Είναι πολλές οι ερμηνείες που μας έχει χαρίσει τα τελευταία χρόνια και θα έλεγε κανείς ότι είναι δύσκολο να τις απαριθμήσει. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικές και εύκολα σου έρχονται στο νου, σαν φεύγοντας από το θέατρο κάποιο κομματάκι από την Κατερίνα, την Ειρήνα, την Πετούνια, τη Λισμπέτ ή τον Μικρό Πρίγκιπα να πήρες μαζί σου. Η Λένα Παπαληγούρα καταφέρνει να βουτάει σε κάθε ρόλο, λες και είναι η πρώτη φορά, με ενθουσιασμό μικρού παιδιού, και όσο περνάνε τα χρόνια δίνει όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαδικασία που «αν δεν έχει ρίσκο, επικοινωνία, περιέργεια, αγάπη, δόσιμο από την ομάδα, αν δεν είναι γόνιμη, αυτό μπορεί να τη δυσαρεστήσει πολύ», όπως θα μου εξομολογηθεί κάποια στιγμή.
Αυτή την περίοδο βρίσκεται αντιμέτωπη με την Ιφιγένεια, μια παλιά της γνώριμη, όμως από άλλη σκοπιά. Στη διάρκεια της κουβέντας μας, στην οποία δικαιωματικά θα μονοπωλήσει σχεδόν η ηρωίδα του Ευριπίδη, η Λένα μοιάζει με σίφουνας που σε κατακλύζει, τόσο με τις αστραπιαίες εκλάμψεις της, την ευθύτητα και την αμεσότητά της όσο και με το πηγαίο χιούμορ της.
Ας αρχίσουμε από ένα στίχο από τη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα για την παράστασή σας, που μοιάζει τραγικά σύγχρονος: «Ο άνθρωπος κουφάθηκε βαθιά από τις ιαχές της ανομίας και το χειρότερο αρχίζει να συνηθίζει…»
Αγαπημένος στίχος! Έχει και συνέχεια: «Δέχεται τα πάντα, εκτός από το μόνο που μπορεί να τον σώσει, να στραφεί στον άλλο και να χτίσει μια ζωή, που δεν θα αξίζει να γκρεμίσουν οι θεοί…» Πάρα πολύ συχνά σε αυτό το έργο ‒και σε αυτό έχει συμβάλει και η μετάφραση του Μπλάνα‒ νομίζεις ότι ο Ευριπίδης μιλάει για το σήμερα. Αν σκεφτείς όμως ότι γράφτηκε αιώνες πριν, είναι λίγο αποκαρδιωτικό, γιατί μάλλον δεν σημειώνεται πρόοδος. Από την άλλη, είναι τρομερά συγκινητικό για τη διαύγεια και το μέγεθος του ατόμου που το έγραψε.
Η παράστασή σας βασίζεται στο πρότυπο των τριών υποκριτών. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα και πώς τη δουλεύετε στις πρόβες;
Η ιδέα του Αιμίλιου (Χειλάκη) ξεκίνησε από το να είναι πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζαν οι αρχαίοι τις τραγωδίες. Έτσι η Αθηνά (Μαξίμου) κάνει τον Μενέλαο και την Κλυταιμνήστρα, ο Αιμίλιος τον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα και εγώ την Ιφιγένεια και τον Πρεσβύτερο. Γι’ αυτό, αν δεις το σκηνικό της παράστασης, θα διαπιστώσεις ότι οι τρεις υποκριτές είναι ανεβασμένοι κάπου ψηλά.








