17/08/2022

Decadence: Νύχτες σύγχυσης και γέλιου – Οι Dj’s του Deca θυμούνται

Decadence: Νύχτες σύγχυσης και γέλιου - Οι Dj's του Deca θυμούνται

H Ελένη Τζαννάτου από την Popaganda είχε μια καταπληκτική ιδέα και έστησε ένα εξαιρετικό άρθρο υπό τον τίτλο "Νύχτες σύγχυσης και γέλιου στο Decadence. 
Mίλησε λοιπόν με τις μούρες που πέρασαν ως dj''s στο θρυλικό club που ο Νίκος Λακόπουλος ξαναστήνει.  
Είχα την τιμή να με συμπεριλάβει στον κατάλογο των ανθρώπων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μας έκαναν να πιούμε ένα ποτό ακόμη, να χορέψουμε ακόμη ένα τραγούδι και να μην μπορούμε να φύγουμε πριν ξημερώσει από την οδό Βουλγαροκτόνου και Πουλχερίας στο Λόφο του Στρέφη. 

Η Ελένη μίλησε με πολλούς dj's  και μας έχει βάλει σε αλφαβητική σειρά στο άρθρο της. Εγώ διάλεξα λίγους, αλλά αξίζει τον κόπο να κάντε ένα κλικ ΕΔΩ για να μεταφερθείτε σε περισσότερες Νύχτες σύγχυσης και γέλιου στο Decedence.
To φωτογραφικό κολάζ του εξωφύλλου του θέματος είναι από την Popaganda είναι της Κατερίνας Καραλή
 
Οι συστάσεις είναι (σχεδόν) περιττές σε κάποιες περιπτώσεις σαν και του θρυλικού νεοκλασικού της οδού Βουλγαροκτόνου που «μεγάλωσε» δύο και βάλε γενιές της αθηναϊκής νύχτας από όταν άνοιξε τις πόρτες του το 1978 μέχρι και τότε που έπεσε η αυλαία, το 2009. Η είδηση ότι το Decadence «ανασταίνεται» δεν άργησε να γίνει viral, όπως ήταν αναμενόμενο. Μπορεί από εκεί να πέρασαν από τους dEUS μέχρι τον Leonard Cohen κι από τον Nick Cave μέχρι τον Μίκη Θεοδωράκη, ωστόσο είναι οι ίδιοι οι «άνθρωποί του Deca» που κουβαλάνε τις πιο ζωντανές μνήμες. Μουσικοί, DJs, δημοσιογράφοι, διοργανωτές συναυλιών και λοιπά δημιουργικά «δαιμόνια» ανοίγουν το σεντούκι του μυαλού τους. Και μην ξεχνάτε ότι «η παρακμή συνεχίζεται».
 
Ο Αιμίλιος Κατσούρης θυμάται το ζόρικο πάρτυ που έστησαν οι The (International) Noise Conspiracy
 
Ήταν γύρω στο 2003. Οι International Noise Conspiracy ήρθαν στην Ελλάδα για live και είχαν μία μέρα ελεύθερη στην Αθήνα. Έστησαν ένα φοβερό πάρτυ. Ρωτώντας που να πάνε αυτή τη μέρα, τους προτάθηκε το Decadence. Έγινε ένα τελείως τρελό 60s πάρτυ στον κάτω όροφο του μαγαζιού -τότε ήταν ενεργό και σαν σινεμά. Έχουν γίνει τόσα πάρτυ στο Decadence, αλλά αυτό ήταν πολύ ζόρικο, όλοι χόρευαν σαν τρελοί. Αυτή είναι η τελευταία έντονη ανάμνησή μου από εκεί. 
 
Ο Αιμίλιος Κατσούρης, ιδρυτής της Hitch Hyke Records, ήταν τακτικός θαμώνας στο Decadence από το 1981.
 
H Θάλεια Καραμολέγκου θυμάται τη βραδιά που μοιράστηκε τα decks με τον Steve Wynn 
 
Η επίδραση της αιθυλικής αλκοόλης αποδεικνύεται πάντα ισχυρότερη από τη δύναμη της μνήμης, που άλλοτε οπισθοχωρεί κι άλλοτε λειτουργεί επιλεκτικά. Το «σπίτι του παλιού αντιβασιλιά στο λόφο του Στρέφη» (που έλεγε και το σποτάκι) το πρωτοεπισκέφθηκα στα 80’s, χρόνια μαθητικά και φοιτητικά στη συνέχεια, χρόνια που η λέξη αθωότητα έπρεπε επειγόντως να παρακαμφθεί. Ο ηλεκτρισμός ήταν το βασικό συστατικό που συνέδεε σχέσεις και έργα και ημέρες. Αλλά προπάντων, νύχτες.
 
Υπήρχαν ορισμένες σταθερές : ο Τόμας στα decks, ο Χρήστος πάντα στο ίδιο σημείο (ποιος τολμούσε να καθίσει εκεί εκτός από τον ίδιο;) κι ήταν ο λόγος για να ανηφορίσω αργά τη νύχτα-νωρίς το πρωί, κλείνοντας τα δικά μου πικάπ σε άλλα σημεία της πόλης. Όχι μόνο δεν κοιμόμασταν «στις επάλξεις», μα δεν κοιμόμασταν γενικότερα, η διαδρομή Μάρνη-Βουλγαροκτόνου ήταν δεδομένη άλλωστε. Το “Deca” λειτουργούσε ως αυτονόητος μετασυναυλιακός τόπος συνάντησης, συχνά και με καλλιτέχνες που λίγο πριν βρίσκονταν στη σκηνή του Ρόδον.
 
Ήταν μετά το 2000,όταν ένα βράδυ που έπαιζα μουσική μπαίνει ο Steve Wynn (είχε προηγηθεί κάποιο live του) με πλησιάζει και με ρωτά αν θα με πείραζε να συνεχίσουμε παρέα το πρόγραμμα. Φυσικά μοιραστήκαμε τα cd και τα βινύλια που είχα φέρει, με έμφαση στους Kinks από την πλευρά του.
 
Η Θάλεια Καραμολέγκου πήγε για πρώτη φορά στο Decadence ως μαθήτρια στα 80s και έκτοτε ήταν τακτική θαμώνας σε όλα τα 90s, ενώ έχει παίξει εκεί ως guest DJ. Πλέον, μπορείτε να την ακούτε κάθε βράδυ 22:00-24:00 στο Κόκκινο 105.5 και την εκπομπή “Στον Ωκεανό του Ήχου”.
 
Ο Θωμάς Μαχαίρας θυμάται τον Mark E. Smith να θέλει σχεδόν να κάνει πράξη τη ρήση “Hang the DJ” 
 
Στις αρχές του ’90 αποχώρησαν τα δύο παιδιά που καθόριζαν, ας πούμε, το μουσικό ύφος του club μέχρι εκείνη τη στιγμή και ο Νίκος Λακόπουλος μου ζήτησε να αναλάβω. Μέχρι να συμβεί αυτό, αισθανόμουν μάλλον παράταιρος με αυτά που έπαιζα (οι προηγούμενοι κινούνταν περισσότερο προς το κλασικό rock). Μια βραδιά που μου την έδωσε και έπαιξα στη σειρά τρία κομμάτια των Fall, τα θυμάμαι κιόλας: “How I Wrote The Elastic Man”, “Totally Wired”, “C.R.E.E.P”. Ο Χρήστος Δασκαλόπουλος, ο οποίος έπινε το ποτό του στην γνωστή γωνία του μπαρ, μου έστειλε μία μπύρα με τον barman. Μετά την ολοκλήρωση του set , μου είπε: «Πολύ μου άρεσε αυτό το κρεσέντο των Fall!». Έτσι γνωριστήκαμε και έκτοτε είμαστε φίλοι.
 
Περίπου ένα χρόνο μετά, πρέπει να ήταν Σάββατο βράδυ, έπαιζα μουσική αμέσως μετά από μία συναυλία των Fall στο Ρόδον. Μόλις τελείωσε το live έφυγα αμέσως για να αναλάβω τα decks. Το Decadence άρχισε να γεμίζει πολύ γρήγορα, φίλοι και γνωστοί κατέλαβαν τις θέσεις τους και μετά από λίγο ήρθαν και οι ίδιοι οι Fall. Για κακή μου τύχη, ο μέγιστος Mark E. Smith επέλεξε να καθίσει ακριβώς μπροστά μου. Δεν θυμάμαι ποιος ακριβώς του έκανε παρέα. Νομίζω πως ήταν κάποιος από τους διοργανωτές της συναυλίας. Εγώ συνέχισα να παίζω μουσική γεμάτος νευρικότητα. Ο χώρος ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτος, ο κόσμος περνούσε καλά, αλλά με απασχολούσαν οι αντιδράσεις του Smith. Πιστεύω πως μυημένοι και μη γνωρίζουν, πλέον, πως δεν είναι και ο ευκολότερος χαρακτήρας του πλανήτη, οπότε το να τον βλέπω να πίνει το ποτό του με το γνωστό ξινισμένο ύφος δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την αυτοπεποίθησή μου.
 
Τότε, έκανα το μοιραίο λάθος. Έπαιξα το ολοκαίνουριο single μίας μπάντας που έμελλε εκείνη την εποχή να αλλάξει επίπεδο, καλλιτεχνικά και εμπορικά, το “Give It Away” των Red Hot Chili Peppers. Ο Mark με κοίταξε με μισό μάτι και συναισθάνθηκα την καταστροφή να έρχεται. Δυστυχώς, παρά την ένταση της μουσικής, ήταν αρκετά κοντά ώστε να ακούσω το σχόλιό του: “The DJ should be shot.”
 
Πρέπει να άλλαξα δέκα χρώματα εκείνη τη στιγμή. Η αλλαγή με τον επόμενο DJ, λίγη ώρα μετά, υπήρξε λυτρωτική. Βγήκα να πιω (άλλο) ένα ποτό μαζί με τον φίλο μου, Πάνο Σκουλίδα, τότε περιστασιακό DJ του Deca και, εδώ και καιρό, εξαιρετικό φωτογράφο με σπουδαία καριέρα στις ΗΠΑ. Αφού με παρότρυνε να μη δίνω και τόση σημασία σε τέτοιου είδους υποτιμητικές κρίσεις, μου ζήτησε να πάμε μαζί στον κάτω χώρο όπου βρίσκονταν οι υπόλοιποι της μπάντας. Ήθελε να τους βγάλει μερικές φωτογραφίες για το αρχείο μας, όπως έκανε και με άλλους που πέρασαν από εκεί (από τους Jesus and Mary Chain μέχρι τον Nick Cave). Τους βρήκαμε να κάθονται και να πίνουν το ποτό τους ήσυχα. Πρέπει να ήταν ο Scanlon και ο Hanley ανάμεσά τους. Με την άδειά τους, ο Πάνος πήρε τις απαραίτητες φωτογραφίες και την ώρα που φεύγαμε τους είπαμε πως ο Mark είναι πάνω μόνος του κι αν θέλουν να έρθουν μαζί μας για να τους δείξουμε που κάθεται ώστε να τα πιουν παρέα. Η απάντηση ήταν αποστομωτική: “With him? No, no!”.
 
Εκείνη τη στιγμή, βάλαμε τα γέλια, αισθάνθηκα κάτι σαν δικαίωση. Είπα πως δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσω από τον ανάποδο, ό,τι και να έπαιζα. Εδώ δεν τον άντεχαν οι δικοί του. Όμως, δεν μου πήρε πολύ καιρό μέχρι να συνειδητοποιήσω πως είχε δίκιο, όσο στριφνός και να φάνταζε στα μάτια μου μετά το σχόλιό του περί εκτέλεσής μου. Ίσως να έχει πάντα δίκιο (εκτός από την προτίμησή του στην Manchester City) κι αυτό να ισχύει πλέον αξιωματικά. Πιθανότατα γι’ αυτό η συγκεκριμένη ιστορία είναι η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό, ανάμεσα σε εκατοντάδες που θυμάμαι από εκείνη την εποχή του Decadence.
 
Ο Θωμάς Μαχαίρας ήταν υπεύθυνος για την μουσική στο Decadence την περίοδο 1990-1995, παίζοντας δύο φορές την εβδομάδα μετά τη 1.30. Επέστρεψε τακτικά στις αρχές των 00s. Σήμερα, είναι διοργανωτής συναυλιών στην Fuzz Live Productions και του Release Festival.
 
Η Τίνα Παππά θυμάται το βράδυ που το έβαλε πείσμα να κάνει όλο το μαγαζί να χορέψει
 
Εκείνο το βράδυ είχαμε φτάσει στη Βουλγαροκτόνου με διαολεμένη διάθεση. Ήμασταν παρέα με τον Τάσο Τ. και μουσική έπαιζε ο Σπύρος. Δεν θυμάμαι καν τι μέρα ήταν, πάντως στο Deca δεν έπεφτε καρφίτσα και η ατμόσφαιρα είχε αυτήν την ξεχωριστή πυκνότητα, όπως κάθε φορά που η βραδιά προμηνύεται καλή. Δεν ήταν μια από τις νύχτες που νωρίτερα είχε παίξει ο Cave και μετά κατέληγε να τα πίνει παραδίπλα… Δεν συνέβαινε τίποτε πέραν της νόρμας εκείνο το βράδυ. Απλώς ήταν όλα τέλεια.
 
Σε κάποια φάση, μετά από τα πρώτα ουϊσκι ή βότκες, γυρίζω και λέω στον Τάσο: «Κοίτα, ενώ έχει τόσο κόσμο, δεν χορεύει κανείς σχεδόν! Και είναι μικρά παιδιά, μικρότεροι από μας…». ‘Η έτσι μου φαίνονταν εμένα, τέλος πάντων. Έκανα μεταβολή από εκεί που καθόμασταν και πήγα προς τα μέσα. «Θα τους κάνω εγώ να χορέψουν, κοίτα πως θα γίνει, σε 5’». Την είχα δει η μάγισσα της χαράς, προφανώς, και πολύ μου άρεσε ο ρόλος. Σιγά μην κώλωνα με τόσο αλκοόλ που είχε ήδη διεισδύσει εκεί που έπρεπε. Όταν ένα στέκι έχει γίνει μαγικό προ πολλού, δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να κάνεις κι εσύ τα κόλπα σου, αρκεί αυτά να φλερτάρουν με το φως, την καύλα και τα ωραία συναισθήματα αυτής της ζωής, αλλιώς τα ξόρκια και τα μαγικά δεν πιάνουν.
 
Έπιασα μια-μια τις παρέες, στην αρχή με κοίταζαν όλοι σαν να ήμουν καμία τρελή (και δικαίως). Τους ρωτούσα γιατί κάθονται έτσι με τα ποτά στα χέρια. «Εμείς παλιά εδώ και αλλού στα Εξάρχεια και γενικά, ποτέ δεν καθόμασταν έτσι όταν έπαιζε τις μουσικές μας, χορεύαμε και τώρα πρέπει να χορέψετε κι εσείς, αλλιώς αυτή η βραδιά θα έχει πάει χαμένη». Είχα πει το ποίημα σε όλα τα πηγαδάκια. Εννοείται πως λίγα λεπτά αργότερα, όλη η αίθουσα χόρευε. Σχεδόν ιπτάμενη από χαρά, έτρεξα πίσω στον Τάσο και του λέω «Είδες; ΟΛΑ γίνονται τελικά!». Με κοίταζε γελώντας, όπως πάντα όταν έκανα αυτά τα παιδικά. Μετά από λίγο ο Σπύρος άρχισε να παίζει James, “Getting away with it all messed up”. Είχε μόλις σκάσει τότε και ήταν το αγαπημένο μας. Σήκωσε κι εκείνος τα μικροσκοπικά του χέρια στον αέρα και χορέψαμε μαζί και με όλους τους υπόλοιπους, σαν εκείνη η βραδιά να ήταν από τις πιο ωραίες της ζωής μας. Μια βραδιά στο Decadence, μια από τις τόσες πολλές.
 
‘Οταν διάβασα ότι ξανανοίγει, σκέφτηκα (και κάπου το έγραψα κιόλας), «αχ, και να είχαν στόμα και μιλιά αυτοί οι τοίχοι…». Αλλά μην περιμένεις να μάθεις τα πιο πικάντικα από αυτά που θα είχαν να πουν, από ένα αφιέρωμα του Popaganda. Κούνα τον κώλο σου και πέρνα μια βόλτα. Είναι δύσκολο να επαναληφθεί ένα θαύμα στο χρόνο για τους ίδιους ανθρώπους. Αλλά μπορεί αυτή η θρυλική γωνιά κάτω από του Στρέφη, να γίνει το σκηνικό για το θαύμα που θα ομορφύνει τη ζωή κάποιων άλλων, νεότερων ίσως, πάντως σίγουρα διαφορετικών. Και που ξέρεις… Μπορεί να γνωριστούμε κιόλας οι παλαιοί με τους νεότερους και να καταλήξουμε να χορεύουμε δίπλα-δίπλα ένα βράδυ, με τα χέρια ψηλά στον αέρα, όπως τότε.
 
Η Τίνα Παππά πήγαινε στο Decadence από το 1994 -ίσως και νωρίτερα. Σήμερα, εργάζεται στο χώρο της επικοινωνίας.
 
Ο Γιάννης Καφάτος θυμάται μερικά χαλασμένα CDs που δεν πτόησαν κανένα
 
Ήταν καθημερινή, μάλλον Τετάρτη, γύρω στο 1999-2000. Ήταν κοντά στις Απόκριες και είχαμε διοργανώσει ένα πάρτυ με θέμα το Rocky Horror Picture Show, ο κόσμος είχε έρθει ντυμένος όπως στην ταινία, παίξαμε και κλιπάκια. Όλοι ήταν σε ντελίριο, λες και ήταν γνωστοί, έκαναν χαβαλέ. Απίστευτη βραδιά. Άλλη ιστορία που θυμάμαι: στο Decadence, πέρα από τα CD που έπαιζαν, είχε πάντα και έξτρα CD. Έπαιζα στο μαγαζί, περίπου μία εβδομάδα πριν κλείσει. Είχαμε τέσσερα CD, αλλά, όσο πέρναγε η βραδιά, άρχισαν να χαλάνε. Γύρω στις 4-5 η ώρα είχε μείνει μόνο ένα CD. Λέγαμε να σταματήσουμε, αλλά ο κόσμος δεν μας άφηνε. Έπαιζα με κενά ανάμεσα στα τραγούδια αλλά ο κόσμος ήταν λες και έπαιζε κανονικά μουσική. Ήταν ο κόσμος του Decadence, που γούσταρε τη φάση. 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το άρθρο της Ελένης Τζανάτου στην Popaganda

 

(Συνολικές Επισκέψεις 371, 1 επισκέψεις σήμερα)

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*