18/05/2022

Διονύσης Μαρίνος : Κάνω σλάλομ στις πράξεις και τις σιωπές των ηρώων μου / Συνέντευξη

Μια "κουβέντα" με τον Γιάννη Καφάτο με αφορμή το μυθιστόρημα «Μπλε ήλιος»

Μαρίνος

Πολλές φορές σκέφτομαι ότι διαβάζοντας ένα βιβλίο, ίσως δεν έχει σημασία ποιος το έχει γράψει αλλά ποιος το διαβάζει (αρκεί ο συγγραφέας να είναι καλός γραφιάς). Οκ, αυτό είναι μια λεκτική και νοητική, ίσως, ακροβασία αλλά εκείνο που θέλω να πω είναι ότι όλοι μας, ως αναγνώστες, αντιλαμβανόμαστε ό,τι διαβάζουμε με όλα όσα κουβαλάμε, με όλα όσα μας αποτελούν ως πρόσωπα και ατομικότητες.

Ο Διονύσης Μαρίνος με τον «Μπλε ήλιο» (Εκδόσεις Μεταίχμιο) μού γέννησε αυτό που σου περιγράφω παραπάνω περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Έχει τελικά μεγάλη σημασία ποιος γράφει και γι’αυτό ίσως μου γεννήθηκε αυτή σκέψη που περιέγραψα παραπάνω.
Ο Μπλε ήλιος του Διονύση Μαρίνου είναι μια σπουδαία δουλειά κι ένα πολύ δυνατό ανάγνωσμα γιατί καταφέρνει να πιάσει κάθε πιθανό αναγνώστη και να τον βάλει σε μια εσωτερική διαδικασία παρατήρησης της ίδιας του της ζωής μέσα από τους τόσο στιβαρούς χαρακτήρες των ηρώων του. Η Μαριάνα, ο Γεράσιμος και ο Ιάσονας είναι τόσο αληθινοί που μπορείς πολύ εύκολα να τους βρεις στο οικογενειακό και φιλικό σου περιβάλλον.

Είμαστε αυτά που λέμε ή μήπως αυτά που δεν λέμε, που δεν τολμάμε να αρθρώσουμε μας καθορίζουν περισσότερο ως ταυτότητες της ύπαρξης μας;
Είμαστε κάποιοι επειδή κάποιος μας αγάπησε, ή επειδή κάποιον αγαπήσαμε και παίρνουμε αμπάριζα από την αγάπη για να προχωράμε στη ζωή μας;
Το βιβλίο του Διονύση Μαρίνου πετυχαίνει όχι να δώσει τελεσίδικες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα αλλά να μας τα δημιουργήσει, κι αυτό νομίζω είναι η μεγάλη αρετή του «Μπλε ήλιου».
Δεν έχει τόσο σημασία να πούμε πολλά για την υπόθεση, όχι ότι η πλοκή δεν παίζει ρόλο στο βιβλίο αλλά εκείνο που τελικά μετράει είναι η αίσθηση του οικείου περιβάλλοντος που πιστεύω ότι θα βρει κάθε αναγνώστρια και κάθε αναγνώστης που θα μπει στον κόσμο του.

Αν κάθε συγγραφέας κάθε φορά που γράφει «γράφει» το ίδιο βιβλίο, μήπως τελικά και οι αναγνώστες ψάχνουμε το ίδιο πράγμα κάθε φορά που ξεκινάμε ένα καινούργιο βιβλίο…;

Περισσότερα όμως και για το βιβλίο αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα θα ανακαλύψεις στις απαντήσεις του σε δικές μου απορίες.

Οι ενοχές, που βιώνει η ηρωίδα σου, είναι πιστεύεις μια κατάσταση που κάνει τον κόσμο δυστυχισμένο;

Οι ενοχές είναι η εσωτερική βία που ασκούμε καθημερινά στον εαυτό μας, εκούσια ή ακούσια. Είναι οι αποτρεπτικές φωνές προς την ελευθερία μας. Είναι σκλαβιά και απόγνωση μαζί. Η Μαριάννα, η ηρωίδα του Μπλε Ήλιου, έχει δώσει τον δικό της οβολό, ένα ολότελα σκληρό νόμισμα, στην τράπεζα του ενοχικού βίου. Ζει μια διπλή ζωή. Αυτή που υφίσταται καθημερινά και η άλλη που φαντάζεσαι ή ποθεί μέσα της. Τι από αυτά μπορούν να προσφέρουν ευτυχία, πηγαία ευτυχία, σε έναν άνθρωπο; Νομίζω η απάντηση είναι αυταπόδεικτη.

Παραμένοντας στη Μαριάννα, τι είναι αυτό που την χαρακτηρίζει περισσότερο ως χαρακτήρα: η αίσθηση της απώλειας, οι ενοχές ή η ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί;

Η δική μου πρόθεση ήταν να δείξω πως πέραν της απώλειας και των λογής «όχι» που είπε στον εαυτό της, αυτό που την κινητοποιεί, αυτό που την κάνει να αισθάνεται πως τίποτα δεν είναι χαμένο, ακόμη κι αν όλα έχουν χαθεί, είναι η αγάπη. Είναι το μόνο συναίσθημα που σπάει πόρτες, ανοίγει παράθυρα, διαλύει αναστολές, κατεβάζει τους διακόπτες. Η αγάπη νικάει τα πάντα, αρκεί να είναι αληθινή. Να γιατί νικιέται συχνά στις μέρες μας.

Ποια ήταν η αφετηρία για να φτιάξεις τον χαρακτήρα του Γεράσιμου;

Στη ζωή μου έχω γνωρίσει πολλούς Γεράσιμους. Κάποτε υπήρξα κι εγώ ένας τέτοιος. Πίστευα πως δεν πρέπει να μιλάς, να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, να μην προδίδεις τις θέσεις σου. Εντέλει, πως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πεδίο διαρκούς αντιπαλότητας και κρυψίνοιας. Ο Γεράσιμος είναι ένας άντρας που γαλουχήθηκε με τη στρεβλή έννοια του ανδρισμού. Με τη βλακώδη λογική ότι ένας άντρας δεν πρέπει να κλαίει, δεν πρέπει να λέει τι αισθάνεται. Κι ας καίει μέσα του μια λάβα. Όλα αυτά τα στοιχεία δόμησαν τον μυθιστορηματικό Γεράσιμο.

Ποια δικά σου χαρακτηριστικά έχεις διοχετεύσει και σε ποιους από τους ήρωες του βιβλίου σου.

Αναπόδραστα υπάρχουν πολλά δικά μου στοιχεία στον Μπλε Ήλιο. Αναπόδραστα με την έννοια ότι είναι ένα βιβλίο ημι-αυτοβιογραφικό. Για πρώτη φορά κάνω τέτοια απόπειρα και δεν σκοπεύω να την επαναλάβω άμεσα. Κυκλοφορώ σε όλους τους ήρωες, κάνω σλάλομ στις πράξεις και τις σιωπές τους. Μου αρέσει να τους παρατηρώ, να τους πάω κόντρα ή να συμφωνώ μαζί τους. Τελικά, να τους καταλαβαίνω. 

Συγγραφικά, πώς δούλεψες τον γυναικείο χαρακτήρα του «Μπλε ήλιου»;

Αυτό ήταν το πιο δύσκολο και το πιο επικίνδυνο σημείο του βιβλίου. Πώς ένας άντρας θα γράψει για τη ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας και μάλιστα μεγαλύτερης ηλικίας; Χρειάστηκε να ανασύρω μνήμες από το παρελθόν. Από γυναίκες που συνάντησα, που γνώρισα, που παρατήρησα. Το τελευταίο, θα έλεγα, είναι το μεγάλο προσόν μου. Παρατηρώ τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως τις γυναίκες. Με ενδιαφέρει να βλέπω τις αντιδράσεις τους σε χαλαρές στιγμές ή σε άλλες έντασης. Αποτυπώνω τις εικόνες τους στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου και από εκεί παίρνω στοιχεία για κάθε ήρωα. Η Μαριάννα δεν είναι μια συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά πολλές μαζί σε ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο.

Ποιο σημείο του βιβλίου σε παίδεψε και δούλεψες περισσότερο;

Ο εσωτερικός μονόλογος του Γεράσιμου ήταν δύσκολος. Ο Γεράσιμος ουσιαστικά δεν μιλάει ποτέ, καθώς βρίσκεται σε κώμα. Ποιητική αδεία του «άνοιξα» το στόμα, αλλά το τι θα πει και πώς θα το πει ήταν ένα θέμα. Δεν ήθελα να φανεί πολύ τεχνική η γλώσσα του, αλλά ούτε και να είναι προφορική. Επέλεξα μια ενδιάμεση λύση.

Ο Ιάσονας, ο βασικός αντρικός ήρωας, συγγραφέας στο επάγγελμα, πόσο σε περιέχει;

Όχι περισσότερο από τους άλλους. Ο Ιάσονας δεν είναι το alter ego μου. Θα απαντούσα, ως άλλος Φλωμπέρ, πως η Μαριάννα είμαι εγώ. Αλλά, φυσικά, δεν είμαι ο Φλωμπέρ κι ούτε η Μαριάννα είναι η Μαντάμ Μποβαρύ.

Η αγάπη είναι πάντα το ζητούμενο, προηγούνται όμως οι σχέσεις. Πώς βλέπεις τις σχέσεις στην εποχή που ζούμε, και που κυριαρχούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Τις βλέπω «ηλεκτρονικές». Μέσω του messenger διεξάγεται όλο το παιχνίδι κι όχι εκεί έξω στο δρόμο ή σε κάποιο κρεβάτι. Ο γραπτός λόγος έχει υποκαταστήσει την επαφή. Μόνο που δεν μιλάμε για έναν γραπτό λόγο γεμάτο έμπνευση, αλλά για κάτι ψευδεπίγραφο που καμώνεται πως φτάνει σε οργασμό, πως ακουμπάει την αγάπη, πως γεύεται το δέρμα του άλλου ή της άλλης. Στο τέλος μένεις με μια ρημαγμένη μοναξιά, με ένα άδειασμα.

Πόσο έχεις μετανιώσει εσύ για λόγια που δεν είπες, όπως οι ήρωές σου;

Το έχω μετανιώσει και μάλιστα πικρά. Αλλά έχω μετανιώσει και για πράγματα που είπα. Δεν βγάζεις άκρη. Ο άνθρωπος είναι πάντα μια περίεργη και περίπλοκη περίπτωση.

Να ρωτήσω κι ένα δυο πράγματα, πέρα από το βιβλίο σου. Μπορεί εύκολα κάποιος να βιοποριστεί μόνο από τη συγγραφή;

Λίγοι, ελάχιστοι μπορούν να το κάνουν αυτό στην Ελλάδα. Πρέπει να σου πετύχει η συγκυρία. Να σε δεχθεί πολύς κόσμος, να σε διαβάζει φανατικά και, φυσικά, να είσαι σε εκδοτικό οίκο που αποδίδει τα συγγραφικά δικαιώματα. Μιλάμε για μια ιδανική συνθήκη που δεν φτάνει σε όλους.

Μαρίνος
Φωτογραφία Μάρω Κουρή

Με τόσα βιβλία που εκδίδονται μήπως τελικά σημαίνει ότι σπάσαμε το στερεότυπο ότι  «οι Έλληνες δεν διαβάζουν»; Τι πιστεύεις εσύ;

Όχι μόνο δεν το σπάμε, αλλά το επαυξάνουμε. Η πληθώρα των τυπωμένων βιβλίων δεν προϋποθέτει ότι αυτά θα αγοραστούν και θα διαβαστούν. Αντιθέτως, οδηγεί στο συμπέρασμα πως όλοι γράφουν, αλλά ελάχιστοι διαβάζουν. Το κακό είναι ότι υπάρχουν συγγραφείς που δεν διαβάζουν. Οσο για τον κόσμο, μάλλον περιορίζεται στις λογοτεχνικές μπουκιές που διαβάζει στο Facebook. Είναι εύκολο, ανέξοδο και εύπεπτο.

Μια και είπα για «στερεότυπα» να σε ρωτήσω με βάση ένα ακόμη: «κάθε συγγραφέας γράφει τελικά το ίδιο βιβλίο», όπως κάθε σκηνοθέτης κάνει την ίδια ταινία;

Δεν θα το έλεγα στερεότυπο, αλλά μια πραγματικότητα. Αυτό που πρέπει να βρεις πριν ξεκινήσεις να γράφεις είναι: η φωνή σου και ο κόσμος σου. Δεν γίνεται να γράφεις για τα πάντα. Ο συγγραφέας δεν είναι μια μηχανή που φτύνει λέξεις. Είναι ένας κόσμος σπασμένος σε κομμάτια και κάθε βιβλίο είναι μια ψηφίδα αυτού του συγκεκριμένου κόσμου. Αν πηγαίνεις από εδώ κι από εκεί, αναζητώντας κάθε φορά μια συγκίνηση ή μια ιδέα, τότε θα χαθείς ρεμβάζοντας λάθος τοπία.

Η συγγραφή είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας; (ή είναι ένα κενό περιεχομένου στερεότυπο)

Ναι, αλλά το ντιβάνι είναι άβολο και δεν το αντέχουν όλες οι πλάτες. Γράφεις και γράφεσαι που έλεγε και ο Αργύρης Χιόνης. Σκάβεις και σκάβεσαι, λέω εγώ. Αν δεν πατήσεις τις δικές σου κόκκινες γραμμές, αν δεν μιλήσεις με τον εαυτό σου με ειλικρίνεια πώς περιμένεις να το κάνουν οι ήρωες από μόνοι τους;

Τι φοβάσαι, πώς ορίζεις τον φόβο και τι κάνεις για να τον ξορκίσεις;

Φοβάμαι αυτά που συνέβησαν και όχι αυτά που θα με βρουν. Δεν έχω άγχος για το μέλλον, γιατί δεν ασχολούμαι μαζί του. Είμαι άνθρωπος του παρελθόντος, εκεί κατοικώ. Αυτούς τους φόβους τους ξορκίζω για λίγο γράφοντας. Για λίγο σημαίνει ότι το γράψιμο απαλύνει τις αμυχές, αλλά δεν τις επουλώνει ολοκληρωτικά. Ξέρω πολύ καλά πως θα επανέλθουν. Το περιμένω να συμβεί κι αφήνομαι χωρίς πανοπλία να δεχθώ το πλήγμα ξανά και ξανά.

Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 463, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1984 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*