19/08/2018

Οι σκλάβοι της μοναξιάς, του Πάτρικ Χάμιλτον – Βιβλίοκριτική από τον Άγη Αθανασιάδη

Οι σκλάβοι της μοναξιάς

Μια ωραία υπόθεση εργασίας μεταξύ βιβλιόφιλων, σε μια χαλαρή κουβέντα, είναι να μαντέψουν ποιοι συγγραφείς και ποια έργα θα επιζήσουν της πορείας του χρόνου, θα γίνουν κλασσικά ή θα διαβάζονται μετά από 50 ή 100 χρόνια. Συνήθως οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες, και περισσότερο αντανακλούν τις δικές μας προτιμήσεις ή επιθυμίες. Γιατί, στην πραγματικότητα δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα, και η ιστορία της λογοτεχνίας είναι εκεί για να σε διαψεύδει συνεχώς θυμίζοντάς σου περιπτώσεις βιβλίων που διαβάζονταν μανιωδώς στα νιάτα σου και πλέον δεν τα θυμάται κανείς.

Μια τέτοια περίπτωση ξεχασμένου συγγραφέα που κάποτε μεσουράνησε, είναι ο Βρετανός συγγραφέας Patrick Hamilton (Hassocks, Sussex 1904 – Sheringham, Norfolk 1962), που γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία τις δεκαετίες 1930 και 1940 στον αγγλοσαξωνικό κόσμο με θεατρικά έργα όπως το “The Rope” (που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Αλ.Χίτσκοκ “Η θηλιά” – στην δε πρώτη προβολή στην Ελλάδα ως “Ο βρόγχος”) και το υπέροχο “Gaslight” (που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τον ίδιο τίτλο και στην Ελλάδα παίχτηκε ως “Εφιάλτης”).

Ο Χάμιλτον έγραψε πολλά μυθιστορήματα και θεατρικά έργα αλλά από την δεκαετία του 50 και μετά ξεχάστηκε τελείως και επανήλθε στην λογοτεχνική σκηνή αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του μετά από προσπάθειες συγγραφέων όπως η Ντόρις Λέσινγκ και ο J.B.Priestley που τον θεωρούσαν ισάξιο του Γκρ.Γκριν και του Ήβλιν Βω.

Το πρώτο βιβλίο του Χάμιλτον που εκδίδεται στη χώρα μας είναι “ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ” (“The slaves of solitude”) από τις εκδόσεις Στερέωμα, σε έξοχη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά και πολύ ωραία εισαγωγή της Ντόρις Λέσινγκ (σελ.347), ένα υπέροχο μυθιστόρημα χαρακτήρων, με καταπληκτική ατμόσφαιρα και πολύ μαύρο χιούμορ, που περιγράφει με στυλ την καθημερινότητα της Αγγλικής επαρχίας κατά την διάρκεια του Β Παγκόσμιου πολέμου, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τις καταστάσεις που δημιουργούνται από αυτές.

Βρισκόμαστε λοιπόν στα τέλη του 1943, ο πόλεμος δεν έχει πολύ δρόμο ακόμα, οι πολλοί βομβαρδισμοί έχουν κοπάσει, ο κόσμος έχει κουραστεί από αυτή την κατάσταση και από την άλλη την έχει συνηθίσει. Η ιστορία διαδραματίζεται στο μικρό χωριό Τέιμς Λόκντον, πολύ κοντά στο Λονδίνο (το όνομα είναι φανταστικό αλλά θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε περιφερειακή μικρή πόλη), ένα μέρος που διαθέτει σιδηροδρομικό (τερματικό μάλιστα) σταθμό, μερικές πανσιόν και κάποιες παμπ. Στην μικρή πόλη έχουν καταλύσει άνθρωποι που είδαν τα σπίτια τους να γκρεμίζονται στους βομβαρδισμούς του Λονδίνου από τους Ναζί, εργαζόμενοι στην μεγάλη πόλη που παίρνουν το τρένο καθημερινά, συνταξιούχοι που βρήκαν ένα σχετικά ασφαλές μέρος για να διαμείνουν, καθώς και, Αμερικανοί στρατιώτες που περνάνε τον ελεύθερο χρόνο τους στις τοπικές παμπ. Το πάλαι ποτέ τεϊοποτείο Ρόζαμουντ έχει μετατραπεί από την δαιμόνια ιδιοκτήτριά του, την κυρία Πέιν, σε πανσιόν φιλοξενώντας μια δεκάδα περίπου ενοίκων. Άνθρωποι που όπως γράφει ο συγγραφέας στο βιβλίο “δεν είχαν καμιά δουλειά σ’ αυτή τη γη πέρα από το να οδηγούν τα φθίνοντα σώματά τους σε μονοπάτια ελεύθερα από ενοχλήσεις, έγνοιες και ασθένειες, προς την κατεύθυνση εκείνης της τελειωτικής, μοιραίας ασθένειας που θα τους εξόντωνε όλους”.
Εκεί έχει καταλύσει η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η κυρία Ρόουτς (της οποίας το μικρό όνομα Ένιντ μαθαίνουμε στη μέση του βιβλίου και δύσκολα θα το ξανασυναντήσουμε μέχρι το τέλος), μια σαραντάρα δεσποινίς, άχρωμη και άοσμη εξωτερικά, που εργάζεται σε έναν εκδοτικό οίκο του Λονδίνου πηγαινοερχόμενη καθημερινά εκεί.

Η κυρία Ρόουτς είναι η μοναδική εργαζόμενη ένοικος της πανσιόν, ο έτερος που ψάχνει εργασία, είναι ο κ. Πρεστ κάποτε επιτυχημένος κωμικός ηθοποιός που πλέον έχει περάσει στα αζήτητα και δειπνεί μόνος τους στην τραπεζαρία. Η κυρία Ρόουτς γυρίζει κάθε βράδυ με το ίδιο τρένο από το Λονδίνο και παίρνει το δείπνο της στην τραπεζαρία της πανσιόν μαζί με τους άλλους ενοίκους. Η θέση της είναι προκαθορισμένη, στο ίδιο τραπέζι κάθε μέρα με τους ίδιους συνδαιτημόνες, την κυρία Μπάρατ που δεν μιλούσε καθόλου και τον γηραιό κύριο Θουέιτς έναν φαφλατά και στριμένο άνθρωπο που τσίγκλαγε συνεχώς την κα Ρόουτς, και ο οποίος μιλούσε συνεχώς για τα πάντα με αρχοντοχωριάτικο ύφος. Η πλήξη κυριαρχεί σε αυτά τα γεύματα και το μόνο που αλλάζει την ατμόσφαιρα είναι η συχνή-πυκνή παρουσία Αμερικανών στρατιωτών. Η μοναδική της φίλη στην μικρή πόλη είναι μια Γερμανίδα που ζει αρκετά χρόνια στην Αγγλία, η Βίκυ, μια γυναίκα στην ηλικία της, που ταλαιπωρείται από την καχυποψία των κατοίκων λόγω της καταγωγής της και με την οποία βρίσκονται μια φορά την εβδομάδα για τσάι.

Ένας από αυτούς τους στρατιώτες, ο υπολοχαγός Πάικ, φλερτάρει την κα Ρόουτς με έντονο τρόπο. Πηγαίνουν μαζί για ένα ποτό στην κοντινή (και πολύ δημοφιλή) παμπ, προσπαθεί να την μεθύσει, της υπόσχεται γάμο. Η κα Ρόουτς στην αρχή κολακεύεται, μετά προβληματίζεται λόγω των συχνών πολυήμερων απουσιών του υπολοχαγού όπως και της παρουσίας άλλων γυναικών (νεότερων βέβαια) στο τραπέζι που μοιράζονται με συναδέλφους του κάποιες φορές. Κάποιο βράδυ ο υπολοχαγός γνωρίζεται με την Βίκυ καθώς οι δύο φίλες έχουν έρθει μαζί στην παμπ και πολύ σύντομα η κα Ρόουτς βλέπει την συμπεριφορά της φίλης της να αλλάζει, βλέπει την προσπάθειά της να γοητεύσει και να ελκύσει τον υπολοχαγό, ρίχνοντας σπόντες στην άναυδη κα Ρόουτς που μαζί τους δείχνει σαν αυστηρή δασκάλα.

Σύντομα ένας σιωπηρός πόλεμος ξεσπάει μεταξύ των δύο γυναικών που εντείνεται μετά την άφιξη της Βίκυς σε ένα δωμάτιο της πανσιόν. Η κα Ρόουτς βλέπει μια τελείως διαφορετική γυναίκα όχι μόνο απέναντί της αλλά και γενικότερα, καθώς η Γερμανίδα πρώην φίλη της προσπαθεί να γοητεύσει τον αφελή και αλαζόνα κο Θουέιτς που δείχνει μαγεμένος, μιλάει με χυδαίο ύφος και δεν διστάζει να βγει μόνη της με τον υπολοχαγό. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα φορτισμένη, κακίες ανταλάσσονται, και η ζωή στην πανσιόν έχει πάρει μια διαφορετική μορφή.

Ο Χάμιλτον εστιάζει την αφήγησή του στους χαρακτήρες και στα συναισθήματα που προκαλούνται. Η κα Ρόουτς είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να επιβιώσει αξιοπρεπώς, κουρασμένη από τη ζωή, μάλλον παραιτημένη πλέον συναισθηματικά. Με την γνωριμία με τον Αμερικανό υπολοχαγό κάτι μέσα της ζωντανεύει, μια μικρή ελπίδα που το ξέρει και η ίδια ότι είναι σχεδόν απίθανο να υλοποιηθεί, αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να ονειρεύεται χωρίς να το ομολογεί ούτε στον εαυτό της. Σύντομα βέβαια διαψεύδεται αλλά με τον χειρότερο τρόπο, με την “προδοσία” της μοναδικής της φίλης όπως θεωρεί την Βίκυ που την προστάτευσε στην αρχή από την καχυποψία και την εχθρότητα των ντόπιων και μετά εκείνη έδειξε τον πραγματικό της εαυτό. Η αντίδραση της κας Ρόουτς θα περάσει από διάφορα στάδια, τα οποία ο Χάμιλτον παραθέτει με ψύχραιμη και λεπτομερή ματιά της γυναικείας ψυχοσύνθεσης που εντυπωσιάζει με την διεισδυτικότητά της.

Το σατυρικό στοιχείο στην ιστορία είναι βέβαια ο χαρακτήρας του κου Θουέιτς που σκιαγραφείται γκροτέσκα και υπερβολικά από τον συγγραφέα. Ο κος Θουέιτς ένας άνθρωπος μιας περασμένης εποχής που αρνείται να δει λίγο πιο ανοιχτά, είναι βολεμένος με την κατάσταση που επικρατεί, καθώς μέσα στην πανσιόν κάνει κυριολεκτικά ότι θέλει και λέει ότι του κατέβει στο κεφάλι χωρίς αντιρρήσεις ή ενστάσεις από τις γηραιές ή μεσήλικες κυρίες που διαμένουν εκεί. Χοντράδες εκτοξεύονται κυρίως προς την δύσμοιρη κα Ρόουτς που υπομένει αξιοπρεπώς αλλά μέχρι ενός σημείου όπου γίνεται μια καταλυτική έκρηξη.

Το βιβλίο βέβαια, αποτελεί και μια ενδελεχή περιγραφή της κατάστασης που κυριαρχεί στην Βρετανική κοινωνία στα χρόνια του πολέμου. Μια κοινωνία σε οριακή κατάσταση, κουρασμένη και με ανθρώπους αποκαμωμένους από την μακροχρόνια διάρκεια του πολέμου με βασικές ελλείψεις στα τρόφιμα, με την υποχρέωση να ζουν σε ένα συνεχές μισοσκόταδο λόγω της μείωσης στην ένταση του ρεύματος για οικονομία, με καλυμμένα τα παράθυρα με μπλε χαρτιά. Ο πόλεμος όπως εξηγεί ο Χάμιλτον έχει επιδράσει σε πολλούς τομείς, οι γυναίκες είναι πιο απελευθερωμένες, πάνε στα μπαρ και στα καφέ μόνες, κυκλοφορούν πιο άνετα στους δρόμους, ερωτεύονται ανοιχτά ξεπερνώντας προκαταλήψεις, ενώ η έλευση των Αμερικανών που αποπνέουν υγεία και ζωντάνια (μαζί με πράγματα πρωτόγνωρα όπως οι τσίχλες, οι μαύροι αξιωματικοί, η άνεση στην έκφραση), έχει φέρει αναστάτωση στον ερωτικό τομέα γενικώς. Ο Χάμιλτον περιγράφει μια κοινωνία που πίνει συνεχώς, ερωτεύεται, φλερτάρει σε μια κατάσταση “τέλους εποχής”.

“Οι σκλάβοι της μοναξιάς” (τι υπέροχος τίτλος βιβλίου), είναι ένα έξοχο μυθιστόρημα, ζωντανό και σαγηνευτικό, με υπέροχους και σπινθηροβόλους διαλόγους, θαυμάσιους λογοτεχνικούς χαρακτήρες και πολύ στυλ. Περιγράφει εξαιρετικά την ζωή των μικροαστών στην Βρετανία του πολέμου, μακριά από τα μέτωπα των μαχών, ένα άλλο είδος πολέμου μέσα στην ίδια τη χώρα, με όλα τα μικρά και καθημερινά να μεγεθύνονται, ενώ συνέβαινε μια ριζική αλλαγή στην κοινωνία της χώρας που θα βγει διαφορετική μετά την λήξη του πολέμου.

Βαθμολογία 81 / 100

Άγης Αθανασιάδης

(Συνολικές Επισκέψεις 38, 1 επισκέψεις σήμερα)
Βασίλης Καραμπούλιας: Σήμερα οι παράπλευρες απώλειες έχουν ελάχιστη σημασία - Συνέντευξη
MELLAH – CIGARETTE LIGHTER, το τραγούδι της Παρασκευής (Video)

Περισσότερα


mm
About Αγης Αθανασιάδης 51 Articles
Ο Άγης Αθανασιάδης, είναι συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου/καφέ Booktalks στο Π.Φάληρο. Βιβλιομανής σε σημείο ψυχασθένειας, διατηρεί το βιβλιοφιλικό blog Librofilo (www.librofilo.blogspot.gr) και δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς την ανάγνωση λογοτεχνίας που (μαζί με τον κινηματογράφο), αποτελεί το μεγαλύτερό του πάθος.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*