Αφού κλείσαμε το κινητό που ηχογραφούσε – είμαστε στην Πλάκα, κάτω από μια σόμπα, το καφέ ο Γλυκύς έκλεισε τη μουσική όσο κάναμε τη συνέντευξη – και ήπιαμε λίγο από το τσάι μας, ο Δημήτρης Σαμόλης με τόνο εκμυστήρευσης μου είπε: Μου λείπει η τρυφερότητα και εννοώ από το θέατρο, από τις παραστάσεις! Αν μου ζητήσεις να πω μια λέξη για την παράσταση, τις «Στρακαστρούκες», αυτή είναι: η Τρυφερότητα!
Η Καλοσύνη, η τρυφερότητα, είναι λέξεις, είναι ανθρώπινες ιδιότητες που έχουν εκπέσει από τον τρέχοντα αξιακό κώδικα. Δίνουμε σε κάποιον «συγχαρητήρια» και «μπράβο» και επαίνους για την αξία του. Δεν του δίνουμε για το πόσο τρυφερός ή καλοσυνάτος είναι.
«Τρυφερότητα» λέει ο δημιουργός της παράστασης «Στρακαστρούκες» ότι είναι η ουσία του θεατρικού μονολόγου που ερμηνεύει στη σκηνή του θεάτρου «Μικρό Γκλόρια». Η αλήθεια είναι ότι ο θεατρικός μονόλογος που γεμίζει το θέατρο περιέχει οπωσδήποτε την τρυφερότητα της ματιάς ενός οξυδερκούς καλλιτέχνη για όσα συμβαίνουν και σκίζουν τα σωθικά μέρους της ελληνικής κοινωνίας.
Ο Κωσταντής, ο ήρωας που υποδύεται, υφίσταται όλων των ειδών τους νταήδες γιατί είναι ομοφυλόφιλος στην άγρια ελληνική επαρχία.
Είπα, παραπάνω, «μέρους της ελληνικής κοινωνίας» γιατί δεν πρέπει να είμαστε τόσο αισιόδοξοι ώστε να νεφελοβατούμε. Μέρος της ελληνικής κοινωνίας στιγματίζεται από τις γυναικοκτονίες, τις δολοφονίες αδύναμων, τους βασανισμούς, τη δολοφονία του Γιακουμάκη. Δυστυχώς, δεν είμαστε όλοι το ίδιο ευαίσθητοι, ούτε πρόθυμοι να αποδεχτούμε τους άλλους. Κι αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, αλλά μάλλον άσχετο με αυτό που θέλω να πω για τις «Στρακαστρούκες» (ή μήπως όχι τελικά…)
Ο Δημήτρης Σαμόλης έχει γράψει ένα κείμενο υψηλών προδιαγραφών, χωρίς μελοδραματισμούς, με το πικρό χιούμορ που έχει ανάγκη ο ήρωάς του για να επιβιώσει μέχρι το τελικό άγριο φινάλε. Με τη μαεστρία που διαθέτει, παίζει, τραγουδάει, στήνει και ξεστήνει το σκηνικό δίνοντας έτσι και έναν εξωτερικό, πέραν του εσωτερικού ρυθμού της παράστασης και κάνει το κοινό να ξεσπά σε δυνατά χειροκροτήματα.
Η σκηνοθεσία του Μάριου Κακκουλή, όπως ανέφερα βοηθάει τον ηθοποιό να κινείται πάνω στη σκηνή όχι άσκοπα, αλά «θεατράλε», αλλά για ουσιαστικούς λόγους, αναδεικνύοντας το έξοχο σκηνικό – νομίζω ο όρος υβριδικό είναι λίγος να το περιγράψει – του Λουκά Μπάκα.
Τρυφερότητα λοιπόν! Και κατανόηση και αποδοχή και αγάπη. Όλα αυτά προκύπτουν από τον σπαραγμό του Κωσταντή, στη σκηνή του Μικρού Γκλόρια, που έχει να αντιμετωπίσει τα παιδιά της γειτονιάς, του σχολείου, τον κρητικό πατέρα, την οικογένεια, την αγριάδα της μεγάλης πόλης, τους συμφοιτητές. Αυτό που όλοι έχουμε κοινό με τον Κωσταντή, ο κοινός αντίπαλος, είναι ο εαυτός μας. Και με αυτόν ο ήρωας του Δημήτρη Σαμόλη τα έχει βρει. Και αυτό είναι σπουδαίο και σημαντικό.

Πάμε τώρα σε όσα καταγράψαμε στην κουβέντα που κάναμε στην Πλάκα με τον Δημήτρη Σαμόλη.
Πώς γεννήθηκαν οι « Στρακαστρούκες»;
Ξέρω ότι ήθελα να γράψω κάτι, ένα θεατρικό έργο. Δεν είχα ιδέα τι ήθελα να πω και αυτό το θεωρούσα εμπόδιο. Το συζήτησα με τον Θοδωρή Αθερίδη που παίζουμε μαζί (για τρίτη χρονιά στα «Μαθήματα Κωμωδίας). Και μου λέει: μια χαρά, δε χρειάζεται να ξέρεις.Γράφε!
Και όντως ξεκίνησα κι άρχισα να γράφω. Και στην αρχή δεν ήξερα τι κάνω και φυσικά δεν ήξερα αν θα γίνει θεατρικό έργο. Προχωρώντας όμως το έβρισκα απελευθερωτικό. Και σιγά- σιγά άρχισε να αχνοφαίνεται μια ιστορία.
Ως ονειροπόλος που είμαι, όπου πήγαινα έβρισκα κι από ένα στοιχείο. Περπατούσα στο δρόμο, άκουγα κάτι κι έλεγα «α, αυτό το θέλω».
Γνώρισα το καλοκαίρι μια κοπέλα στη Μύκονο που μου είπε ότι έχει έξι δάχτυλα. Άρχισα να τη ρωτάω γι’ αυτό και το έβαλα στην παράσταση.
Όπου πήγαινα άρχισαν να μου …αποκαλύπτονται πράγματα κι εγώ τα έβαζα στους ήρωες μου.
Είναι οι Στρακαστρούκες η ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη;
Δεν είναι.Τα πράγματα συνέβησαν ανάποδα. Άρχισα να σκέφτομαι τον δικό μου ήρωα και να φτιάχνω το περιβάλλον την οικογένειά του και μετά είδα τα κοινά στοιχεία με τον Γιακουμάκη. Τότε άρχισα να ψάχνω τη δική του ιστορία. Δεν πήρα την ιστορία του κι άρχισα να γράφω.
Η βία που υπάρχει στο έργο σου, είναι όπως η βία που γιγαντώνεται γύρω μας με θύματα τους πιο αδύναμους, τις γυναίκες, τους διαφορετικούς. Πώς δούλεψες τους ήρωές σου;
Τη βία τη γνωρίζουμε, δυστυχώς, από την κούνια μας. Είναι κάτι γνώριμο. Με κατεύθυνε και ο σκηνοθέτης, αλλά ήθελα να αναδειχθούν οι πολλές μορφές της βίας που υπάρχουν γύρω μας. Βία δεν είναι μόνο το ξύλο.
Εσύ έχεις υποστεί κάποιου είδους βίας; Με προβλημάτισε ο τρόπος μου σου βγήκε το «ξέρουμε τη βία από την κούνια μας»;
Σωματική βία δεν έχω υποστεί. Αλλά ενεργειακά και λεκτικά έχω υποστεί. Δεν έχω υποστεί βία στο χώρο μας (εννοεί τον θεατρικό) αλλά ως μικρός, στο σχολείο, τα άλλα παιδιά … ξέρεις. Ξέρω πώς είναι να σε τραμπουκίζουνε.
Μου επιτρέπεις να πω ότι το ραντεβού μας έγινε αμέσως μετά το εβδομαδιαίο σου ραντεβού με τον «Ψ» σου. Με ποια λέξη έφυγες σήμερα από το σέσιον;
Να είμαι πιο επιεικής με τον εαυτό μου!
Πώς ξεκίνησες την ψυχοθεραπεία;
Δεν μπορώ να συγχωρώ τα λάθη και στους γύρω μου και στον εαυτό μου. Ακόμη και τώρα, στην παράσταση, όταν κάνω ένα λάθος φρικάρω.
Δηλαδή κάνεις ένα λάθος και αρχίζεις να τραμπουκίζεις τον εαυτό σου; Κι αν κάνει λάθος άλλος…;
Μόνο τον εαυτό μου. Φρικάρω με εμένα. Τους άλλους όχι.
Θεωρείς αδυναμία ή δύναμη για κάποιον να ζητάει βοήθεια;
Ε, είναι δύναμη! Το να ζητήσεις βοήθεια είναι δύναμη. Εγώ εδώ και τρία χρόνια τη
«ζητάω» που κάνω ψυχανάλυση.

Ας πάμε στην παράσταση και θέλω να μου πεις πώς επέλεξες την Ανωγειανή προφορά για τον τρόπο που μιλάει ο «πατέρας» στο έργο σου;
Θα σου πω, παρόλο που η ιστορία δεν εκτυλίσσεται στα Ανώγεια. Μπορεί και να είναι μια αδυναμία αυτό που έχω κάνει. Είμαι από τα Ανώγεια κι έχω στ’ αυτιά την φωνή του πατέρα μου. Ωστόσο μίλησα με πολλά παιδιά από το Ηράκλειο – άλλωστε η δράση του έργου είναι κάπου κοντά στο Τυμπάκι – και προσπάθησα να κάνω μια ενδιάμεση προφορά. Βεβαίως ο τρόπος εκφοράς του λάμδα που ακούγεται και λίγο σαν ρο είναι το σκληροπυρηνικό του πράγματος.
Ποιος είναι ο «θεατής» που θέλεις πολύ να δει την παράστασή σου;
Σίγουρα, θέλω να τη δουν άνθρωποι που έχουν παρόμοιες εμπειρίες. Όμως να σου πω ότι όταν τελειώνει η παράσταση κάπως όλοι συνδέονται και για το ζήτημα του πατέρα. Παίζει η συντριπτική πλειοψηφία από εμάς να είχαμε έναν πατέρα που μας υποτίμησε. Εκεί όλοι συνδέονται. Γιατί ακόμη και ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου κάποια στιγμή μια ρήξη την προκάλεσε.
Η θέση λοιπόν του πατέρα σε σχέση με το παιδί του και το πώς του συμπεριφέρεται είναι ο συνεκτικός κρίκος για κάθε θεατή. Τους ταράζει.
Περίγραψέ μου κάποιες από τις αντιδράσεις που έχεις μετά την παράσταση;
Κοίτα, εγώ ξεκίνησα να γράφω μια κωμωδία. Τελικά το έργο έχει κωμικά στοιχεία αλλά κωμωδία δεν το λες. Και τελικά νομίζω ότι αυτό συνέβη γιατί πάντα επιστράτευα το χιούμορ κάθε φορά που με πονούσε κάτι. Οπότε στην ψυχοσύνθεσή μου το χιούμορ είναι πολύ διαστρεβλωμένο. Το επιστρατεύω, ακόμη, όταν πονάω.
Έτσι λοιπόν στις πρώτες παραστάσεις έβλεπα κόσμο να κλαίει και να συγκινείται. Κι εγώ ήμουν αμήχανος και δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ.
Το φινάλε (ας μη το πούμε) είναι λυτρωτικό.
Εδώ μου επιτρέπεις να πω ότι εκτός από το κείμενο και η σκηνοθεσία οδηγεί σ’ αυτό το λυτρωτικό φινάλε. (γελάει) Αλλά ας έρθω στον Δημήτρη Σαμόλη που τραγουδάει, παίζει, γράφει τραγούδια, τώρα και θεατρικά. Λοιπόν μπορείς να μας …ξανασυστηθείς;
Δεν θα αποφασίσω ποτέ. Σιχαίνομαι τις ταμπέλες και όλη μου τη ζωή προσπαθώ να τις αποφύγω. Κάνω ο,τιδήποτε με ευχαριστεί στη συγκεκριμένη φάση της ζωής μου. Τώρα ήθελα ένα θεατρικό. Αύριο μπορεί να είναι ένα σίριαλ, μια ταινία. Έχω γράψει μια ταινία μικρού μήκους. Έχω στο μυαλό μου κι ένα σίριαλ. Μ’ αρέσει να δοκιμάζω πράγματα. Αλλά σε όλα θέλω να υπάρχει η μουσική. Όπως και στις Στρακαστρούκες.
Ξέρεις κάτι τελικά; Μ’ αρέσει που δεν περιμένει κάποιος κάτι συγκεκριμένο από εμένα. Αισθάνομαι ελεύθερος.
Που συναντάς περισσότερη υποκρισία; Στο θεατρικό σανίδι ή… έξω, στην κανονική ζωή;
Υποκρισία… ε ίδιον του ανθρώπου! Μπορεί να τη συναντήσεις παντού. Δεν λέω περισσότερο στο ένα ή στο άλλο.
Πώς σκέφτεσαι τον Δημήτρη σε μια πενταετία;
‘Όπως είμαι τώρα. Δημιουργικός, να ψάχνω καινούργια πράγματα. Μ’ αρέσει αυτό που υπάρχει τώρα!
Τι φοβάσαι και τι κάνεις για να καταπολεμάς τους φόβους σου;
Φοβάμαι τις αρρώστιες και το να μη με αγαπάνε για κάτι δικό μου που ενοχλεί και να μη μου το λένε. Φοβάμαι να μην είναι ειλικρινής κάποιος απέναντί μου
Οι φωτογραφίες του άρθρου είναι της Ελίνας Γιουνανλή (εκτός της σέλφι φυσικά!)

«Στρακαστρούκες» – Πληροφορίες για την παράσταση:
Εισιτήρια στο λινκ Μικρό Γκλόρια έως τις 28 Φεβρουαρίου
Βρισκόμαστε ακριβώς δέκα λεπτά πριν χτυπήσουν οι καμπάνες για την Ανάσταση σ’ ένα χωριό της Κρήτης. Ο Κωσταντής κρατάει στη μια του χούφτα καραμελάκια που σκάνε στο στόμα και στην άλλη αυτοσχέδιες στρακαστούκες. Στην κλειστή κοινωνία της επαρχίας που κανείς δεν του απλώνει το χέρι, ο ήρωάς μας ανοίγει την καρδιά του με σπαρακτικό χιούμορ λίγο πριν κάνει το μεγάλο μπαμ. Οι καμπάνες όμως χτυπούν νωρίτερα.
Ο ηθοποιός και τραγουδοποιός Δημήτρης Σαμόλης στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την “αγία ελληνική οικογένεια”, τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι Στρακαστρούκες είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη








