«Ψηλά τα χέρια σύντροφε» του Κώστα Φασουλόπουλου: Ποιος θέλει περισσότερο τα λεφτά του απόλυτου ριφιφί; Μαφιόζοι για λούσα ή ιδεολόγοι για την «επανάσταση»;

Favorite

Υπάρχουν βιβλία που με την ιστορία που έχει σκαρφιστεί ο συγγραφέας σε ταξιδεύουν και σε υποβάλλουν σε ταξίδια και δημιουργούν μια αίσθηση αγωνίας που μπολιασμένη με τις παράλληλες ιστορίες των ηρώων γίνονται μια τέλεια συντροφιά.
Και υπάρχουν και βιβλία που η κεντρική ιστορία είναι γνωστή. Εκεί η μαεστρία του συγγραφέα έγκειται στο να φτιάξει χαρακτήρες που σε κερδίζουν, σε βάζουν στον κόσμο τους και μαζί με τα «ιστορικά»  γεγονότα χτίζουν μια νέα «πραγματικότητα» με στόχο να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Και μερικές φορές ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με έναν εξαιρετικό τρόπο.

Το βιβλίο του Κώστα Φασουλόπουλου, «Ψηλά τα χέρια σύντροφε» (Εκδόσεις Κυψέλη – σειρά παλπ) ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Μια γνωστή, πασίγνωστη και ακόμη ανεξιχνίαστη υπόθεση, το ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας της οδού Καλιρρόης το1992 είναι ο καμβάς του συγγραφέα.\

Μεταφέρει τη δράση το 1998. Τότε η Ελλάδα ζούσε μέσα την επίπλαστη ευμάρεια, που χρυσοπληρώνουμε όλοι μας ακόμη, με το χρηματιστήριο να δημιουργεί νέες κάστες πλουσίων. Η ανοικοδόμηση και τα έργα ενόψει Ολυμπιακών αγώνων έχουν μετατρέψει την Αθήνα σε ένα απέραντο εργοτάξιο.

Τι έχει κάνει όμως ο Κώστας Φασουλόπουλος στο αστυνομικό μυθιστόρημα που κερδίζει καθημερινά νέους ικανοποιημένους αναγνώστες; Έχει κάνει όλα αυτά που συνέβαιναν προσωπικές ιστορίες των ηρώων του ζουν σε οριακές συνθήκες μεταξύ της πραγματικότητάς τους αλλά και μιας πόλης που είναι ολοζώντανη 24 ώρες το24ωρο. Φθείρονται όλοι αλλά  ο «πυρετός» της εποχής δεν τους αφήνει να δουν το τέλμα που ερχόταν και το ζούμε σήμερα οι υπόλοιποι – κι ας μην είμαστε χαρακτήρες ενός έργου (ή μήπως γινόμαστε/είμαστε…;).

Σήμερα το «έργο» παίζεται ερήμην μας . Τότε τα πράγματα ήταν αλλιώς.

Την εποχή που περιβάλλει τη δράση των ηρώων οι «σύντροφοι» με την πολιτική δράση ήταν πιο κοντά – χρονικά –  σε κινήματα και πρακτικές της εποχής που η αμφισβήτηση ήταν μάλλον πιο ουσιαστική και για πολλούς η «ανάσα» τους για να αντέξουν στον κόσμο που άλλαζε. Άσχετα αν το έκαναν ακόμη και απεχθείς τρόπους.

Το χρήμα εξαγόραζε τα πάντα και οι λίγοι «κολλημένοι» στην επαναστατική τους ιδεολογία που πήγαινε κόντρα σε κάθε καθεστηκυία τάξη είχαν τη σωματική αλλά και την πνευματική ικανότητα για δράση.

Κάπως έτσι λοιπόν έχουμε δυο κολλητούς, που αφού είχαν περάσει τα νιάτα τους εκπαίδευση στη Νότια Αμερική για το αντάρτικο πόλεων τώρα μοιάζουν παροπλισμένοι αναφορικά με την πολιτική δράση. Κάνουν όμως ληστείες τραπεζών. Ο καθένας έχει την κανονική του ζωή, τη βιτρίνα του. Ο ένας κάνει τις ληστείες για να φτιάξει το κομπόδεμά του και ο άλλος γιατί πιστεύει στην «επανάσταση» και στην ανάγκη πόρων για να χρηματοδοτείται.

Κάπου εκεί μπαίνει ένας ξεπεσμένος ηθοποιός που έχει το σινεμά ΑΑΒΟΡΑ, στο οποίο ο βασικός ήρωας χάνεται στον κινηματογραφικό κόσμο παλιών νουάρ και αστυνομικών περιπετειών. Εκεί γνωρίζει και τη «φαμ φατάλ» του βιβλίου – ξεπεσμένη ηθοποιό που είναι παντρεμένη με έναν διευθυντή τραπέζης αλλά βαριέται να τον ακολουθεί ως γλάστρα στα κοσμικά του και περνάει το χρόνο της στο σινεμά, τα μπουζούκια της εποχής και τα κλαμπ. Μια εποχή που όλοι έβγαιναν, χόρευαν, πέταγαν λουλούδια, τραβούσαν γραμμές στις τουαλέτες εφτά μέρες τη βδομάδα.
Προφανώς γίνονται εραστές με τον κεντρικό ήρωα. Αυτόν που ληστεύει έχοντας αφήσει πίσω το επαναστατικό του παρελθόν. Δεν γουστάρει τις τράπεζες και μπορεί να τις κλέβει. Προσεκτικός, ψείρας στις λεπτομέρειες και αποτελεσματικός. Επίσης ως ολιγαρκής πίσω από τη «βιτρίνα» του δεν δίνει ποτέ στόχο.

Η ιδέα του ριφιφί  ήταν δική του.
Όμως σε μια Αθήνα που ο οικονομικός οργασμός «ακούγεται» σε κάθε γωνιά, υπάρχει και πραγματική μαφία της νύχτας που καραδοκεί και απαιτεί το «μερτικό της» από αυτή την περιρρέουσα χαρά.
Και κάπου εκεί τα πράγματα μπλέκουν.
Οι «ιδεολόγοι» κλέφτες όταν μπλέξουν με τους κυνικούς μαφιόζους της νύχτας μόνο μακελειό μπορούν να προκαλέσουν – κάνοντας το βιβλίο μια  σύγχρονη παλπ λογοτεχνία που δεν μπορεί ν’ αφήσει ασυγκίνητο ακόμη και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη του είδους.

Η Αθήνα της νύχτας, της εποχής, κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο, μαζί με τις δημοσιογραφικές αναφορές μέσω των τηλεοπτικών ρεπορτάζ που αναπαράγει ο συγγραφέας.

Ο Κώστας Φασουλόπουλος στο «Ψηλά τα χέρια σύντροφε» έχει καταφέρει να μεταφέρει την ανάσα, την ατμόσφαιρα της πόλης με έναν μοναδικά συναρπαστικό λόγο αλλά και με ακρίβεια. Τα εξώφυλλα των περιοδικών που περιγράφει αναφέροντας τους τίλους τους είναι από μόνα τους μια σπουδή σε εκείνη την εποχή. Οι αναφορές σε πρόσωπα, δηλώσεις, κοσμικές ή άλλες συνευρέσεις είναι απολύτως ακριβείς, γεγονός που δείχνει πόσο ο συγγραφέας έχει μελετήσει αποδώσει την εποχή ως έναν ακόμη χαρακτήρα του βιβλίου του.

Για εμάς που τα έχουμε ζήσει είναι ένα μοναδικό flash back – ένα deja vu που μας θυμίζει τι κάναμε, τι σιχαινόμαστε να βλέπουμε ή να ακούμε, «τι ζήσαμε» που είναι και μια πολύ trendy έκφραση του σήμερα.
Για τους ηλικιακά νεότερους αναγνώστες το βιβλίο αποτελεί (και) έναν πολύ καλό οδηγό όσων έζησαν οι γονείς τους ή τα μεγαλύτερα ξαδέλφια τους.
Σίγουρα πάντως είναι μια καλή λογοτεχνία!

Περιγραφές, χαρακτήρες, εικόνες, σκέψεις, όλα όσα θα βρεις στις σελίδες του «Ψηλά τα χέρια σύντροφε» του Κώστα Φασουλόπουλου είναι αληθινά. Ακόμη κι αυτά που είναι αποκυήματα της δικής του λογοτεχνικής κατάθεσης υπηρετούν αυτή τη μαγική καταγραφή μιας εποχής που όλα μπορούσαν να συμβούν. Ακόμη και ένα ριφιφί στην καρδιά της Αθήνας από ένα ακόμη συνεργείο που έσκαβε στην οδό Καλλιρρόης. Το «πάμε κι όπου βγει» ως ελληνική νοοτροπία δυστυχώς επικρατούσε πολύ πριν από την αποτρόπαιη αφορμή με την οποία διατυπώθηκε!

Τυχαίνει να γνωρίζω έναν δυο από τους ανθρώπους που έχασαν ό,τι είχαν οι θυρίδες που άνοιξαν οι δράστες του ριφιφί και θυμάμαι την απόγνωσή τους. Νομίζω είναι οι μόνοι που δε ευχαριστηθούν με το βιβλίο αν και τώρα που το σκέφτομαι το ένα από αυτά τα πρόσωπα έχει το ψυχικό σθένος να το αντιμετωπίσει ως τετελεσμένο και με – έστω μαύρο – χιούμορ.

Ιδεολόγοι εναντίον ποινικών μαφιόζων. Τα μπερντέ θέλουν όλοι. Το ερώτημα είναι ποιοι είναι περισσότερο αποφασισμένοι! Διαβάζοντας το «Ψηλά τα χέρια σύντροφε» του Κώστα Φασουλόπουλου ίσως βρείτε τη δική σας απάντηση.

(το βιβλίο το διάβασα απνευστί. Σηκώθηκα να φέρω ένα μπουκάλι νερό και το τριών μηνών κουτάβι μας το …δοκίμασε εξ’ ου και η φωτογραφία με τα ίχνη της πάνω του. Νομίζω του ταιριάζει. Εκεί στις τελευταίες σελίδες γίνεται όχι απλώς της ανατροπής αλλά μακελειό. Όπως έκαναν τα δοντάκια της Κάσης…
Μην το χάσετε, και χωρίς κουτάβι θα το απολαύσετε!!!)

Γιάννης Καφάτος

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top