Με την ιστορία αυτή θα ευαισθητοποιηθώ, και ξέρω καλά πως κάθε μέρα είναι κλεμένη από το θάνατο. Δεν είμαι διανοοούμενος, γράφω με το σώμα. Κι αυτό που γράφω είναι υγρή ομίχλη. Οι λέξεις είναι ήχοι μεταγγισμένοι από σκιές που διασταυρώνονται ανόμοιες, σταλακτίτες, δαντέλα, μετουσιωμένη μουσική εκκλησιαστικού οργάνου. Σχεδόν δεν τολμώ να κραυγάσω λέξεις σ’ αυτό το παλλόμενο πλούσιο δίχτυ, το νοσηρό και σκοτεινό που έχει για αντίστιξη το τραχύ μπάσο του πόνου. Allegro con brio. Θα προσπαθήσω να βγάλω από το κάρβουνο χρυσάφι. Ξέρω πως αναβάλλω την ιστορία και πως παίζω μπάλα δίχως μπάλα. Το γεγονός είναι πράξη; Ορκίζομαι πως αυτό το βιβλίο είναι φτιαγμένο δίχως λέξεις. Είναι βουβή φωτογραφία. Το βιβλίο αυτό είναι σιωπή. Το βιβλίο αυτό είναι ερώτημα.
Έτσι μας συστήνεται ο ανώνυμος αφηγητής-συγγραφέας της Ώρας του Αστεριού της Κλαρίσε Λισπέκτορ, για να μας πει πώς επινόησε τη Μακκαμπέα, ένα πλάσμα τελείως αδιάφορο. Η Μακκαμπέα είναι ένα κορίτσι ορφανό, υποσιτισμένο – τρώει μόνο χοτ ντογκ, ενίοτε και κανένα σάντουιτς με μορταδέλα- και πίνει κόκα κόλα. Ζει μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σε ένα δωμάτιο, και ακούει το «ράδιο-ρολόι». Δεν την ενδιαφέρει τίποτα, δεν ξέρει τίποτα, δεν απολαμβάνει τίποτα. Νιώθει όμως λαγνεία. Και πόθο για τον λιμοκοντόρο «φίλο» της, τον Ολίμπικο, που την παρατά για μια άλλα, τροφαντή άσχημη. Η Μακκαμπέα, είναι άσχημη, δίχως στον ήλιο μοίρα. Ο Ολίμπικο, επειδή είναι άντρας, μπορεί κάποτε κάτι να κάνει με τη ζωή του. Αυτή όχι.
Η γραφή της Λισπέκτορ, που με είχε γοητεύσει στο Κοντά στην Άγρια Καρδιά, στην Ώρα του Αστεριού, απογειώνεται. Η συγγραφέας, στο τελευταίο της μυθιστόρημα πριν πεθάνει, μοιάζει πια να μην ενδιαφέρεται για καμία λογοτεχνική σύμβαση, να έχει αποδεσμευτεί ακόμα κι από την ίδια την ιστορία. Τη νοιάζουν οι λέξεις και τα αισθήματα, και η ροή των σκέψεων.
Δεν την νοιάζει καν αν η Μακκαμπέα θα ζήσει ή θα πεθάνει. Δεν την ενθουσιάζουν οι περιγραφές, ούτε η δικαίωση της ηρωίδας της. Η Ώρα του Αστεριού είναι μόνο λέξεις, βαλμένες η μία δίπλα στην άλλη, καταδικασμένες να ασκήσουν ακραία γοητεία στον αναγνώστη.
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ ήταν μια ιδιότυπη περίπτωση συγγραφέα. Στη Βραζιλία λατρεύτηκε σαν θεά, υπάρχει ακόμα κι άγαλμά της, αν και έφτασε εκεί μωρό από την Ουκρανία κι έζησε μεγάλες περιόδους στο εξωτερικό λόγω του διπλωματη συζύγου της. Ήταν πανέμορφη, κι ισχυριζόταν πως δεν άνοιξε πότε ούτε ένα βιβλίο, πως το συγγραφικό ταλέντο της ήταν πηγαίο.
Χάθηκε νωρίς από καρκίνο, αλλά οι εντυπώσεις όλων ήταν έτσι κι αλλιώς πως πρόκειται για ένα πλάσμα εξωπραγματικό. Ο μύθος της, βοηθά τον αναγνώστη να την ανακαλύψει, σε όποια χώρα κι αν μεταφράζεται. Αλλά αυτό που τον κάνει να διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία της, είναι η ίδια η γραφή της που είναι μοναδική· αδύνατον να την αντιγράψεις ή να την αγνοήσεις.
Κατερίνα Μαλακατέ
"Η Ώρα του Αστεριού", Κλαρίσε Λισπέκτορ, μετ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες, , σελ. 146








