Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου: Το ελληνικό θέατρο σε κρίση ή πώς χάσαμε την ουσία

Favorite

Ο Γουίλεμ Νταφόε, με πολλά χιλιόμετρα στο σανίδι και γνωστός παγκοσμίως από τη μεγάλη οθόνη — τον απολαύσαμε και σε δύο ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου, «Poor Things» και «Kinds of Kindness» — έγραψε το φετινό μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου.

Ο σπουδαίος ηθοποιός αναφέρει, μεταξύ άλλων:«Το θέατρο είναι μια πράξη παρουσίας — μια συνάντηση που δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Εκεί όπου ο ηθοποιός και ο θεατής μοιράζονται τον ίδιο χρόνο και χώρο γεννιέται κάτι μοναδικό, εφήμερο αλλά και βαθιά αληθινό. Σε έναν κόσμο γεμάτο οθόνες, αυτή η ζωντανή ανταλλαγή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία».

Αυτή τη μοναδική συνάντηση ψυχών, μέσα στο πιο εφήμερο παιχνίδι, αγαπάμε όλοι στο θέατρο — είτε εμπλεκόμαστε άμεσα είτε έμμεσα. Γι’ αυτό και το θέατρο αντιστέκεται ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές: γιατί φωτίζει ακόμη και τη μικρότερη χαραμάδα ελπίδας, γιατί δίνει ανάταση, την αριστοτελική «κάθαρση», όπως τη διατύπωσε ο Αριστοτέλης ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ.

Η θεατρική σεζόν 2025-2026 δεν έχει τελειώσει ακόμη, αφού μετά το Πάσχα έρχεται ένα νέο τσουνάμι πρεμιερών. Τι γίνεται όμως στην πραγματικότητα; Υπάρχουν τόσο πολλά sold-out; Διώχνουν κόσμο τα θέατρα ή κυνηγούν τους θεατές με το ντουφέκι; Και γιατί η φετινή σεζόν — μιλάμε για Οκτώβριο ’25 έως Μάιο ’26 — είναι, κατά γενική ομολογία, μια «κακή χρονιά» για το ελληνικό θέατρο;

Για πρώτη φορά, στα είκοσι χρόνια που είμαι επαγγελματίας θεατής, έχω δει τόσες παραστάσεις να κατεβαίνουν πριν από την ώρα τους — πολλές μάλιστα με πάσα μυστικότητα. Πρώτη φορά με ρωτούν «Πες μας μια καλή παράσταση» και χρειάζεται να σκεφτώ αρκετά, για να καταλήξω — με δυσκολία — σε πέντε το πολύ. Το χειρότερο αυτής της σεζόν, για μένα, είναι ότι για τις περισσότερες παραστάσεις καταλήγεις στο ίδιο συμπέρασμα:«Οκ, καλή είναι· αν δεν τη δεις όμως, δεν θα χάσεις και κάτι».

Αυτό από μόνο του είναι μια σοβαρή ένδειξη ότι η καλλιτεχνική πυξίδα χρειάζεται επαναπροσδιορισμό. Η σεζόν δεν έχει στίγμα, δεν έχει κατεύθυνση. Παραστάσεις fast food σε θέατρα-super market.

Οι καλλιτέχνες δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τις απαραίτητες πρόβες στον χώρο. Πριν από αυτούς παίζεται παιδικό, μετά μπαίνει άλλη ομάδα για πρόβα και το βράδυ γίνεται παράσταση. Οι ηθοποιοί, για την επιβίωσή τους, συχνά παίζουν ή κάνουν πρόβες ακόμη και για τέσσερις διαφορετικές δουλειές.

Οι επιχορηγήσεις δίνονται στους ίδιους και στους ίδιους — και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένο. Σε άλλες όμως, λυπάμαι που το γράφω, θα έπρεπε να τους πληρώνουμε για να μην ανεβάζουν παραστάσεις. Αναρωτιέμαι: πόσο μπορεί πραγματικά να παρακολουθήσει η επιτροπή τις νέες ομάδες μέσα σε αυτή τη λαίλαπα πρεμιερών; Και τελικά, τα μικρά ποσά που δίνονται μπορούν όντως να βοηθήσουν;

Εκπαίδευση

Είναι λοιπόν η υπερπληθώρα το πρόβλημα; Είναι και δεν είναι. Πρώτο στο κάδρο του προβλήματος θα τοποθετούσα τη σοβαρή έλλειψη παιδείας. Η θεατρική αγωγή έχει παραγκωνιστεί από τα σχολεία. Δυστυχώς, οι υπεύθυνοι δεν έχουν καταλάβει τη σημασία της — όχι μόνο στον τομέα της καλλιέργειας και της γνώσης, αλλά ακόμη περισσότερο στο κομμάτι της ψυχολογίας, της κοινωνικοποίησης και της εκτόνωσης των παιδιών.

Θυμάμαι όταν η Dorothy Heathcote, το μακρινό 2007, μας έδειχνε σε βίντεο — σε κάποιο σεμινάριο για το θέατρο στην εκπαίδευση — πώς το θέατρο αξιοποιείται ως εργαλείο μάθησης στις τάξεις του Ηνωμένου Βασιλείου ήδη από τη δεκαετία του ’90. Εμείς, ως φοιτητές παιδαγωγικής κατεύθυνσης, μέναμε με το στόμα ανοιχτό. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Τι άλλαξε;

Σε μια Αθήνα που ανεβάζει πάνω από 1.000 παραστάσεις τον χρόνο, το κοινό δεν μπορεί παρά να εκπαιδεύεται από μικρή ηλικία. Σήμερα, όμως, συζητάμε ακόμη για το αν τα παιδιά πρέπει να τρώνε την ώρα της παράστασης (!) Με ελάχιστα θέατρα να το απαγορεύουν — λαμπρό παράδειγμα το Θέατρο Πόρτα.

Η μάστιγα του sold-out και η ψυχολογία του τσάμπα

Το ευρύ κοινό, που θα πάει θέατρο δύο-τρεις φορές τον χρόνο — συχνά απλώς για να πει ότι πήγε — θα κλείσει τα εισιτήριά του με ένα και μόνο κριτήριο: το «sold-out». Παραστάσεις που είναι — ή φαίνεται να είναι — sold-out πριν καν ανέβουν μπαίνουν πρώτες στη λίστα επιλογών.

Εκεί ξεκινά και η μεγαλύτερη μάστιγα της εποχής μας: «Τι θα πουν αν δεν έχουμε κόσμο; Γεμίστε το με προσκλήσεις!»

Και ξαφνικά βλέπεις παραστάσεις να προσφέρονται δωρεάν παντού — από μεγάλα sites μέχρι μικρά blog και σελίδες influencers. Ρωτάω λοιπόν: γιατί ο Έλληνας, σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία, να σκεφτεί να δώσει ακόμη και 10-15 ευρώ για ένα οικονομικό εισιτήριο, όταν ξέρει ότι οι μισοί μέσα στην παράσταση θα είναι με προσκλήσεις;

Μήπως να θυμηθούμε την ουσία; Μια παράσταση αξίζει επειδή είναι γεμάτη ή επειδή έχει κάτι να πει; Μήπως και οι καλλιτέχνες πρέπει να αποδεχτούν ότι ίσως χρειαστεί να παίξουν και για δέκα θεατές; Μήπως να σταματήσει και στις τηλεοπτικές εκπομπές η ατάκα «Σκίζετε, ε;»

Οι άνθρωποι του θεάτρου είναι επαγγελματίες

Έχουμε κάνει άλματα προόδου από την εποχή που οι ηθοποιοί δεν θεωρούνταν σοβαροί επαγγελματίες, αλλά άνθρωποι που κάνουν το κέφι τους ή — ακόμη χειρότερα — γυναίκες ελευθέρων ηθών. Αυτό όμως αρκεί;

Πώς θεωρείς κάποιον επαγγελματία όταν δεν του πληρώνεις πρόβες ή όταν, στην καλύτερη περίπτωση, του δίνεις ένα μικρό χαρτζιλίκι;

Υπάρχουν παραγωγοί που εκβιάζουν εργαζομένους να παίζουν σχεδόν δωρεάν, με το επιχείρημα ότι δίπλα τους παίζει ο τάδε ή ότι «θα τους δουν και θα γίνουν γνωστοί».

Και υπάρχουν νέα παιδιά που, επειδή διψούν να παίξουν, δουλεύουν αμισθί — ή, ακόμη χειρότερα, κάνουν άλλες δουλειές, μαζεύουν χρήματα και πληρώνουν δικές τους παραγωγές, οι οποίες κατά 95% τους χρεώνουν χιλιάδες ευρώ.

Στον θεσμό των επιχορηγήσεων λαμβάνονται πραγματικά υπόψη οι νέοι καλλιτέχνες; Οι δραματικές σχολές προνοούν ώστε οι απόφοιτοί τους να είναι ενημερωμένοι για το τι μέλλει γενέσθαι; Προσπαθούν, μέσω των καθηγητών τους, να τους δώσουν μια πρώτη ευκαιρία;

Εν κατακλείδι – 5 παραστάσεις που αξίζει να δείτε

Παραπάνω, μερικοί προβληματισμοί για το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί και που δυστυχώς, δύσκολα θα αλλάξει. Μήπως όμως είναι στο χέρι των καλλιτεχνών να αλλάξει;

Θα ήθελα να κλείσω με μερικές προτάσεις, σας έχω νέα! Οι παραστάσεις που ξεχώρισα δεν είναι sold-out! Θα υπήρχαν και άλλες στη λίστα, αλλά έχουν ήδη ρίξει αυλαία, όπως η εξαιρετική «Ήμερη- η ανατομία μιας πτώσης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Νταλιάνη, η οποία όπως όλα δείχνουν θα επιστρέψει την επόμενη σεζόν. Τέλος, δεν συμπεριλαμβάνω αξιόλογες παραστάσεις που έκαναν πρεμιέρα πέρσι ή πρόπερσι, όπως το «Νεκρές Ψυχές», σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη, το «Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου» σε σκηνοθεσία Μαρνά- Γκιόκα, το «Ήλιος με δόντια», σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη, «Οι Κάλπιδες» , σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου κ.α

Θα έλεγα όμως ότι αξίζουν την προσοχή σας:

1.      «Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα» του Γιάννη Αγγελάκα στη Στέγη, σε σκηνοθετική επιμέλεια Γιώργου Γούση. Δεν είναι μια κλασική θεατρική παράσταση είναι μουσική και θέατρο, ένα  οπτικό ακουστικό κομψοτέχνημα με υπέροχα κινούμενα σχέδια. Βασισμένη στο βιβλίο « Le petit Prince» του Antoine de Saint-Exupery, η παράσταση έρχεται στο σήμερα, σχολιάζει, χωρίς να γίνεται διδακτική και χωρίς να χάνει την ουσία του κειμένου εξάλλου: «την ομορφιά δεν την βλέπουν τα μάτια»…

2.      Το «Πέμπτο Βήμα» του Ιρλανδού Ντέιβιντ Άιρλαντ, σκηνοθετεί ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος  στο Θέατρο Μικρό Χορν. Εκεί παρακολουθούμε τις συναντήσεις ενός αλκοολικού νεαρού άνδρα, του Λούκας, με τον καθοδηγητή του, Τζέιμς – έναν μεσήλικα, πρώην εξαρτημένο. Ο Θάνος Τοκάκης και ο Παντελής Δεντάκης δίνουν δύο σπουδαίες ερμηνείες, ένα υποκριτικό πινκ- πονκ που αξίζει να δείτε.

3.      Το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, ευτύχισε στα χέρια του Στάθη Λιβαθινού, μακριά από την ηθογραφία και την εύκολη συγκίνηση. Η ομάδα του σκηνοθέτη αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο σημαντικό είναι οι ηθοποιοί να λειτουργούν ως ensemble και να χτίζουν ουσιαστικές σκηνικές σχέσεις. Όλοι τους είναι εξαιρετικοί, ενώ η Μαρία Σαββίδου είναι μια σπαρακτική αλλά ταυτόχρονα τόσο γήινη Εκάβη.

4.      «Ο Εχθρός του Λαού»  είναι μια από τις παραστάσεις που αναμέναμε με τρομερό ενδιαφέρον καθώς τη σκηνοθεσία υπογράφει ο σπουδαίος  Τόμας Οστερμάγιερ, o οποίος καταφέρνει να διαβάσει τον Χένρικ Ιψεν στο σήμερα. Οι Έλληνες ηθοποιοί ανταπεξήλθαν και με παραπάνω στον πήχη που έχει τοποθετήσει ψηλά ο διεθνούς φήμης σκηνοθέτης, με τον Μιχάλη Οικονόμου να ξεχωρίζει. Η παράσταση αξίζει μόνο και μόνο για τον συγκλονιστικό μονόλογο που ερμηνεύει  Κωνσταντίνος Μπιμπής και που όσο περνούν οι μήνες και η επικαιρότητα έχει νέες προσθήκες.

5.      «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και το πλήρωσε τη νύχτα» του Γκέοργκ Κάιζερ, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου δεν είναι μια παράσταση για όλους αλλά είναι μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσει κανένας θεατρόφιλος. Ο έμπειρος σκηνοθέτης αναδεικνύει το εξπρεσιονιστικό αριστούργημα με μια σύγχρονη ματιά, εστιάζοντας στην υπαρξιακή αγωνία των ηρώων. Οι ερμηνείες είναι όλες αξιομνημόνευτές από το πρωταγωνιστικό δίδυμο Αυγουστίδη- Σαμαρά μέχρι τους Κόκκινο, Μπακογιάννη, Πλεμμένο και Σαμψαλάκη που αναλαμβάνουν διαδοχικούς ρόλους όλων των φύλων και των κοινωνικών status.

Γιώτα Δημητριάδη

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top