Το κείμενο που ακολουθεί το έγραψα τον Απρίλιο του 2025. Είναι το πρώτο κείμενό μου που δημοσιεύεται στο Lung Fanzine, ένα μουσικό περιοδικό, ίσως το μονο(;) που κυκλοφορεί σε χαρτί, μαζί με το cd του με καινούργιες κυκλοφορίες και κείμενα εξαιρετικών φίλων και γνωστών που κοινό μας σημείο αναφοράς είναι η αγάπη, η μεγάλη αγάπη για τη μουσική.
Το ξαναδιάβασα τώρα και διέκρινα κάποιους συναισθηματισμούς, αλλά όταν γράφεις βιωματικά αν δεν υπάρχει συναίσθημα μάλλον κάτι δεν πάει καλά.
Τέλος πάντων, διάβαστε ή απλώς χορέψτε!!!

Τον Μάιο του 2016 είχα γράψει ένα άρθρο που είχε τον τίτλο «Είμαι 47 και γουστάρω Live στην πρώτη σειρά» – ήταν το παρθενικό βιωματικό άρθρο στο σάιτ που είχα στήσει, το viewtag.gr.
Εκεί λίγο πολύ έλεγα ότι δε δίνω πεντάρα που είμαι πιο μεγάλος από τους περισσότερους που έβλεπα στα Live και ότι όσο με κρατάνε τα πόδια μου θα διεκδικώ τον χώρο μου να ιδρώνω μπροστά σε μια σκηνή.
Έχουμε 2025, τα πόδια μου με κρατάνε και τον τελευταίο χρόνο έχω χορέψει περισσότερο από πότε, έχω ανοίξει τους μουσικούς μου ορίζοντες ακόμη περισσότερο αφήνοντας τη μουσική να κυλάει μέσα μου και να δίνει γλωσσόφιλα ζωής στο σώμα μου.
Με τους φίλους και τους γνωστούς η μόνιμη επωδός είναι: Τι θα κάναμε χωρίς τις μουσικές μας!
Έχοντας πολλά-πολλά χιλιόμετρα σε μουσικές σκηνές, συναυλιακούς χώρους, μπαρ, κλαμπ, υπόγεια, ανώγεια, υπαίθρια και κλειστά μαγαζιά, μπιτσόμπαρα, δήθεν και πραγματικά ψαγμένες γωνιές μπορώ να αρθρώσω με μια αβέβαιη σιγουριά ότι πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να αφεθούν στο ρυθμό της μουσικής. Την ίδια ώρα θα υπάρχουν άλλοι τόσοι που πάνε σε ένα μπαρ και κάθονται σαν αγάλματα που περιμένουν στον ιμάντα παραγωγής να τα περάσουν ένα λούστρο να βγουν στην κυκλοφορία.
Την ίδια ώρα που κάποι@ ιδρώνουν και κολυμπάνε μέσα στο ρυθμό, κάποι@ άλλ@ παρακολουθούν ή – πλέον – απλώς κοιτάνε το κινητό τους.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει στην αθηναϊκή νύχτα μια ένα άτυπο debate που παραμένει ίδιο κι απαράλλαχτο από τα μακρινά seventies ως προς το είδος μουσικής. Μπορεί σήμερα να μη μιλάει κανείς για «καρεκλάδες» και «ροκάδες» όπως συνέβαινε την εποχή που οι τηλεοράσεις είχαν για τηλεκοντρόλ τα παιδιά της οικογένειας, ο βασικός διαχωρισμός πάντως ακόμη υπάρχει και νομίζω δεν έχει να κάνει με τα βασικά είδη και τα παρακλάδια τους. Σήμερα ο διαχωρισμός έχει να κάνει με την ελευθερία ή το μάγκωμα που διαπνέει το κοινό της αθηναϊκής νύχτας.
Σήμερα οι τάσεις στη νύχτα είναι χορεύω/δε χορεύω ασχέτως με το μουσικό είδος που αγαπώ.
Οκ μπορεί να είναι λίγο αυθαίρετο αυτό που μόλις διάβασες. Μπορεί να είναι έτσι και να έχεις δίκιο. Άλλωστε η μοναδική αξία αυτού του κειμένου είναι ότι παραμένει δικό μου, είναι η άποψή μου, η εμπειρία μου και σε καμία περίπτωση δεν είναι η «αλήθεια» για ο,τιδήποτε.
Πάμε λοιπόν παρακάτω.
Παίζω μουσικές σε μπαρ μικρά και μεγάλα στην Αθήνα από τα μέσα της δεκαετίας του 90 και πάνω από δέκα χρόνια και σε άλλες γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Και περισσότερα χρόνια κυκλοφορώ, πίνω, χορεύω κλπ στη νυχτερινή παραζάλη της πόλης. Θες η δουλειά μου, θες η φυσική μου περιέργεια, το βέβαιο είναι ότι παρατηρώ και καταγράφω ό,τι βλέπω και ότι συναισθάνομαι.
Δεν θα κάνω «μνημόσυνο» του στιλ «τι καλά που περνάγαμε» αλλά να σου πω κάτι: Ναι περνάγαμε καλύτερα. Γιατί στα μπαρ τότε γινόταν κάτι! Ο κόσμος είχε κέφι. Χόρευε, έπινε, φλέρταρε, έτρωγε χυλόπιτες, έβγαζε ταίρι, πηδιόταν στις τουαλέτες ή έξω από το μπαρ ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Οπότε χωρίς διάθεση να «φτύσω» αυτό που συμβαίνει σήμερα, δεν μπορώ να μειώσω αυτή την έξαψη που είχαν οι νυχτερινές εξορμήσεις μας – εκείνα τα χρόνια των 90’s.
Περιφερόμενες μοναξιές υπήρχαν και υπάρχουν. Νομίζω ότι σήμερα, τα άτομα αυτά είναι πιο ορατά, και ίσως γι’ αυτό μου δίνουν την εντύπωση ότι υπερτερούν. Μπορεί και να μην είναι έτσι.
Η «φυλή» μου, η «αγέλη» μου είναι οι χώροι που η indie μουσική, το alternative rock, το rock έχει την τιμητική του. Ξέρω τα στέκια, τον κόσμο, την ατμόσφαιρα και όσο περνάνε τα χρόνια αισθάνομαι πολύ ωραία που ανακουφίζομαι και δεν παθαίνω κρίση ταυτότητας όταν καταλαβαίνω ότι δεν ανήκω τελικά ολοκληρωτικά σε αυτή την πλευρά του «πλανήτη». Προσωπικά, μουσικά αισθάνομαι ένας flaneur, ένας περιπλανώμενος εκεί που η μουσική με παίρνει και με απογειώνει.
Έτσι απελευθερωμένος από τα ασήκωτα στερεότυπα που κουβαλούσα μέσα μου, χρόνια τώρα, μπορώ να ιδρώσω ακούγοντας μια παραμορφωμένη κιθάρα ή τρελά προγραμματισμένα μπλιμπλίκια!
Παλιά αισθανόμουν ότι έπρεπε να «κατουρήσω» την περιοχή μου. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι οι μπορώ να υπάρχω για την πάρτη μου σε πολλές «περιοχές» και να μη με νοιάζει πού θα με κατατάξουν οι άλλοι. Γιατί το «είμαστε ό,τι μας χαρακτηρίζουν οι άλλοι» είναι μια τρελή παγίδα και θέλει δουλίτσα – που αξίζει τον κόπο να κάνεις – για να βγεις και να… ξεφύγεις.

Έτσι μπορεί να ρίχνω το μέσο προσδοκώμενο όρο ζωής αλλά επιλέγω χώρους που ο χορός και η μουσική λειτουργούν ως το μοναδικό κριτήριο.
Τα κλαμπ με χορευτική ηλεκτρονική μουσική σήμερα στην Αθήνα είναι χώροι αποδοχής, ανεκτικότητας και μιας απόλυτης ελευθερίας.
Η Χαρά, μια γυναίκα που μιλάγαμε ένα ξημέρωμα σε ένα τέτοιο μέρος (ΙΤ- Eξάρχεια) μου είπε: εδώ μέσα είμαι η μεγαλύτερη και δε με νοιάζει. Κανείς δε με κοιτάζει για την ηλικία μου. Αισθάνομαι ότι κανείς δε με κρίνει. Της απάντησα ότι νιώθω το ίδιο και ότι εγώ είμαι μάλλον μεγαλύτερος. Μου απάντησε γελώντας: είμαι 61. Απάντησα «τουσέ, εγώ 56» και συνεχίσαμε να χορεύουμε με τις παρέες μας. Συνάντησα ένα αγόρι στην όψη που μου συστήθηκε ως Νατάσα και τον Θοδωρή που ήθελε απεγνωσμένα να μιλήσει με κάποιον για να μοιραστεί την αγωνία του ότι δε μπορεί να βρει μια σύντροφο που να τον γεμίζει.
Η μουσική είναι ένας ωκεανός. Μπορεί να πνίγει κάποι@ αλλά στο φινάλε είναι φιλική. Σ’ αφήνει να κολυμπήσεις μέσα της και να γίνεις ένα με τον ρυθμό, το μπάσο, το ντιστόρσιον, το ριφ, το beat. Και όταν συμβεί αυτό νιώθεις ένα με τους άλλους που «κολυμπάνε» δίπλα σου. Ανοίγεσαι. Ενώνεσαι. Ταξιδεύεις. Μέσα σου και μέσα στο σύμπαν που σε περιβάλλει. Και αυτό το κολύμπι είναι βέβαιο ότι σε βγάζει σε μια «ακτή» που συναντάς τον εαυτό σου, μαθαίνεις να τον αγαπάς, να μην τον κρύβεις. Αποδέχεσαι τους άλλους – γύρω σου. Η συμπερίληψη παύει να είναι μια μοντέρνα λέξη και αποκτά το πραγματικό της νόημα. Ο ρυθμός με τον χορό γεμίζει το μυαλό σου και μετά το σώμα σου και τότε όλα μπορεί να συμβούν. Μπορεί όμως και να μη γίνει τίποτα. Η μουσική (σου) είναι εκεί κι εσύ μαζί της γίνεστε ένα. Και δε χρειάζεται τίποτ’ άλλο για χαρείς.
Χορεύω λοιπόν και θα συνεχίσω να το κάνω όσο με κρατάνε τα πόδια μου. Αφήνω τον ρυθμό να κυλήσει μέσα μου και μαζί του ενώνομαι και κολυμπάω σε μια κοσμική διάσταση που με κάνει να νιώθω χαρά. Πέρα από τα είδη. Η μουσική μας, η μουσική που μας ενώνει με άλλους, ο ρυθμός που της δίνει ο καθένας μας είναι μια μαγική στιγμή. Γίνεσαι ένα με την αγέλη σου, τη φυλή, τους δικούς σου. Αλλά τελικά γίνεσαι θεατής του εαυτού σου και στροβιλίζεσαι με διάθεση συμφιλίωσης και πας παρακάτω.
Γιάννης Καφάτος








