Η παράσταση Η μέρα της φούστας παρουσιάζεται στον θεατρικό χώρο Δίπυλον που επαναλειτουργεί μετά από 9 χρόνια με δύο αίθουσες.
Η Ζωή Χατζηαντωνίου έστησε μια παράσταση βασισμένη στην ομώνυμη γαλλική θρίλερ ταινία με τη Θεοδώρα Τζήμου στον ρόλο της καθηγήτριας και μια ομάδα νέων ταλαντούχων ηθοποιών. Η παράσταση έχει την ένδειξη καταλληλότητας για θεατές άνω των 16 ετών με την προειδοποίηση ότι ακούγονται πυροβολισμοί, ενώ καλό είναι να γνωρίζετε ότι περιλαμβάνει σκηνές που αναπαριστούν έντονη βία, υβριστική γλώσσα και γυμνό.

Υπόθεση
Η Σόνια, καθηγήτρια λογοτεχνίας σε ένα δημόσιο λύκειο με παραβατικούς μαθητές, στοχοποιείται γιατί δε συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του Διευθυντή προς τις καθηγήτριες και τις μαθήτριες να μην προσέρχονται στο σχολείο φορώντας φούστα. Ένα πρωί κατά τη διάρκεια του μαθήματος ένα τυχαίο συμβάν θέτει σε κίνηση μια χιονοστιβάδα απρόβλεπτων εξελίξεων. Η Σόνια, σε κατάσταση ακραίας σύγχυσης – ή ακραίας διαύγειας του μυαλού, κρατά ομήρους τους μαθητές της τάξης και τους κάνει μάθημα θεάτρου διά της βίας. Η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό της καταλήγοντας σε ένα μεταδραματικό φινάλε. Είναι απαραίτητη η βία προκειμένου να επιτευχθεί ό,τι θεωρείται «μορφωτικό»; Πρέπει η κοινότητα να αναζητήσει τον θύτη εντός της ή είμαστε όλοι θύματα ενός έξωθεν βίαιου μηχανισμού που μας διαμορφώνει και μας εξαναγκάζει σε έναν διαρκή καθημερινό πόλεμο μέχρι τελικής αλληλλοεξόντωσης;

Η δραματουργία-θρίλερ
Βασικό δομικό στοιχείο της δραματουργίας είναι η αίσθηση θρίλερ που προκύπτει από τον «εγκλεισμό» των μαθητών υπό την απειλή όπλου από την καθηγήτρια τους, τη Σόνια. Αυτό που διαφέρει από άλλα έργα του είδους είναι πως εδώ η «απειλή» έρχεται από την καθηγήτριά τους, με αφορμή το όπλο που βρίσκεται στην τσάντα ενός μαθητή. Οι μαθητές της που κρατά ομήρους, είναι άτομα του περιθωρίου με πολύ έντονα υβριστική γλώσσα, προβληματικές συμπεριφορές και εμπλοκή σε απαγορευμένες ενέργειες. Πώς αλλάζουν οι ισορροπίες της σχολικής ομάδας όταν εμφανίζεται το όπλο; Ο Μάικλ Τσέχωφ έλεγε πως η σωστή σκηνοθεσία αν εμφανίσει ένα όπλο σε μια σκηνή, πρέπει οργανικά να οδηγήσει σε μια πυροκρότηση σε επόμενη πράξη.
Η Σόνια κρατώντας το όπλο δεν εγκαταλείπει την προσπάθειά της να κάνει μάθημα και αξιοποιώντας το έργο Ληστές του Σίλλερ να οδηγήσει τους μαθητές στα άκρα, προκειμένου να «απελευθερωθούν». Από την άλλη, βλέπουμε ότι ακόμα και μια καθηγήτρια πρεσβεύει την αξία της λογοτεχνίας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας, όταν βρίσκεται με ένα όπλο στο χέρι, αποκτά μια φασιστική και σχεδόν σαδιστική συμπεριφορά.
Μέσα από το ιδιότυπο μάθημα που κάνει, έρχονται στην επιφάνεια διάφορα καίρια θέματα της εποχής μας, όπως οι συμμορίες των νέων, η πολυπολιτισμικότητα, η σεξουαλική/έμφυλη βία, το bullying. Η εκφορά του λόγου φέρει μεγάλη ένταση και μπορεί να κάνει trigger σε θεατές που έχουν βρεθεί σε αντίστοιχη θέση.
Η παράσταση
Η Ζωή Χατζηαντωνίου εκπλήσσει με την επιλογή ανεβάσματος του συγκεκριμένου έργου και με την σύνθεση μιας παράστασης που μπορεί να θεωρηθεί πολιτικό θέατρο. Εδώ έχει να διαχειριστεί πολλά ζητήματα όπως την απόδοση ενός θρίλερ στο θέατρο, την αληθοφάνεια της ιδιότυπης κατάστασης, τις σκηνές με την έντονη βία και το γυμνό και τη σύνθεση ενός θιάσου με νεότερα αλλά ταλαντούχα παιδιά. Και παρά τις ενστάσεις σε σημεία που μπορεί να έχουμε, κατάφερε να κάνει μια πολύ έντονη και ζωντανή παράσταση που σε κρατάει προσηλωμένο από την αρχή μέχρι το τέλος. Ιδίως στο τελευταίο μισάωρο όπου το όπλο περνάει από χέρι σε χέρι, σαν μια ρώσικη ρουλέτα, φαίνεται πως οι ισορροπίες αλλάζουν ατέρμονα.
Η Θεοδώρα Τζήμου δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία που την τοποθετεί για άλλη μια φορά στις καλύτερες ερμηνείες της χρονιάς. Κατόρθωσε να κάνει ανάγλυφη τόσο με τη φωνή όσο και με το σώμα της τη μετάβαση από την συγκαταβατική και σχεδόν φοβισμένη καθηγήτρια στην αρχή του έργου, στην «απειλητική» παρουσία από όταν πιάσει το όπλο. Παρά τις έντονες μεταβάσεις του έργου, στέκεται εκεί και αφουγκράζεται τους λεπτούς χειρισμούς που χρειάζεται ο ρόλος της, ενώ φαίνεται πως η παρουσία της δίνει και το τέμπο στους νεότερους συμπρωταγωνιστές της.

Οι «μαθητές» της είναι ηθοποιοί που αποφοίτησαν πρόσφατα από τις δραματικές τους σχολές, αλλά υπηρέτησαν άριστα τη συνθήκη της παράστασης και έδωσαν ερμηνείες που μας κάνουν να βλέπουμε ελπιδοφόρα την επόμενη γενιά του θεάτρου. Να ξεκινήσουμε από τον Τίτο Πινακά -γνωστό και από τις σειρές Κάνε ό,τι κοιμάσαι και Τα καλύτερα μας χρόνια– που υποδύεται τον Λουκά, ένα αγόρι που μαθαίνουμε στην πορεία ότι είναι ομοφυλόφιλο και κακοποιείται από συμμαθητές του. Ο Πινακάς υποδύεται εξαιρετικά τον περιθωριακό νέο που ενώ υφίσταται βία δεν αντιδρά. Εμφανίζεται αρχικά με γυαλιά ηλίου που κρύβουν τις μελανιές που έχει στο πρόσωπο, ενώ αργότερα αφήνει να φανεί η εύθραυστη και πληγωμένη φύση του Λουκά. Με την κορύφωση του ρόλου του στα τελευταία λεπτά της παράστασης δε θα εκπλαγούμε καθόλου αν είναι υποψήφιος στα επόμενα βραβεία Χορν.
Στον αντίποδα ο Γκορ που υποδύεται ο Πάνος Χατσατριάν είναι πιο μπρουτάλ και ακατέργαστος. Είναι και ο χαρακτήρας που πυροδοτεί όλη τη δράση καθώς αυτός έφερε το όπλο, αυτός προκάλεσε την καθηγήτρια αλλά και αυτός βιντεοσκοπούσε την κακοποίηση του Λουκά. Στην παρέα του είναι ο Φώτης (Στέργιος Μικρούτσικος), ο Μιχάλης (Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος) και ο Χακίμ (Θάνος Κονιάρης). Ο τελευταίος έχει ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικά ξέσπασμα όταν κρατάει το όπλο, αλλάζοντας ρούχα και θέση με την καθηγήτριά του.
Πολύ καίριος και πολιτισμικά αναγνωρίσιμος ο ρόλος της Μαριάμ που υποδύεται η Μαρία Αρζόγλου, μιας μουσουλμάνας που φοράει χιτζάμπ στο σχολείο. Η καθηγήτρια την πιέζει να την βγάλει ως σύμβολο καταπίεσης, αλλά η Μαριάμ υπερασπίζεται την επιλογή της και φέρνει αντίσταση. Βέβαια, με αυτόν τον τρόπο βλέπουμε μια δυτική αντιμετώπιση του μουσουλμανισμού, που μπορεί να αποτελέσει θέμα μιας διαφορετικής συζήτησης. Τον ρόλο της Νατάσας υποδύεται η Νατάσα Βλυσίδου, που δέχεται κι αυτή την απρεπή συμπεριφορά των αγοριών.
Η αληθοφάνεια της αναπαράστασης του έργου εξυπηρετείται από την σκηνογραφία της Ελίνας Λούκου που παραπέμπει σε σχολείο και ταυτόχρονα σε θεατρική σκηνή, καθώς το έργο είναι αυτοαναφορικό με θέατρο εν θεάτρω. Την ίδια σκοπιμότητα εξυπηρετούν τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη που έχουν μια φρέσκια και urban αισθητική, ταυτόσιμη των εφήβων του σήμερα.
Η παράσταση Η μέρα της φούστας είναι πολύ καλό παράδειγμα ενός θεάτρου με σύγχρονη σκηνική γλώσσα, με πραγματικά φρέσκο αέρα, πολιτική και φιλοσοφική μάτια πάνω στη ζωή μας και ταλέντα που θα μας απασχολήσουν τα επόμενα χρόνια. Η Ζωή Χατζηαντωνίου δημιούργησε μια παράσταση που συγκλονίζει τον θεατή από τα πρώτα λεπτά μέχρι το φινάλε και κατορθώνει να μετατοπίσει. Έτσι θα ανέβαινε το in-yer-face σήμερα.
Αναστάσης Πινακουλάκης
Η ταυτότητα της παράστασης
- Σκηνοθεσία: Ζωή Χατζηαντωνίου
- Σκηνογραφία: Ελίνα Λούκου
- Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
- Μουσική: Γιώργος Μιζήθρας
- Φώτα Νίκος Βλασόπουλος
- Βοηθός σκηνοθέτιδας: Ντίνα Ντεμπέμπε, Ελμίνα Νέου
- Φωνητική διδασκαλία: Απόστολος Κίτσος
- Βοηθός ενδυματολόγου: Παναγιώτης Ρενιέρης
- Βοηθός σκηνογράφου: Ελένη Ζωγράφου
- Φωτογραφίες: Άλεξ Κατ
- Γραφίστας: Πασχάλης Ζέρβας
- Επικοινωνία & Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη
- Διαφήμιση-Social Media: RENEGADE MEDIA, Βασίλης Ζαρκαδούλας
- Διεύθυνση και εκτέλεση παραγωγής: Kart Productions
- Παίζουν Θεοδώρα Τζήμου στον ρόλο της Καθηγήτριας, Μαρία Αρζόγλου, Νατάσα Βλυσίδου, Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος, Θάνος Κόνιαρης, Στέργιος Μικρούτσικος, Τίτος Πινακάς, Γιάννης Σανιδάς, Πάνος Χατσατριάν
- Τα αποσπάσματα των έργων που χρησιμοποιούνται στην παράσταση βασίζονται στις μεταφράσεις του Γιώργου Δεπάστα.
- Η παράσταση είναι συμπαραγωγή της ΤΕΧΝΗΧΩΡΟΣ & της QUADRAT ΑΜΚΕ.
- Η παράσταση επιχορηγείται από το ΥΠΠΟΑ








