«Sleeping Fires» του Kurō Tanino στην Πειραιώς 260: Όταν η σκηνή σκοτεινιάζει, αρχίζει να ακούει

Favorite

Με την πρώτη του παρουσίαση στο αθηναϊκό κοινό, ο Kurō Tanino, άμα τη εμφανίσει, δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί μια ιστορία· ενδιαφέρεται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σκηνή.

Είναι σημαντικό που το Φεστιβάλ Αθηνών δίνει τη δυνατότητα στους θεατρόφιλους να γνωρίσουν σκηνοθέτες που πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν.

Ανάμεσά τους και το «Sleeping Fires» του Kurō Tanino που έκανε πρεμιέρα πριν κάποιους μήνες στο πλαίσιο του No Limits στο Χονγκ Κονγκ και παρουσιάστηκε για δύο βραδιές στην Πειραιώς 260.

Ο αλληγορικός τίτλος του έργου αναφέρεται στη φωτιά που σιγοκαίει κάτω από τη στάχτη, ως μεταφορά για τον θυμό, τη μνήμη και την επιθυμία.

To κείμενο που υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης μάς μεταφέρει σ’ ένα ορεινό χωριό, έξω από το Έντο, το σημερινό Τόκιο. Είμαστε στο 1840, σε μια καλύβα ζει η Ίκου, μια εκ γενετής τυφλή γυναίκα μαζί με τον σύζυγό της. Διαβάζει τον κόσμο με τα χέρια της και θεραπεύει κάθε πόνο με το μασάζ. Ένα βράδυ μια τυφλή εικοσάχρονη γυναίκα τους χτυπάει την πόρτα. Η Σάγιο, όπως είναι το όνομά της, συστήνεται ως γκόζε.

Στις χιονισμένες διαδρομές της βορειοδυτικής Ιαπωνίας, για αιώνες περιπλανιόνταν οι γκόζε — τυφλές γυναίκες μουσικοί που μετέτρεψαν την επιβίωση σε τέχνη. Τραγουδούσαν θρύλους και ιστορίες συνοδεία ενός παραδοσιακού σιαμισέν.

Όλες οι φωτο του άρθρου είναι του Shinsuke-Sugino

Η Σάγιο επισκέπτεται την καλύβα με το πρόσχημα ότι θέλει να μάθει τη τέχνη του μασάζ. Η ιστορία όμως εξελίσσεται σ’ ένα άγριο παιχνίδι εκδίκησης με τις δύο άγνωστες γυναίκες να αναπτύσσουν ένα βαθύ και άρρητο δεσμό και από θύματα να μετατρέπονται σε θύτες.

Το κείμενο του Tanino είναι άνισο και δραματουργικά προβλέψιμο, με μια πλοκή που λειτουργεί περισσότερο ως αφετηρία παρά ως αυτόνομη δύναμη.

Ο ίδιος, όμως, φαίνεται ότι γράφει το έργο έχοντας από την αρχή στο μυαλό του,τις αισθήσεις που θέλει να ξυπνήσει και εκεί πράγματι μάς εντυπωσίασε. Μια παράσταση με ισχυρή ατμοσφαιρική πυκνότητα, που σε στιγμές γίνεται μια πολυαισθητηριακή θεατρική εμπειρία.

Αν ο θεατής επιχειρήσει να παρακολουθήσει την πλοκή γραμμικά, κινδυνεύει να μείνει σε ένα επίπεδο εγκεφαλικής απόστασης και να απογοητευτεί. Αν όμως αφεθεί στις εικόνες και επιστρέψει στις αισθήσεις και στη φαντασία του να λειτουργήσουν, το έργο αποκτά άλλη δύναμη.

Ο ήχος κυριαρχεί. Η ηχογαβάθα ανοίγει και κλείνει τις πράξεις σαν τελετουργικό σήμα, οργανώνοντας έναν ακουστικό χώρο όπου η δόνηση έχει μεγαλύτερη σημασία από τη μελωδία.

Η επιλογή της μόνο τυχαία δεν είναι. Πρόκειται για ένα αρχαίο μουσικό όργανο και κύμβαλο διαλογισμού. Οι πολυφωνικοί της ήχοι και οι δονήσεις της δίνουν τη δυνατότητα στο θεατή να εστιάσει στην ακοή του, την πιο δυνατή αίσθηση των τυφλών και να βιώσει έστω και στιγμιαία έναν κόσμο με τον ήχο να κυριαρχεί.

Παράλληλα, οι βροντές, τα κουδουνάκια, οι ήχοι που παράγει το ξύλο όπου βηματίζουν οι ένοικοι της καλύβας, οι μαχαιριές από τη σφαγή του ζώου τάνουκι— ένα μοναδικό είδος σκυλόμορφου παμφάγου που ενδημεί στην Ιαπωνία —ολοκληρώνουν ένα μοναδικό ηχητικό σύμπαν που υπογράφει ο Koji Sato (σχεδιασμός ήχου)

Σημαντική και η αίσθηση της αφής, που ο θεατής βιώνει μέσω των γυναικών, εξάλλου αυτή είναι και η δύναμή τους, τα ακροδάχτυλα της Ίκου κάνουν θαύματα.

Κομβικής σημασίας η όσφρηση και το πώς δίνει ο σκηνοθέτης στους βλέποντες να κατανοήσουν τη δύναμή της, με το χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης γνωριμίας των δύο γυναικών, όπου η εκ γενετής τυφλή Ίκου καταλαβαίνει ότι η επισκέπτριά τους δεν είναι μια γκόζε από το άρωμά της. Εδώ η όσφρηση μετατρέπεται σε εργαλείο αλήθειας, πιο αξιόπιστο από την όραση.

Όλα τα παραπάνω συμβάλλουν σε μια πολυαισθητηριακή θεατρική εμπειρία, όπου ο ήχος, η αφή, η όσφρηση και το σκοτάδι αποκτούν ισότιμη δραματουργική σημασία με την εικόνα. Μεγάλο σκηνοθετικό και καλλιτεχνικό επίτευγμα στην εποχή, όπου η εικόνα ισοπεδώνει τα πάντα.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Tanino δεν είναι ότι μας δείχνει το βίωμα της τυφλότητας στη καθημερινότητα. Είναι ότι αμφισβητεί τη βαθιά οπτικοκεντρική φύση του θεάτρου. Το θέατρο που παρακολουθούμε, τουλάχιστον στη Δύση, είναι κατεξοχήν τέχνη του βλέμματος. Ο Tanino προτείνει μια σκηνική εμπειρία όπου η ακοή, η όσφρηση και η αφή αποκτούν ισότιμο δραματουργικό βάρος. Αυτό δεν είναι απλώς ένα εύρημα της συγκεκριμένης παράστασης· είναι μια θέση για το τι μπορεί να είναι το θέατρο σήμερα και σίγουρα είναι ένας δρόμος μακριά από την ευκολία. Ένας δρόμος πιο απαιτητικός και για τον ίδιο τον θεατή.

Η σκηνογραφία του Michiko Inada  λειτουργεί ως δραματουργικός μηχανισμός και όχι ως απλό εικαστικό περιβάλλον από το άνοιγμα της αυλαίας, μέχρι το φινάλε κάθε γωνιά του κρύβει και μια έκπληξη- συμβολισμό που εξελίσσει το έργο και φωτίζει άλλα επίπεδα.

Μοιάζει να εμπνέεται από τη φιλοσοφία του «Furusato» (σημαίνει πατρίδα), αλλά η έννοιά της ξεπερνά τη γεωγραφική τοποθεσία. Πρόκειται για το συναίσθημα της ασφάλειας και της ηρεμίας που νιώθουμε όταν βρισκόμαστε σε έναν χώρο όπου ανήκουμε πραγματικά.

Μαζί με τους φωτισμούς του Masayuki Abe και τα βίντεο του Nobuhiro Matsuzawa ζωντανεύουν μια αφήγηση ( Yoshie Tanikawa)  που οργανώνεται σαν παραμύθι που δεν επιδιώκει τη γραμμική του ολοκλήρωση αλλά τη διαρκή του διάβρωση.

Ο σκηνοθέτης επιλέγει οι δύο πρωταγωνίστριές του να είναι και στην πραγματικότητα άτομα με οπτική αναπηρία και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Εδώ το σκοτάδι δεν ταυτίζεται με τον φόβο, την άγνοια και τον θάνατο, όπως έχουμε συνηθίσει στη Δύση. Εδώ ο τυφλός βλέπει πιο καθαρά. Το λέει εξάλλου και η Ίκου «Όσοι βλέπουν παραδόξως, υποφέρουν περισσότερο».

Οι ηθοποιοί βλέποντες και μη: Susumu Ogata, Ineko Kawai, Takao Shibata, Rio Sekiba και Natsue Hyakumoto έχουν χτίσει ένα δικό τους σύμπαν, με έμφαση στις λεπτομέρειες, ενώ η εύρυθμη επικοινωνία τους επί σκηνής λειτουργεί εντυπωσιακά, αναδεικνύοντας μοναδικά τις σχέσεις εξουσίας αλλά και την ευαλωτότητα μεταξύ των χαρακτήρων.

Το «Sleeping Fires» δεν είναι μια παράσταση που συγκινεί χάρη στην ιστορία της. Συγκινεί επειδή κατορθώνει να μετατοπίσει, έστω και προσωρινά, την εμπιστοσύνη μας από το βλέμμα στις υπόλοιπες αισθήσεις. Ο Kurō Tanino ήρθε στην Πειραιώς 260, για να μας δείξει μια άλλη φιλοσοφία και αυτό από μόνο του έχει ενδιαφέρον.

Μια παράσταση που μας υπενθυμίζει και τη φράση: «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»  του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, από τον αγαπημένο «Μικρό Πρίγκιπα» εδώ Δύση και Ανατολή μπορεί να βρίσκουν και ένα βαθύτερο σημείο επαφής, μέσα από την ανάγκη για ουσία.

Γιώτα Δημητριάδη

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top