Μια συζήτηση με τη Μαρία Ξανθοπουλίδου είναι πάντα ζωντανή και συνάμα τρυφερή. Σκηνοθέτρια με πολλές ανησυχίες, παραγωγός που αναλαμβάνει ρίσκα, δεν μπορεί παρά να σε κάνει να συγκινηθείς με τον ρομαντισμό με τον οποίο αντιμετωπίζει την Τέχνη.
Μετά το τέλος της επιτυχημένης παράστασης «Γέρμα (η ανεκπλήρωτη)» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα, όπου είχε αναλάβει την παραγωγή, η Μαρία επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη.
Στον χώρο Κάμιρος ανεβάζει εδώ και λίγες μέρες το νέο έργο της Σοφιάννας Θεοφάνους, το «Blunted-Δήμητρες και Περσεφόνες», με δύο εξαιρετικές ερμηνεύτριες: την Ευγενία Αποστόλου και την Ηλέκτρα Μπαρούτα.
Στα παλιά της λημέρια, πολύ κοντά στη Β’ Σκηνή της Οδού Κεφαλληνίας, όπου είχε δημιουργήσει μια μαγική θεατρική στέγη, ένα φυτώριο νέων σκηνοθετών και ηθοποιών, και μας είχαν χαρίσει καταπληκτικές παραστάσεις.

Σε μόλις τρία χρόνια λειτουργίας, τολμώ να πω ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ ούτε την «Έμμα» της Μαρίας Πρωτόπαππα, τον «Αμπιγιέρ» (σκην. Μανώλη Δούνια), τις «Λευκές Νύχτες» (σκην. Δημήτρη Καταλειφού), αλλά και την «Κυρία Ντάλογουεϊ», σε σκηνοθεσία της ίδιας της Μαρίας Ξανθοπουλίδου.
Χρόνια μετά, η ίδια συνεχίζει να γελά μ’ αυτό το υπέροχο γάργαρο γέλιο και να εμπιστεύεται τη ζωή. Σπάνια σκηνοθέτρια δεν ονειρεύεται έργα αλλά συνεργασίες.
«Περισσότερο με ενδιαφέρει κάθε φορά να βρίσκομαι μπροστά σε ένα υλικό που με αφορά πραγματικά τη δεδομένη στιγμή. Αν υπάρξουν οι συνθήκες, αυτά τα έργα θα έρθουν. Δεν βιάζομαι να τα κατακτήσω, με ενδιαφέρει να τα συναντήσω όταν θα έχει νόημα».
Για το έργο της Σοφιάννας Θεοφάνους που σκηνοθετεί τώρα στο Κάμιρος, εξηγεί: «Με γοήτευσε αυτή η αίσθηση ότι το έργο κινείται διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που αποσιωπάται. Δεν σου δίνει ποτέ κάτι ολοκληρωμένο, σε κρατά σε μια ένταση, σαν κάτι να ετοιμάζεται να ειπωθεί αλλά δεν βρίσκει τον τρόπο. Αυτό για μένα ήταν και η αφορμή: να δουλέψω πάνω σε αυτή τη ρωγμή, σε αυτή τη σιωπή που δεν είναι κενό, αλλά γεμάτη νόημα».
Τη ρωτάω πώς προέκυψε η ιδέα το έργο να συνομιλήσει με τα ποιήματα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Για εκείνη, τα ποιήματα αυτά: «Λειτουργούν σαν ρωγμές μέσα στον λόγο. Σαν θραύσματα ενός εσωτερικού μονολόγου που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Δεν είναι επένδυση ούτε σχόλιο. Είναι μια άλλη διάσταση της ίδιας εμπειρίας, πιο ποιητική, πιο ασυνείδητη. Με έναν τρόπο, εκεί όπου ο ρεαλιστικός λόγος φτάνει στα όριά του, εμφανίζεται ο Λόρκα».

Πώς έρχεται όμως να δέσει σκηνοθετικά ο μύθος της Περσεφόνης σ’ ένα σύγχρονο, μεσοαστικό ελληνικό σπίτι;
Η Μαρία ξεκαθαρίζει: «Δεν με ενδιέφερε να “μεταφέρω” τον μύθο με έναν εμφανή τρόπο. Περισσότερο με απασχόλησε πώς αυτός ο μύθος υπάρχει ήδη μέσα στις σύγχρονες σχέσεις. Η Περσεφόνη, η Δήμητρα, ο αποχωρισμός, η επιστροφή είναι σχήματα που επαναλαμβάνονται. Μέσα σε ένα “κανονικό” σπίτι, αυτά τα αρχέτυπα λειτουργούν υπόγεια, σχεδόν αόρατα, αλλά καθορίζουν τις σχέσεις. Οπότε η προσέγγιση ήταν να αφήσουμε τον μύθο να διαπερνά τη δράση, όχι να την εικονογραφεί».
Ένα έργο με πυρήνα τη σχέση μητέρας-κόρης δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάσει και το κοινό βίωμα. «Νομίζω ότι σε έναν βαθμό όλοι κουβαλάμε μέσα μας αυτή τη σχέση, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Δεν θα έλεγα ότι ξεκίνησα από ένα συγκεκριμένο βίωμα, αλλά σίγουρα υπήρξαν στιγμές μέσα στη διαδικασία που λειτούργησαν προσωπικά. Κυρίως στο πώς η αγάπη μπορεί να συνυπάρχει με τη δυσκολία, με την απόσταση, με το ανείπωτο. Αυτό είναι κάτι που δεν αφορά μόνο τους ρόλους του έργου, είναι κάτι που μας αφορά όλους».
Για την επιστροφή της στη γειτονιά της Κυψέλης, μετά την τριετία της Β’ Σκηνής του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας, η Μαρία παραδέχεται ότι «έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα. Ίσως υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για ουσία και λιγότερη για “δήλωση”. Η Κυψέλη παραμένει ένας ζωντανός, πολυσύνθετος τόπος, αλλά για μένα η επιστροφή έχει και κάτι προσωπικό, σαν μια επανασύνδεση με μια διαδρομή που συνεχίζεται, αλλά δεν είναι ίδια. Με έναν τρόπο, είναι κι αυτός ένας κύκλος που ξανανοίγει».

Εξάλλου, όπως εξηγεί, το θεατρικό τοπίο έχει αλλάξει: «Είναι ένα τοπίο με μεγάλη κινητικότητα, αλλά και με αρκετές δυσκολίες. Υπάρχει ανάγκη για νέες φωνές, για διαφορετικές αφηγήσεις, αλλά ταυτόχρονα οι συνθήκες δεν είναι πάντα ευνοϊκές. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι το θέατρο συνεχίζει να βρίσκει τρόπους να υπάρχει, ίσως γιατί έχει αυτή τη ζωντανή, άμεση σχέση με τον θεατή που δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Και αυτή η ανάγκη για επικοινωνία είναι, τελικά, που το κρατά ζωντανό».
Όσον αφορά τη θέση της γυναίκας στον άλλοτε ανδροκρατούμενο χώρο της σκηνοθεσίας, η Μαρία πιστεύει ότι «έχουν γίνει βήματα, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι το ζήτημα έχει λυθεί. Υπάρχουν ακόμη στερεότυπα, προσδοκίες, τρόποι με τους οποίους διαβάζεται το έργο μιας γυναίκας. Από την άλλη, βλέπω όλο και περισσότερες γυναίκες να διεκδικούν τον χώρο τους με πολύ ουσιαστικό τρόπο. Το ζητούμενο για μένα δεν είναι απλώς η παρουσία, αλλά η δυνατότητα να υπάρχεις και να δημιουργείς με τους δικούς σου όρους».
Γιώτα Δημητριάδη
Η Μαρία Ξανθοπουλίδου σκηνοθετεί το νέο έργο της καταξιωμένης συγγραφέως Σοφιάννας Θεοφάνους, «Blunted-Δήμητρες και Περσεφόνες», στον χώρο Κάμιρος.
Περισσότερες πληροφορίες και κράτηση εισιτηρίων εδώ:
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/blunted/








