«Σου μιλώ σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις και εσύ σωπαίνεις σ’ αυτήν τη γλώσσα που δεν τη μιλώ. Τα χρόνια έχουν περάσει κι εσύ είσαι ακόμα αυτό το μαχαίρι το καρφωμένο στον λαιμό μου…».
Η ανακοίνωση της παρουσίας του Γαλλο-λιβανέζου συγγραφέα και σκηνοθέτη Ουαζντί Μουαουάντ στο Φεστιβάλ Επιδαύρου από την άνοιξη του 2025 δημιούργησε υψηλές προσδοκίες. Η πρεμιέρα της νέας του παραγωγής, «Ο Όρκος της Ευρώπης», την 1η Αυγούστου, δικαίωσε εν μέρει αυτές τις προσδοκίες, παρουσιάζοντας ένα έργο έντονα πολιτικοποιημένο, με βαθιές υπαρξιακές και ιστορικές προεκτάσεις.
Ο Μουαουάντ, καλλιτεχνικός διευθυντής του παρισινού La Colline – Théâtre National τα τελευταία δέκα χρόνια και σεναριογράφος της υποψήφιας για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας Incendies (Ντενί Βιλνέβ, 2010), κάνει το ντεμπούτο του, στην Επίδαυρο με ένα πρωτότυπο έργο, καρπό ανάθεσης του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου σε συμπαραγωγή με τον γαλλικό θεσμό. Το κείμενο, που φέρει τη σκηνοθετική του υπογραφή, εξερευνά με δραματική ένταση την ηθική ευθύνη της Ευρώπης για την αποικιοκρατική και μετα-αποικιακή βία του 20ού και 21ου αιώνα.
Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η επινόηση μιας φανταστικής σφαγής, που τοποθετείται χρονικά στις 12 Νοεμβρίου 1952. Το τραύμα αυτής της βίας —με έναν εκατομμύριο νεκρούς, βιασμούς και σφαγές παιδιών— λειτουργεί ως αλληγορική αναπαράσταση πραγματικών ιστορικών γεγονότων, επιτρέποντας στον θεατή να προχωρήσει σε συνειρμικές ταυτίσεις: από τη Γάζα και την Ουκρανία μέχρι τις μαζικές εκκαθαρίσεις σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Κεντρικό πρόσωπο είναι η Ευρώπη, η οποία ερμηνεύεται από την Ισραηλινή ηθοποιό Λεόρα Λίβλιν —μια επιλογή με σαφές πολιτικό φορτίο. Στο πλαίσιο της μυθοπλασίας, η μικρή Ευρώπη, οκτώ ετών κατά τη διάρκεια της σφαγής, προδίδει την κρυψώνα 18 παιδιών, με τραγική κατάληξη τον κατασπαραγμό τους από σκυλιά, υπό τις διαταγές των δικών της. Το συμβολικό της βάρος είναι συντριπτικό: μια ηρωίδα-φορέας του ευρωπαϊκού ενοχικού παρελθόντος, η οποία επιχειρεί να εξιλεωθεί γεννώντας 18 παιδιά, ένα για κάθε παιδί που προδόθηκε – και σκοτώνοντάς τα. Τρία από αυτά, ωστόσο, επιβιώνουν.
Οι επιζώσες κόρες –η Ουεντίχα (Ζιλιέτ Μπινός), η Ζοβέτ (Βάιολετ Τσουβό) και η Μεγάρα (Δανάη Επιθυμιάδη)–, προσκαλούνται από τη βιολογική τους μητέρα να ακούσουν την αλήθεια. Η συνάντηση πυροδοτείται από την παρουσία της Ασίας (Ντάρια Πισάρεβα), διπλωμάτισσας του ΟΗΕ και απόγονης των θυμάτων της σφαγής, η οποία αναζητά δικαιοσύνη. Παράλληλα, ξεδιπλώνεται η υπόθεση μιας γυναικοκτονίας: ο Ζακαρί (Εμανουέλ Σβαρτς), γιος της Ουεντίχα, ομολογεί τη δολοφονία της συντρόφου του σε μια από τις πιο έντονες και θεατρικά εύστοχες σκηνές της παράστασης.
Παρά τις αφηγηματικές ασυνέπειες και δραματουργικές ασάφειες, το κείμενο του Μουαουάντ διαθέτει ιδεολογικό υπόβαθρο και εγείρει πολιτικά ερωτήματα σχετικά με την ευθύνη της Ευρώπης στη διαμόρφωση της σύγχρονης γεωπολιτικής κρίσης, υπογραμμίζοντας την ενοχή, τη μνήμη και τη βία ως θεμελιώδη συστατικά του συλλογικού πολιτισμικού ασυνειδήτου. Δεν είναι αυτονόητο ακόμα και σήμερα ένας δημιουργός να μάς πει κατάμουτρα: «Τι ντροπή, να είμαστε αυτό που είμαστε!»
Σε μια εποχή κατά την οποία ο κόσμος βιώνει ξανά και ξανά τη φρίκη των πολέμων και των προσφυγικών κρίσεων, με τη σφαγή στη Γάζας να μην έχει τελειωμό, ένα τέτοιο έργο δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σπουδαίο καθώς διεγείρει συζητήσεις και ανοίγει το δρόμο για αναστοχασμούς. «Ευρώπη πρέπει να πεις την ιστορία, ο πόλεμος είναι γύρω μας, ο πόλεμος μας διαλύει».
Παρά τις αξιώσεις του, το κείμενο του Μουαουάντ δεν αποφεύγει ορισμένες ευκολίες και συναισθηματικούς εκβιασμούς. Ενδεικτικά, στο φινάλε της παράστασης, ο συγγραφέας μάς καλεί να «μάθουμε να περπατάμε στα ψηλοτάκουνα του πόνου» — μια φράση που, αν και ποιητική, ακροβατεί στα όρια του ρητορικού συναισθηματισμού. Λίγο νωρίτερα, η Ουεντίχα, πληροφορούμενη ότι η μητέρα της, Ευρώπη, την εγκατέλειψε βρέφος, μιλά για την “αγάπη” που εκείνη της έδειξε, καθώς τη μετέφερε νύχτα στην αγκαλιά της μέχρι το ποτάμι. Ο Μουαουάντ σχολιάζει μέσω της Ευρώπης: «Μια μάνα είναι πρώτα απ’ όλα άποψη» — διατύπωση αμφίσημη, που προκαλεί ερωτήματα σχετικά με τον ορισμό της μητρότητας και το πρίσμα μέσα από το οποίο τη βλέπουμε.
Το έργο αντλεί ξεκάθαρα από το αρχαίο δράμα και τη μυθολογία: η Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά της, ο Οιδίποδας που εγκαταλείπεται βρέφος στο ποτάμι, η αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία – όλα λειτουργούν ως αρχέτυπα. Η σύγχρονη Ευρώπη του Μουαουάντ μοιάζει να τα φέρει όλα αυτά ταυτόχρονα: είναι μητέρα, θύτης, επιζήσασα και τραγικό πρόσωπο.

Η σκηνοθεσία, επίσης υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον συγγραφέα, είχε να διαχειριστεί τη μεγάλη πρόκληση του ανοιχτού χώρου της Επιδαύρου. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Μουαουάντ ανέφερε ότι η απουσία διαλείμματος και η απαίτηση να βρίσκονται όλοι οι ηθοποιοί επί σκηνής καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης αποτέλεσε ιδιαίτερη συνθήκη. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η παράσταση θα λειτουργούσε αποτελεσματικότερα σε έναν κλειστό θεατρικό χώρο — όπως, για παράδειγμα, στην Πειραιώς 260. Από τις πλαϊνές κερκίδες, αλλά και από τη 10ή σειρά και πίσω, η ορατότητα ήταν περιορισμένη, με αποτέλεσμα να χάνεται σημαντικό μέρος της σκηνικής δράσης και των εκφραστικών αποχρώσεων των ηθοποιών. Η ανάγκη υπερβολής στην ερμηνεία —αναπόφευκτη λόγω της σκηνικής απόστασης— αποδυνάμωσε την απόλαυση των εκφραστικών τους μέσων.
Ανάμεσα στα θετικά στοιχεία της σκηνοθετικής προσέγγισης του Ουαζντί Μουαουάντ ξεχωρίζει η πολυγλωσσική αφήγηση. Η εναλλαγή και συνύπαρξη τριών γλωσσών (αγγλικών, γαλλικών, ελληνικών) εντάχθηκε με εξαιρετική φυσικότητα στη δραματουργία, χωρίς να προκαλεί σύγχυση. Αντιθέτως, ενίσχυσε την παγκόσμια διάσταση του έργου, αναδεικνύοντας τη διαπολιτισμική του πρόθεση και το ηθικοπολιτικό του βάθος.
Αντίθετα, η αισθητική της παράστασης αποδείχθηκε αδύναμος κρίκος. Το σκηνικό του Emmanuel Clolus, τα κοστούμια της Isabelle Flosi, η επιμέλεια μαλλιών και μακιγιάζ της Cécile Kretschmar, καθώς και οι φωτισμοί του Laurent Schneegans, δεν απέφυγαν την κακογουστιά. Η αισθητική αστοχιά κορυφώνεται με το κεντρικό σκηνικό αντικείμενο – ένα ξύλινο σκυλί – το οποίο, με την παιδική του κατασκευή, υπονόμευε τη δραματική βαρύτητα της παράστασης.
Ενδιαφέρουσα η μουσική σύνθεση του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη, χωρίς να αφήνει κάποιο ιδιαίτερο στίγμα.

Η σκηνοθεσία δεν απέφυγε, επίσης, τον κίνδυνο της περιγραφικότητας. Ειδικά στο πρώτο μέρος, η αφήγηση γίνεται υπερβολικά επεξηγηματική, επιβαρύνοντας το ρυθμό και καθιστώντας τη θέαση κουραστική. Αντιπαραθετικά, η σκηνή της ομολογίας του Ζακαρί, ερμηνευμένη από τον εξαιρετικό Εμανουέλ Σβαρτς, ξεχώρισε για τη λιτότητα και τη συναισθηματική της δύναμη — μια στιγμή απόλυτης θεατρικής αλήθειας.
Σε γενικές γραμμές, οι ερμηνείες αποκάλυψαν τη βαθιά ψυχαναλυτική προσέγγιση του Μουαουάντ και τη σχολαστική δουλειά με το υποκριτικό δυναμικό του. Ξεχωριστή μνεία αξίζει στη Λεόρα Λίβλιν, η οποία, στα 80 της χρόνια, με ερμηνευτική καθαρότητα και αμεσότητα, κατέκτησε τη σκηνή της Επιδαύρου
Η Ζιλιέτ Μπινός ενσάρκωσε με ευαισθησία και ωριμότητα τον διττό ρόλο της εγκαταλελειμμένης κόρης και της ενοχικής μητέρας, ενώ η Δανάη Επιθυμιάδη απέδωσε τη Μεγάρα με εντυπωσιακή σκηνική ενέργεια και πειθαρχημένη συναισθηματική ένταση. Πιο εξωστρεφείς, χωρίς όμως να εκφεύγουν από το σκηνοθετικό πλαίσιο, οι ερμηνείες της Βάιολετ Τσουβό (Ζοβέτ) και της Ντάρια Πισάρεβα (Ασία) που φλερτάρουν με την υπερβολή.
Γιώτα Δημητριάδη








