Θάνος Τοκάκης: Μια συνέντευξη

Θάνος Τοκάκης: Μια συνέντευξη με αφορμή την μαγική του ερμηνεία στον «Τίποτα»

Άσπρα τριαντάφυλλα, πλαστικούρες, στις θέσεις των θεατών, μόνο στις πρώτες σειρές και μια ξεχαρβαλωμένη πορτοκαλί πολυθρόνα από δερματίνη – ίσως και κανονικό δέρμα. Τι σημασία έχει!
Αυτά βλέπεις ως θεατής μόλις κατέβεις στο υπόγειο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου εν αναμονή της παράστασης «Ο Τίποτας» με τον Θάνο Τοκάκη.

Είσαι μέρος της παράστασης ακόμη κι αν δε γουστάρεις να εκτεθείς ως θεατής που λέει τα σώψυχά του σε παραστάσεις stand up comedy και θέλει ο κόσμος της παράστασης να γυρίσει γύρω από το δικό του σύμπαν.

Ο ήρωας είναι τόσα πολλά και τίποτα μαζί! Ζει στον δικό του «τάφο» (ίσως και τα εισαγωγικά να είναι υπερβολή αλλά ας τα αφήσουμε για χάρη της κάποιας ομορφιάς που δίνουν, οπτικά, στο κείμενο).
Ένα παιδί που μεγάλωσε απότομα και κουβαλάει το τραύμα της απότομης ενηλικίωσης σε έναν κόσμο που το «κλάιν» είναι εκείνη η ισοπεδωτική λογική που … (θα μας πει ο ίδιος ο Θάνος Τοκάκης τι είναι οπότε το αφήνω εδώ έτσι κάπως εκκρεμές)

Φωτογραφίες παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

Το κείμενο του Γουίλ Ίνο – έχει υπάρξει υποψήφιος για Πούλιτζερ είναι ιδιοφυφές και χάρη στη μετάφραση της Τζούλιας Διαμαντοπούλου απολαμβάνουμε μια ψυχαναλυτική μαύρη σάτιρα για ό,τι συμβαίνει γύρω και μέσα μας.
Η ερμηνεία του Θάνου Τοκάκη απογειώνει το κείμενο και παρασύρει το κοινό του «Τίποτα» σε μια μαγική σφαίρα όπου η οδύνη, το γέλιο, η χαρά και απώλεια, εναλλάσσονται με έναν αψεγάδιαστο τρόπο. Η ζωή  η ίδια όπως εναλλάσσεται  είναι η καρδιά του έργου που έχει αποδοθεί με εξαιρετικό τρόπο. Ο Θάνος Τοκάκης προσφέρει ένα κομψοτέχνημα στιλ και το θερμό χειροκρότημα που παίρνει στο τέλος της παράστασης είναι το λιγότερο που μπορεί να εισπράξει από το κοινό του.

Η φίλη και ηθοποιός Κατερίνα Παναγάκη, μας φωτογράφισε καθώς πήγαινε στο θεατρο να δει την παράσταση, αλλά μας πέτυχε στο καφέ απέναντι…!

Η αφεντιά μου μπόρεσε να του πει «ευχαριστώ για την παράσταση» μαζί με μια θερμή χειραψία πριν λίγες μέρες, στην αρχή μιας συζήτησης που δεν έμεινε μόνο στην παράσταση.

Ο Θάνος Τοκάκης μιλάει με τόλμη και χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του για τον ίδιο και τους φόβους του αλλά και το θεατρικό του συνάφι και εξηγεί γιατί τελικά επιλέγει το σινεμά για να μπορεί να εκφραστεί καλλιτεχνικά.

Θα πρότεινα πριν αρχίσετε να διαβάζετε τη συνέντευξη να κλείστε τις θέσεις σας γιατί η παράσταση μπορεί να είναι προγραμματισμένη ως το Μάρτιο, ο καιρός όμως περνάει γρήγορα και το υπόγειο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου μικρό. (Πληροφορίες / κρατήσεις για την παράσταση «Ο Τίποτας» στο λινκ)

Τι είναι το «κλάιν»; Στην παράσταση με τη λέξη αυτή έδωσες όνομα σε μια κατάσταση που τη βλέπω γύρω μου αλλά δεν την είχα τόσο σωστά τοποθετημένη. Τι είναι λοιπόν αυτό το «κλάιν»;

Λοιπόν, ξέρεις αυτή τη λέξη την ψάχναμε πολύ καιρό. Στο αγγλικό κείμενο έλεγε «γουατέβερ», που για μας ήταν πολύ αμερικάνικο. Δοκιμάζαμε διάφορες λέξεις, πάνω από δέκα και όταν είπαμε «κλάιν» αναφωνήσαμε: Ναι! Αυτό είναι. Η δική μας κουλτούρα του Έλληνα … κλάιν (το λέει τραβώντας απολαυστικά το “α” με πολλούς τρόπους που έχει καταλήξει να βρει την εφαρμογή της, «κλάαααιν – έλα μωρεεεε».

Σ’ ενοχλεί αυτή η λογική;

Ε, καλά δεν το συζητάμε. Για μένα το «κλάιν» είναι η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, από εκεί ξεκινάνε όλα. Το ακούμε από τους γονείς μας, από τους νέους. Το ακούμε για την κλιματική αλλαγή. Ακούς μονίμως ένα «κλάιν». Στο παρκάρισμα, στην πολιτική. Μας περιβάλλει ένα «κλάιν». Είμαστε η χώρα του «κλάιν». Δεν υπάρχει πιο σωστή λέξη για να μας χαρακτηρίσει.

Χωρίς διάθεση σπόιλερ της παράστασης, εσύ, πότε ένιωσες ότι σταμάτησες να είσαι παιδί;

…ωχ! …Εγώ δεν είχα τόσο βαθύ τραύμα όπως ο ήρωας μας, αλλά νομίζω ότι η παιδική μου ηλικία σταμάτησε όταν άρχισα να θυμάμαι ότι έχω παιδική ηλικία και …θέματα. Εκεί στην προεφηβεία. Δεν θυμάμαι τι θέματα είχα αλλά τα είχα. Ήταν μηδαμινά όπως ίσως τα θυμάμαι τώρα αλλά τότε ήταν τεράστια προβλήματα. Λέμε πολλές φορές για την παιδική ηλικία ότι έχει μια αθωότητα και μια νοσταλγία, αλλά δε θυμόμαστε πόσο αγχώδεις ήμασταν μικροί. Με το παραμικρό. Από ένα τεστ, από το να πάμε σε ένα πάρτι. Ήταν τρομερά χαοτική η παιδική μας ηλικία.

Πώς αποφάσισες να σκηνοθετήσεις τον εαυτό σου και δεν εμπιστεύτηκες κάποιον άλλον;

Δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης. Περισσότερο  είναι η φάση του έργου και η φάση της ζωής μου. Γιατί πιστεύω την ίδια κατάσταση που έχουμε με την ταινία γιατί στην αρχή έψαχνα μια Νομίζω ότι ο τρόπος που ήθελα να εκφραστώ και να εκφράσω μόνο αν το σκηνοθετούσα εγώ μπορούσα να το πετύχω.
Βέβαια πολύ σημαντικό. Είχα από κάτω τρία ζευγάρια μάτια να με κοιτάνε και να με διοθρώνουνε και να τους εμπιστεύομαι ΑΠΟΛΥΤΑ!!!, Τους δύο βοηθούς μου (Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Νίκος Ιατρού) και τον Βασίλη Μαγουλιώτη που κάνουμε μαζί τη σκηνοθεσία. Χωρίς αυτούς δε θα γινόταν η παράσταση και το υπογραμμίζω.

Ως σκηνοθέτης του εαυτού σου, πώς κρατάς την απόσταση που χρειάζεται για να «δεις» αυτό που κάνεις;

Σαν σκηνοθέτης μελετώ πολύ πριν πάω στην πρόβα. Μελετάω πολύ και κάνουμε αυτό που λέμε «το τραπέζι», τη δραματουργία. Και στο θέατρο και στο σινεμά δουλεύω πολύ την προεργασία. Η προεργασία θα σε βοηθήσει να προτείνεις. Είτε είσαι σκηνοθέτης, είτε ηθοποιός προτείνεις όταν έχεις κάνει πολύ καλή προεργασία. Δεν ψάχνεις να βρεις τι θα κάνεις την ώρα της πρόβας. Επομένως όλη αυτή η προεργασία είναι απαραίτητη ειδικά στη σκηνοθεσία. Είχα μια ταυτότητα λοιπόν στο τι θέλω να κάνω. Είχα μια τάση. Παίζοντας και ψάχνοντας άρχισε να χτίζεται στο κεφάλι μου αυτό που ήθελα να πω. Έπαιρνα μια απόσταση για κάποιες μέρες ώστε να το δω απ’ έξω και να το καθοδηγήσω σκηνοθετικά. Υποκριτικά ήταν σημαντική  η συμβολή των συνεργατών που σου ανέφερα που πάνω στη γραμμή που είχαμε φτιάξει με κατηύθυναν στο σωστό δρόμο.

Βιντεοσκόπησες κάποιες πρόβες για να δεις μετά και να προχωρήσεις σε τυχόν διορθώσεις;

Όχι αυτό δεν το κάνω. Έχει μια απόσταση το βίντεο από το θέατρο, από αυτό που πραγματικά συμβαίνει στη σκηνή.

Πάμε λοιπόν να μας απαντήσεις στο ερώτημα: Ποιος είναι ο «Τίποτας» τελικά;

Ένας από ‘μας! Αυτό θέλω να πω με την παράσταση. Είμαστε όλοι. Όλοι έχουμε μέσα μας ένα «τίποτα», αντιπροσωπεύουμε ένα κομμάτι του «τίποτα» . Τα θέματα το τίποτα τα έχουμε μέσα μας. Είναι το μικρό παιδί που έχουμε μέσα μας. Είναι ο ενήλικας που έχει μεγαλώσει σ’ αυτόν τον κόσμο, σ’ αυτή την κοινωνία, σ’ αυτή την ψυχολογική και κοινωνική κατάσταση. Αυτό θέλω  να επικοινωνήσω.

Η παράσταση ως φόρμα έχει τα στοιχεία του stand up comedy. Έχουν υπάρξει αντιδράσεις θεατών που ξέφυγαν λίγο (ας το πω έτσι κομψά), ή ήταν τόσο εύστοχες που σε ξεβόλεψαν και σε έβαλαν σε σκέψεις;

Συχνά ο κόσμος μιλάει στην παράσταση. Μάλιστα τυχαίνει να μιλάει σε σημεία που δεν χρειάζεται και ο ένας ή μια που θα μιλήσει θα χαλάσει την ατμόσφαιρα. Κι εγώ το μαθαίνω αυτό. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Με τον καιρό πάντως κατάλαβα ότι χρειάζεται μια «φροντίδα».

Τι εννοείς «φροντίδα»;

Μπορεί εκείνη τη στιγμή που θα μου χαλάσει αυτό που λέω…μπορεί να θυμώσω γιατί είμαι σε μια ευάλωτη στιγμή. Φροντίδα λοιπόν είναι να σκεφτώ ότι αυτός που αισθάνεται την ανάγκη να το πει εκείνη τη στιγμή κάτι έχει, κάτι ζητάει. Οφείλω να σκεφτώ από τη δική του σκοπιά και να το περάσω μέσα στην παράσταση, χωρίς να σημαίνει ότι πρέπει να το εντάξω, αυτό που λέει. Τον άνθρωπο πρέπει να φροντίσω.
Αποκτώ καλύτερη ενσυναίσθηση.

Πιο κλασική ερώτηση πεθαίνεις αλλά πεθαίνω κι εγώ να στην κάνω: Τηλεόραση, σινεμά, θέατρο – τι προτιμάς;

Σινεμά! Σινεμά! Τώρα, αυτή η φάση της ζωής μου θέλει σινεμά.
Η τηλεόραση απέχει πολύ από εμένα. Όχι όλα όσα γίνονται αλλά το μεγαλύτερο μέρος δε μου ταιριάζουν λόγω του χρόνου. Δεν μου ταιριάζουν οι χρόνοι της τηλεόρασης. Επαναλαμβάνω όχι όλες οι «τηλεοράσεις».
Το θέατρο επειδή το ξέρω αρκετά καλά, πιστεύω ότι πλέον βρίσκω όλο και λιγότερο χώρο να εκφράσω αυτά που θέλω στο θέατρο. Τα πράγματα παίρνουν μια γραμμή που δε με βρίσκει σύμφωνο συνολικά.
Το σινεμά είναι μόνος χώρος και ο πιο δύσκολος χώρος που αυτή τη στιγμή μπορώ να βρω τρόπο να εκφραστώ καλύτερα και να βρω ένα στήριγμα σε αυτό που αισθάνομαι.

 Τι εννοείς για την «τροπή στο θέατρο», κι αν είναι έτσι για τι με τη δική σου ομάδα δεν κάνεις κάτι; Τι είναι αυτό που σε χαλάει τελικά;

Το επιφανειακό! Από τους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες αλλά και το από το κοινό. Θέλουν να βλέπουν επιφανειακά πράγματα. Αυτό το λέω πολλά χρόνια αλλά πλέον παίρνει πιο μεγάλες διαστάσεις. Ο θεατής θέλει όσο πιο αποστασιοποιημένος να παρακολουθεί θέατρο. Όχι να το αισθάνεται.  
Οι παραγωγοί, οι ηθοποιοί και οι σκηνοθέτες αυτό τελικά προσφέρουν.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο μέρος των παραστάσεων στην Ελλάδα γίνεται επιφανειακά.

Για να κάνω την παράσταση μου φτύνω αίμα. Καταλαβαίνω τον παραγωγό που θέλει να δει τι γκελ έχει κάθε δουλειά. Το γεγονός ότι κάνω αυτή την παράσταση τώρα είναι μια οικονομική υπέρβαση για να μπορέσω να ανταπεξέλθω στην ζωή μου. Δεν ξέρω αν μπορεί να το κάνει οποιοσδήποτε.

Σινεμά, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, με τι όρους κάνεις;

Το σινεμά είναι μια μακροχρόνια διαδικασία. Η διαδικασία της ταινίας έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια μέσα σου πολύ πριν τα γυρίσματα. Ως ηθοποιός βρίσκω συναρπαστική την προεργασία και την προετοιμασία. Η δουλειά που χρειάζεται για να ετοιμαστείς να σταθείς στο γύρισμα είναι εντελώς διαφορετική από το θέατρο. Το σινεμά με βάζει σε έναν κόσμο παραμυθένιο που δεν με βάζει το θέατρο αυτή τη στιγμή, καθόλου – ως ηθοποιό.
Ως δημιουργός τώρα είναι πολύ ιντριγκαδόρικο να δημιουργώ κόσμους από το μηδέν.

Τι σου προκαλεί αισιοδοξία στη δουλειά σου;
(γελάει οπότε συμπληρώνω την ερώτηση…) και τι σου σπάει τα νεύρα;

Να ξεκινήσω από αυτά που μου σπάνε τα νεύρα περισσότερο;
Η αισιοδοξία πηγάζει από τη συνάντηση με ανθρώπους που έχουμε κοινό στόχο, όνειρα, δρόμους και κοινή αισθητική.
Αυτό που μου σπάει τα νεύρα είναι η τεράστια υποκρισία στους ηθοποιούς. Και αυτό έχει «μεγαλώσει» πολύ λόγω των τηλεοπτικών εκπομπών και όλης της διαδικασίας που υποτίθεται κάνει τους ηθοποιούς να φαίνονται πιο «επαγγελματίες». Βγάζουν μια περσόνα προς τα έξω, ότι είναι κάποιοι που ενδιαφέρονται για τα κοινά, ότι τους αρέσει να συμμετέχουν στα κοινωνικά δρώμενα με τις θέσεις τους αλλά στο διά ταύτα είναι πιο  φασιστόμουτρα από οποιονδήποτε άλλον.

Δεν είναι λίγο σκληρό αυτό που λες;

Για μένα είναι πραγματικότητα. Δεν το καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι. Τι να το κάνω εγώ όταν λες «ναι μπλα μπλα» και όταν πας στο συνεργείο βρίζεις και συμπεριφέρεσαι σαν τον χειρότερο από αυτούς που κατέκρινες στην κάμερα…
Πρακτικά είναι τα πράγματα. Η πολιτική έχει να κάνει με την καθημερινή μας ζωή. Δεν έχει να κάνει με το τι ψηφίζεις ή τι γράφεις στο facebook. Nα τα χέσω αυτά. Πώς συμπεριφέρεσαι στους συνεργάτες σου, στο συνεργείο;
Δε μετράει να τοποθετηθείς για ένα κοινωνικό γεγονός αν δεν υπάρχει και η αντίστοιχη συμπεριφορά. Οι ηθοποιοί αυτό κάνουν. Φτιάχνουν μια περσόνα για να δείχνουν ευαισθητοποιημένοι.
Και στα πρωινάδικα και στα πιο κουλτουριάρικα συναντάς τέτοιες συμπεριφορές.
Πάντως το αισιόδοξο είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που μοιραζόμαστε αυτές τις απόψεις και επικοινωνούμε.

Πάμε λίγο πίσω τώρα. Πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός; Είδες κάποια παράσταση, διάβασες ένα εργό και είπες «αυτό θέλω να κάνω»;

Ένας ρόλο που με είχε γοητεύσει ήταν «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» του Τσέχωφ. Ήταν ένας παππούς. Με είχε συγκινήσει τότε. Ήμουν τυχερός με το θέατρο γιατί είχα πέσει σε έναν άνθρωπο στο θεατρικό εργαστήριο Ηλιούπολης που μας έμαθε να αγαπήσουμε το θέατρο. Αν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος να μου εμφυσήσει αυτή την αγάπη μπορεί να μην ήμουν εδώ. Λέγεται  Χρήστος Φουστέρης. Μας ενέπνευσε. Κάναμε διάφορους ρόλους και έτσι μπήκε η αγάπη μέσα μου γι’ αυτή διαδικασία.
Τώρα κάποιον ρόλο συγκεκριμένα δεν μπορώ να σου πω. Αντιθέτως μπορώ να σου πω ότι έμαθα ντραμς γιατί ήθελα να παίξω το wind of change που το άκουσα όταν ήμουν δέκα ετών και πορώθηκα.

Τι έρχεται μετά τον «Τίποτα»;

…τίποτα. Έκανα μια ταινία με τον Αλέξη Αλεξίου  τη «Θάλασσα από γυαλί» που μέσα στο Φεβρουάριο θα κάνουμε το τελευταίο γύρισμα  και ετοιμαζόμαστε να βγουν και δύο ταινίες που έκανα πέρσι και παίχτηκαν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η μία είναι ο «Ραψωδός» του Νικολάι Χάμελ και η άλλη  τα «Μικρά πράγματα που πήγαν λάθος» του Χάρη Βαφειάδη.

Και τέλος κατέθεσα στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου τη νέα μου ταινάι, μια μαύρη σάτιρα με τίτλο «Κατά του αλέκτωρος» που αναφέρεται στην ελληνική κοινωνία των 90’s

Θάνο τι φοβάσαι και πώς καταπολεμάς τους φόβους σου;

Φοβάμαι πάρα πολλά πράγματα στη ζωή μου. Φοβάμαι μην πεθάνω μόνος μου. Με φοβίζει πολύ αυτό. Φαντάζει εφιαλτικό. Πιο πολύ από το να πεθάνω, φοβάμαι μην πεθάνω μόνος μου. Αυτός ο φόβος μπήκε μέσα μου όταν κάποτε έκανα κάτι σπίτι και πήγα να πάθω ηλεκτροπληξία. Τότε σκέφτηκα: φαντάζεσαι να πάθαινα κάτι και να με βρίσκανε μετά από καμιά ‘βδομάδα στο κρεβάτι. Και στεναχωρήθηκα που θα με βρίσκανε μόνο μου μετά από μια εβδομάδα (γελάει και προσθέτει: το’ φτιαξα το σενάριο…) Πάντως ο φόβος μεγάλωσε μέσα μου. Είμαι μοναχικός τύπος αλλά τελικά φοβάμαι. Είμαστε αγέλη οι άνθρωποι και έχουμε ανάγκη την επαφή. Κι ευτυχώς έχω βρει τον άνθρωπό μου

Γιάννης Καφάτος

Σχόλια

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top