξωτικών, όπου έχει εμφανιστεί ένα γκρινιάρικο ξωτικό και έχει φέρει τα πάνω κάτω. Για να το καταφέρει αυτό επιστρατεύει την αγάπη, τη συγχώρεση αλλά και το ιδιαίτερο χιούμορ του! Έτσι, θα προλάβουν τελικά να πάνε όλοι μαζί, να μοιράσουν τα δώρα πριν έρθει το πρωί!
Στη δεύτερη παράσταση υποδύομαι τους ρόλους του δασκάλου του Τονίνο, του επιβάτη που συναντά στο τρόλεϊ, του πελάτη που συναντά στο ζαχαροπλαστείο, του πατέρα του Τονίνο και τέλος του γέροντα που συναντάει στο πάρκο. Ίσως, ο πιο ουσιαστικός ρόλος να είναι και ο τελευταίος. Ο γέροντας στο πάρκο έρχεται για να «λύσει» τα μάγια του Τονίνο και να τον βοηθήσει να γίνει και πάλι ορατός ώστε να μπορέσει να ξαναπαίξει με τους φίλους του. Παράλληλα, όμως, μας υπενθυμίζει ότι τους ανθρώπους της μεγαλύτερης ηλικίας δεν πρέπει να τους αμελούμε και ούτε να τους τοποθετούμε στο περιθώριο.
Στο «Όπου κι αν πας να μη χαθείς» υποδύομαι και πάλι αρκετούς ρόλους μεταξύ αυτών και του Γρηγόρη Πανόπουλου. Στην προσπάθειά του να ν’ αντιταχθεί στο καθεστώς της χούντας και να ξεσηκώσει το λαό οργανώνει την απαγωγή ενός ταγματάρχη, εντεταλμένου των συνταγματαρχών. Στο σχέδιό του μεταξύ άλλων συμμετέχει και ο πρωταγωνιστής του έργου, ο Ορέστης. Τελικά, η απαγωγή αποτυγχάνει και ο Γρήγορης σκοτώνεται. Μετά από λίγο η χούντα πέφτει και εκείνος δε θα είναι εκεί για να το γιορτάσει. Αλλά η απώλειά του δεν έχει πάει χαμένη και θα μείνει στην ιστορία ως ένας ήρωας από τους πολλούς που θυσιάστηκαν για την ελευθερία.
Ο Τονίνο φοβάται μην κάνει λάθος και έτσι γίνεται αόρατος. Έχουμε γαλουχηθεί με τον φόβο σαν κοινωνία;
Τα παιδιά, σε μικρότερες ηλικίες, έχουν την τάση να δοκιμάζουν πράγματα. Δε φοβούνται να κάνουν λάθος. Διαθέτουν άγνοια κινδύνου και οδηγούνται συχνά από το ένστικτό τους. Ωστόσο, μέσα από το σύστημα εκπαίδευσης που εφαρμόζεται στα κέντρα εκπαίδευσης (σχολεία ως επί το πλείστον), όπου το λάθος τιμωρείται και εκείνος που το διαπράττει λαμβάνει κακή βαθμολογία, τα παιδιά όλο και περισσότερο αρχίζουν να φοβούνται να κάνουν λάθος. Αυτό τους οδηγεί στο να εμπιστεύονται όλο και λιγότερο το ένστικτό τους, να φοβούνται να εκφραστούν ελεύθερα (μήπως κάνουν λάθος) και συνολικά η δημιουργικότητά τους καταπιέζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Όταν ενηλικιωθούν έχει πλέον χαθεί. Σε αυτό φυσικά συμβάλλουν μετέπειτα και οι εκάστοτε εταιρίες στις οποίες αναλαμβάνουν να δουλέψουν. Ως γνωστόν, τα λάθη σε μια εταιρία μπορεί να προκαλέσουν ζημία και αυτοί που την πληρώνουν συχνότερα είναι οι εργαζόμενοι λόγω της πυραμιδικής διάταξης και λειτουργίας τους. Παράλληλα, σε έναν κόσμο που εξελίσσεται όλο και περισσότερο με ταχύτατους ρυθμούς, η έκθεση σε ένα υπέρογκο εύρος πληροφορίας που είναι πολύ δύσκολο να επεξεργαστεί κανείς δημιουργούν ένα σάστισμα και ένα περιβάλλον ανασφάλειας όπου κυριαρχεί ο φόβος. Τέλος, τα ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προβάλλουν πρότυπα με τα οποία θέλουν να ταυτιστούν πολλοί άνθρωποι. Ο φόβος της απόρριψης από τους άλλους επειδή δεν ανήκουν στα ευρέως και κοινώς αποδεκτά πρότυπα αυξάνεται συνεχώς. Επομένως, θα έλεγε κανείς πως ο φόβος (σε διάφορους τομείς και σε διάφορες μορφές) και η προσπάθεια απαγκίστρωσης από αυτό αποτελεί πλέον ένα βασικό κομμάτι της κοινωνίας μας.
Στο «Εγώ το ξωτικό», την τελευταία νύχτα έρχονται τα πάνω-κάτω. Πίσω από αυτή την ανακατωσούρα βρίσκονται τα ξωτικά του Άγιου Βασίλη. Τι μηνύματα περνά η συγκεκριμένη παράσταση;
Το «Εγώ το ξωτικό» της Μαριβίτας Γραμματικάκη είναι ένα ευφάνταστο παραμύθι που κρύβει κάποια πολύ χρήσιμα μηνύματα για τους μικρούς θεατές αλλά για και τους μεγαλύτερους. Το κυριότερο από αυτά σίγουρα είναι η αγάπη και η συγχώρεση. Κάποιες φορές ανάμεσα στους ανθρώπους φωλιάζει το «κακό» με τη μορφή της ζήλιας, της γκρίνιας, της τεμπελιάς. Ωστόσο, με τη κατανόηση και τη συγχώρεση αμέσως σαν μαγικό το «κακό» ξορκίζεται και τη θέση του παίρνει η αγάπη, που έχει τη δύναμη να τα επουλώνει όλα. Εξίσου σημαντικό είναι και το μήνυμα ότι η εξωτερική εμφάνιση δεν πρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις ζωές μας. Καμιά φορά μπορεί σε κάποιους να δημιουργείται το αίσθημα της ντροπής λόγω της διαφορετικότητάς τους. Ωστόσο, αν τους αποδεχτούμε όπως είναι και τους εμπιστευτούμε μπορεί να ξεδιπλώσουν τις κρυμμένες αρετές τους και να μας εκπλήξουν!
Μια σύγχρονη οδύσσεια είναι το «Όπου και αν πας να μη χαθείς», κατά την οποία ξετυλίγεται η Ιστορία της νεότερης Ελλάδα από το ’50 έως τις μέρες μας. Ποια είναι η δική σας σχέση με την Ιστορία;
Προέρχομαι από μια χώρα όπως η Αρμενία που διαθέτει μια μακρά και πλούσια ιστορία. Νιώθω ότι έχω την ευθύνη αλλά και την ανάγκη να κρατήσω ζωντανή τη σύνδεσή μου με αυτήν. Για να το επιτύχω αυτό πρέπει εκτός από το να ενημερώνομαι για τις τρέχουσες εξελίξεις να έχω και μια καλή γνώση της ιστορίας της. Οι λαοί μένουν «ζωντανοί» σε μεγάλο βαθμό χάρις στην ιστορική κληρονομιά που κουβαλούν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι ότι οφείλω να τη γνωρίζω καλά. Ωστόσο, ανέκαθεν η Ιστορία με γοήτευε, όχι μόνο της Αρμενίας αλλά και όλων των λαών. Άλλωστε, το «σήμερα» είναι η άκρη μιας τεράστιας αλυσίδας ιστορικής. Για να κατανοήσουμε όσα ζούμε στη σύγχρονη εποχή παγκοσμίως πρέπει να μελετήσουμε εις βάθος την ιστορία. Δε μας είναι απλώς χρήσιμη αλλά απολύτως αναγκαία. Η ιστορική γνώση μπορεί να βάλει τα θεμέλια ώστε να δημιουργήσουμε ένα πεδίο αυτογνωσίας, ως ανθρώπινο γένος. Η ευημερία μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό.
Η παράσταση, όμως, γίνεται και ένα ταξίδι με προορισμό την προσωπική «Ιθάκη» του ήρωα. Ιδανικά, ποια θα ήταν η δική σας «Ιθάκη» και μέχρι πού θα ήσασταν διατεθειμένος να φτάσετε για να την προσεγγίσετε;
Προσωπικά, δε διαθέτω κάποια «Ιθάκη» την οποία προσπαθώ πάση θυσία να προσεγγίσω. Θεωρώ ότι μεγαλύτερη σημασία έχει η διαδρομή και όχι κάποιος συγκεκριμένος μεγάλος στόχος που πρέπει να επιτευχθεί. Όπως λέει και ο Κ.Π. Καβάφης: «Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις». Υπάρχουν, ωστόσο, μέσα μου μικρές «Ιθάκες», μικροί στόχοι δηλαδή που προσπαθώ να κατακτήσω μέσα στο άμεσο μέλλον. Κατακτώντας μικρές «Ιθάκες» ανοίγει ο δρόμος και με οδηγεί προς έναν προορισμό που είναι ωστόσο άγνωστος για εμένα και καθώς προχωρώ ξανοίγεται εμπρός μου και τον γνωρίζω. Για να πετύχω αυτούς τους μικρούς στόχους μου είμαι διατεθειμένος να διαθέσω πολλή ενέργεια, χρόνο, σκέψη, κόπο. Ωστόσο, όταν αντιληφθώ ότι για να τους πετύχω αρχίζω να σπαταλάω την υγεία μου, την εσωτερική ευημερία μου αλλά και ότι στερώ πολύ πολύτιμο χρόνο μακριά από αγαπημένους μου ανθρώπους τότε αμέσως θ’ αλλάξω πλεύση. Πιστεύω ότι τίποτα στον κόσμο δεν αξίζει την υγεία μας, τη σωματική και τη ψυχική αλλά και ότι ο χρόνος που αφαιρούμε από σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μας δεν αναπληρώνεται.

Τι σας γοητεύει περισσότερο, η «μεγάλη» Ιστορία ή οι «μικρές» συχνά υποτιμημένες ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων;
Στη δουλειά μας ως ηθοποιοί και τα δύο είναι σημαντικά. Προσωπικά, όμως γοητεύομαι πολύ από τις μικρές ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων. Ακόμη και ο τρόπος που μπορεί να στη διηγηθούν μπορεί να σε συναρπάσει. Διαθέτουν συχνά λεπτομέρειες πολλές και νευραλγικές που κάνουν την ιστορία πολύ πιο ζουμερή, σου μεταδίδουν τον παλμό των γεγονότων και σε κάνουν να την αισθανθείς και’ συ. Κακώς είναι υποτιμημένες και θα έπρεπε να δίνουμε πιο συχνά βάση σε αυτές καθώς κρύβουν πολλές αλήθειες και μπορούν επίσης να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε την ψυχολογία μιας κοινωνίας ή ενός λαού.
Info:
Από Μηχανής Θέατρο
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, Αθήνα
(Σταθμός μετρό: Μεταξουργείο)
Τηλέφωνα επικοινωνίας: 210 5232097








