02/07/2022

Παναγιώτης Κεχαγιάς (συγγραφέας) : Πάσχουμε από αδυναμία διαχείρισης της υπερπληροφόρησης


Συνάντησα τον Παναγιώτη Κεχαγιά, στις αρχές του καλοκαιριού, δεν τον ήξερα. Μας σύστησε η καλή μου φίλη – βιβλιοφάγος και βιβλιοπώλισσα, μεταξύ άλλων – Κατερίνα Μαλακατέ. Του υποσχέθηκα ότι θα διαβάσω την «Τελευταία Προειδοποίηση» και ότι "…θα τα πούμε".

Η «Τελευταία προειδοποίηση» είναι μια συλλογή με πέντε διηγήματα, ένα λιτό αλλά πολύ χτυπητό κατακίτρινο εξώφυλλο με ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα εδώ και καιρό.

kehagias-eksofyllo-viewtag
Πώς να επιτύχετε στην άσκηση της ταυρομαντείας
Κάτι αναλλοίωτο
Η έλευση της ευτυχίας
Τελευταία Προειδοποίηση
Ο Κύριος Γκλάς
Αυτά είναι τα πέντε διηγήματα μέσα από τα οποία μας συστήνεται ως συγγραφέας ο Παναγιώτης Κεχαγιάς.
Λέω ότι είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα γιατί ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει έναν ιδαίτερα περίπλοκο κόσμο, που δεν με έπνιξε. Αντιθέτως μου άφηνε ανάσες να σκέφτομαι χωρίς να με νοιάζει «πού το πάει» ή τι θέλει να πει.
Μετά την έκπληξη της «ταυρομαντείας», με πήρε μαζί του και πέρασα κάμποσες ώρες απολαμβάνοντας ύφος και στιλ γραφής.
Λέω «έκπληξη» για το πρώτο από τα πέντε διηγήματα γιατί αυτό, μετά από καιρό, με τον γρήγορό του ρυθμό και την ωραία ιδέα γύρω από την οποία στήθηκε με οδήγησε στον κόσμο του Κεχαγιά. Και αυτός ο κόσμος ένα ένα κομψοτέχνημα στιλ, χωρίς να πουλιέται ως τελάλης. Μεθοδικά ο συγγραφεάς υφαίνει έναν ιστό λέξεων, ιδεών και εν τέλει εικόνων που με αιχμαλώτισαν ευχάριστα!
Αυτός ο ιστός γίνεται όλο και πιο πυκνός όσο προχωράς την ανάγνωση και στο τέλος του βιβλίου, εγώ τουλάχιστον αισθάνθηκα μια ιδιαίτερη ικανοποίηση.

Έτσι πριν από λίγες μέρες, τήρησα το «θα τα πούμε» και  βρεθήκαμε στην Πλάκα και αφού γνωριστήκαμε κουβεντιάζοντας αρκετή ώρα, βάλαμε μπροστά και το …θα έλεγα κασετόφωνο λόγω κεκτημένης ταχύτητας και ηλικίας, αλλά όχι, έβαλα μπροστά το πρόγραμμα εγγραφής φωνής του κινητού.
Σας συστήνω λοιπόν τον Παναγιώτη Κεχαγιά μέσα από τα δικά του λόγια.

Σύστησέ μας εσύ Παναγιώτη την «Τελευταία Προειδοποίηση»

Η Τελευταία Προειδοποίηση είναι ένα επιφυλακτικό πρώτο βήμα, κάτι που κάνει ένας συγγραφέας όταν αρχίζει αυτό που ελλείψει καλύτερης εναλλακτικής ονομάζουμε «πορεία», που εμένα τουλάχιστον μου φέρνει στο μυαλό στρατιώτες σε άσκηση στις πλαγιές της Σάμου. Περιέχει πέντε διηγήματα που κυμαίνονται από 1.400 λέξεις μέχρι περίπου 15.000, και παρότι αυτά λαμβάνουν χώρα σε έναν κοινό τόπο, οι συνδέσεις μεταξύ τους είναι περισσότερο θεματικές και τεχνικές, παρά συνδέσεις πλοκής και χαρακτήρων. Άλλωστε, η Τελευταία Προειδοποίηση δείχνει από την αρχή ότι δεν απασχολείται ιδιαίτερα ούτε με την πλοκή ούτε με τους χαρακτήρες που συνήθως μπλέκονται στα γρανάζια της.

Γράφεις για να βγεις από τον δικό σου «λαβύρινθο»;

Αυτή είναι η παραλλαγή σε μια ερώτηση που γίνεται συνήθως σε συγγραφείς, και εκφράζει μια άποψη που την έχει διατυπώσει εξαιρετικά ο André Green: «το γράψιμο προϋποθέτει ένα τραύμα». Δεν είμαι εγώ αυτός που θα καταρρίψει εδώ την ψυχαναλυτική θεωρία, αλλά στη δική μου περίπτωση τουλάχιστον, το γράψιμο είναι πρώτα και κύρια η τεχνική που θα μου επιτρέψει να γράψω προτάσεις και παραγράφους που ίσως κάποια στιγμή να προσεγγίσουν αυτές των συγγραφέων που με κάνουν να θέλω να παρατήσω το γράψιμο. Έχω πλήρη συναίσθηση ότι η παραπάνω πρόταση πάσχει, αν την εξετάσει κανείς με βάση τη λογική. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει σύνδεση του γραψίματός μου με την ψυχοσύνθεσή μου. Δεν είμαι ιδιαίτερα μπερδεμένος άνθρωπος, κάτι που θα υπέθετε κάποιος αν διάβαζε την Τελευταία Προειδοποίηση.

Πώς καταφέρνεις να μην είσαι μπερδεμένος άνθρωπος το 2016;

Έπρεπε να πω ότι δεν είμαι πολύπλοκος. Προφανώς και είμαι μπερδεμένος με αυτά που συμβαίνουν γύρω μου (ή και μακριά μου), αν και δεν πιστεύω ότι η κατάσταση ήταν ποτέ πιο απλή. Απλώς τώρα έχουμε ασύγκριτα μεγαλύτερο όγκο πληροφορίας από αυτόν που είχαμε παλιότερα, κι έτσι καταλήγουμε πιο μπερδεμένοι γιατί δεν έχουμε τον χρόνο ή τις δεξιότητες που απαιτούνται για να διαχειριστούμε, να αναλύσουμε την πληροφορία, και εν τέλει να βγάλουμε ένα συμπέρασμα. Υποτίθεται ότι υπάρχουν επαγγελματίες γι’ αυτό, αλλά δεν νομίζω ότι κι αυτοί τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα. Από τη λίγη ιστορία που έχω διαβάσει, κατάλαβα ότι ο πόλεμος ήταν πάντα ένα χάος επιπέδου Συρίας που καλείται ο νικητής μετά να «εξηγήσει», δηλαδή να παραθέσει μια λίγο έως πολύ ψευδή εκδοχή, εξαιρετικά απλοποιημένη, που να εξυπηρετεί τους σκοπούς του.
 Η γνωστή εξιδανίκευση του παρελθόντος που ένας από τους σκοπούς της είναι να μας ανακουφίζει: «Κάποτε τα πράγματα έβγαζαν κάποιο νόημα, και άρα είναι λογικό να ελπίζω ότι στο μέλλον ίσως τα πράγματα να αρχίσουν και πάλι να βγάζουν νόημα». Κάτι που δεν νομίζω ότι πρόκειται να συμβεί.

Ένας από τους παράγοντες που μας έχουν φέρει σε ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση είναι η εξάπλωση των social media – χειριζόμαστε πλέον οι ίδιοι την πρόσβασή μας στην πληροφορία. Σαν αναγνώστες και πολίτες έχουμε υποστεί ένα ισχυρό σοκ τα τελευταία επτά χρόνια: αδυναμία διαχείρισης της υπερπληροφόρησης.

Πώς βιώνεις αυτό το «σοκ», το βλέπεις και στην πραγματική ζωή, στους δρόμους, ή μόνο στο Facebook;

Δεν είμαι καλός παρατηρητής ανθρώπων, οπότε δεν μπορώ να απαντήσω.

Εσύ έχεις κουραστεί από την υπερπληροφόρηση που έχεις στη διάθεσή σου;

Ναι, αν και ποτέ δεν ήμουν ένας από τους μεγάλους εξερευνητές του πρώιμου ίντερνετ. Προτιμούσα ένα βαρύ βιβλίο να μου ταλαιπωρεί τους καρπούς. Δεν ακολουθούσα εντατικά την επικαιρότητα, δεν έψαχνα να βρω και το τελευταίο άρθρο που έχει γραφτεί για την προτελευταία ανατάραξη της εκάστοτε εβδομάδας. Στο κάτω-κάτω αν μπλέξεις με κάτι τέτοιο μπαίνεις σε μια σπείρα που δεν τελειώνει ποτέ. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σχηματίζεις τελικά και μια άποψη. Καταλήγεις είτε να επιβεβαιώσεις την άποψη που ήδη έχεις είτε μπαίνεις σε έναν αέναο κύκλο μυριάδων αντικρουόμενων επιχειρημάτων, χωρίς ποτέ να βγαίνει ένα συμπέρασμα για το ποια είναι τελικά η αλήθεια, αν κάτι τέτοιο υποτεθεί τελικά ότι υπάρχει.

Η αισθητική είναι  προφανές ότι σε απασχολεί, απλώς βλέποντας το εξώφυλλο του βιβλίου σου, και πολύ περισσότερο όταν μπει κανείς στον «λαβύρινθο» της ανάγνωσης. Ποιες είναι οι δικές σου αισθητικές ρίζες;

Διστάζω να ισχυριστώ ότι έχω μια αισθητική αγωγή (το εξώφυλλο της Τελευταίας Προειδοποίησης σχεδιάστηκε από την εξαιρετική Μάρω Κατσίκα). Δεν έχω κάνει σπουδές καλών τεχνών ή αρχιτεκτονικής, ούτε και παρακολουθώ στενά τις εξελίξεις στον κάθε τομέα. Σίγουρα με γοητεύει ο μοντερνισμός σε όλες τις εκφάνσεις του και ο μεταμοντερνισμός στη λογοτεχνία.

Αυτό όμως που σίγουρα με απασχολεί είναι το ύφος, ή μάλλον η τεχνική του διάσταση. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ ο ρυθμός, η ροή της πρότασης και η σωστά, ή τουλάχιστον η ευχάριστα αρμολογημένη διαδοχή των ιδεών.

Αυτό που θέλω να μου πεις είναι για την αισθητική της καθημερινότητας, στην πόλη και στους ανθρώπους της.

Παλιότερα πίστευα ότι η πόλη στην οποία ζω είναι άσχημη, αλλά τώρα τελευταία έχω αλλάξει γνώμη. Ίσως με επηρέασαν τα λίγα ταξίδια που έκανα στο εξωτερικό και απέκτησα μια λίγο πιο καθαρή ματιά. Ας πούμε: απεχθάνομαι το Παρίσι. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι το Παρίσι είναι από τις πιο όμορφες πόλεις στον κόσμο – αν όχι η ομορφότερη. Έμεινα εκεί ενάμισι μήνα, που ήταν υπεραρκετός για να αποφασίσω ότι παρότι είναι μια τρόπον τινά ελκυστική πόλη, εμένα δεν μου αρέσει. Κάπως έτσι ξεκίνησα να βλέπω με άλλο μάτι το άναρχο μοντερνιστικό πείραμα της Αθήνας. Έχει αρχίσει να μου αρέσει.  Μιλώντας μάλιστα με αρχιτέκτονες φίλους, και από την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό, ανακάλυψα ότι λατρεύουν την Αθήνα. Τη θεωρούν ένα πολύ ιδιαίτερο δείγμα πόλης. Και δεν εννοούν την Πλάκα ή το Μοναστηράκι. Τους αρέσει το Παγκράτι, αν έχεις τον Θεό σου. Εμείς έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σειρές από άσχημες πολυκατοικίες. Αυτοί βλέπουν έναν λαβύρινθο.

Υπάρχει μια νέα τάση στη λογοτεχνία -κυρίως από νέους ανθρώπους- που θέλουν να έρθει κάτι νέο μέσα από μικρά διηγήματα;

Δεν ξέρω αν ισχύει κάτι τέτοιο. Σίγουρα γράφονται περισσότερες συλλογές μικροδιηγημάτων απ’ ό,τι παλιότερα, αλλά από εκεί και πέρα δεν ξέρω αν αυτή η πρόσφατη άνθηση της μικρής φόρμας δεν είναι παρά μια άνθηση της προσοχής που δίνουν οι κριτικοί και οι αναγνώστες στη μικρή φόρμα, και όχι της ίδιας της διηγηματογραφίας. Μυθιστορήματα δεν σταμάτησαν ούτε και θα σταματήσουν να γράφονται.
Πάντως, η αλήθεια είναι ότι γράφουμε μικρότερα βιβλία απ’ ό,τι παλιότερα. Ή τουλάχιστον γράφουμε μικρότερα βιβλία από τα βιβλία που μας έχουν κληροδοτηθεί από την προηγούμενη γενιά. Πάρε για παράδειγμα τις Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, τη συλλογή διηγημάτων του Ευγένιου Αρανίτση, που φτάνει τις τριακόσιες πενήντα σελίδες.

Εσύ έχεις στόχο να γράψεις μυθιστόρημα;

Φιλοδοξία μου είναι κάποια στιγμή να καταφέρω να γράψω μυθιστόρημα. Αν δεν το κάνω θα έχω αποτύχει.

Πώς δουλεύεις; Χειρόγραφα ή στο κομπιούτερ;

Μόνο χειρόγραφα, και πάντα καθισμένος σε ένα ήσυχο καφέ – δεν μπορώ να γράψω σπίτι μου. Μετά μεταφέρω τις σημειώσεις μου στον υπολογιστή για να μη χαθούν, και ακολούθως καταλήγω να τις εκτυπώσω και να τις αντιγράψω μετά στην πρώτη εκδοχή της εκάστοτε παλαβομάρας που γράφω, που μετά θα τη δακτυλογραφήσω κ.ο.κ. Ένα άλλο μεγάλο μέρος της διαδικασίας μου είναι να κάθομαι αγχωμένος και να περιμένω μια έστω και μέτρια πρόταση, μια έστω και μέτρια ιδέα να κατέβει από εκεί που κατοικούν οι προτάσεις και οι ιδέες. Αφού περάσει αρκετός καιρός και μαζέψω έναν συρφετό από ενδιαφέροντα ή όχι και τόσο ενδιαφέροντα πράγματα ξεκινάω το γράψιμο και προσπαθώ να βάλω μια σειρά.

Μου είπες «γράφω σε καφέ – δεν μπορώ να γράψω στο σπίτι μου». Πού γράφεις λοιπόν;

Πριν λίγα χρόνια έγραφα στον «Στράτο» στη Φωκίωνος Νέγρη, και χάριν συμμετρίας έχω γράψει και στο υποκατάστημα της Σερίφου. Μου αρέσει η ησυχία και οι λευκοί του τοίχοι. Πιο πριν έγραφα σε καφέ των Εξαρχείων, και πιο πριν σε καφέ που βρίσκονταν στη σκιά ερειπωμένων φρουρίων.

Α, και δε φοβάσαι το «κράτος των Εξαρχείων»;

Φοβάμαι το βαθύ κράτος που εχθρεύεται τον μύθο που έχει το όνομα «κράτος των Εξαρχείων». Έχω ζήσει για μερικά χρόνια στο κέντρο των Εξαρχείων (την εποχή του Γρηγορόπουλου) και κινδύνεψα πολλές φορές από τα ΜΑΤ, αλλά ποτέ από Εξαρχειώτες.

 Η αγαπημένη μου ερώτηση όταν θέλω να γνωρίσω κάποιον είναι: τι φοβάσαι;

Παλιότερα περηφανευόμουν ότι δεν έχω φοβίες. Τώρα τελευταία, αφού πέρασα το ήμισυ του προσδόκιμου ζωής μου, αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει – και μάλιστα με ύπουλους τρόπους: έχω αρχίσει να ονειρεύομαι ότι φοβάμαι τον θάνατο. Δεν είναι κάτι που σκέφτομαι μέσα στη μέρα, αλλά μου έχει τύχει επτά-οκτώ φορές τον τελευταίο χρόνο να ξυπνήσω από ένα όνειρο στο οποίο προσπαθούσα τρομοκρατημένος να φανταστώ τη στιγμή του θανάτου μου. Ίσως να πρόκειται για βιολογική λειτουργία. Τα κύτταρα που προσπαθούν να προετοιμάσουν τον εγκέφαλο για «τη νύχτα που πέφτει γρήγορα», όπως μου είχε πει κάποια στιγμή ο Θανάσης Τριαρίδης. Αυτό που κάπως με παρηγορεί είναι ότι υποπτεύομαι ότι κανείς από εμάς δεν είναι παρών τη στιγμή που πεθαίνει.
 

Το βιβλίο «Τελευταία Προειδοποιήση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες

Γιάννης Καφάτος

 

(Συνολικές Επισκέψεις 680, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1986 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

1 Trackbacks & Pingbacks

  1. Μαρία Ξυλούρη: Ο εγκλεισμός που βιώσαμε βάθυνε μια προϋπάρχουσα εξουθένωση – Συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο της «Πέτρινα Πλοία» - viewtag.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*