Αλέκα, Ηλέκτρα, Φωτεινή, Μάρω. Τέσσερις γυναίκες σε υστερία, οι οποίες έχουν λυμένα τα ουσιαστικά προβλήματα επιβίωσης, μένουν στην Κηφισιά, είναι οικονομικά ανεξάρτητες, έχουν ελεύθερο χρόνο και αναλώνονται στο να δώσουν λύση στη συναισθηματικά αδιέξοδη ζωή τους.
Πίνουν ηρεμιστικά, υπερκαταναλώνουν γλυκά και οργανώνουν ένα ταξίδι-φάντασμα στην Ταϊλάνδη για να ξορκίσουν το ανικανοποίητο της ύπαρξής τους, τις ανασφάλειές τους, να ελευθερωθούν. Το ταξίδι-σύμβολο δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, σημάδι ότι και οι ίδιες δεν θα καταφέρουν ποτέ να απεγκλωβιστούν από τα στεγανά τους ‒γάμο, σχέση, μητρότητα‒ και να ζήσουν τη ζωή που λαχταρούν.
Φοβούνται το άγνωστο και συμβιβάζονται με το «κακό» γνώριμο τοπίο. Οι γυναίκες αυτές, αν και φαίνονται απόλυτα διαφορετικές, μοιάζουν απίστευτα. Διαφέρουν μόνο στον βαθμό υστερίας. Ζουν στο παρελθόν, που το εξιδανικεύουν, αρνούνται να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, δεν παίρνουν το ρίσκο της αλλαγής. Ως αποτέλεσμα, είναι ευάλωτες και επιρρεπείς σε καταχρήσεις, διογκώνουν τα όποια συναισθήματά τους και καταλήγουν να βουλιάξουν όλο και πιο βαθιά στην υστερία. Ίσως επειδή αδυνατούν να ξεφύγουν από τα κοινωνικά τους στερεότυπα, ίσως επειδή φοβούνται, υποκύπτουν στη γυναικεία φύση τους και συντρίβονται.
Το κείμενο αυτό των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά, που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, την εποχή των παχιών αγελάδων για την Ελλάδα και της ιδιωτικής τηλεόρασης, είναι απόλυτα ελληνικό, δραματικό στη βάση του. Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια τη συγγραφέα: «Τα έργα μας δεν είναι κωμωδίες. Απλώς οι καταστάσεις με τις οποίες καταπιανόμαστε είναι ιδωμένες από μια γωνία λίγο… λοξή». Αυτό έδωσε βήμα στις γυναίκες, ίσως για πρώτη φορά όταν γράφτηκε. Και κάπως έτσι, με χιούμορ και σαρκασμό, προκύπτει το γέλιο. Πρωτοανέβηκε το 1995 στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων από τον Λευτέρη Βογιατζή και ξεχώρισε αμέσως χάρη στις αυθεντικές φιγούρες των ηρωίδων του, καθώς και για τη φυσικότητα των διαλόγων του. Γρήγοροι ρυθμοί, έξυπνες ατάκες και τσαλάκωμα των ηθοποιών συνθέτουν ένα διαχρονικό έργο, το οποίο 23 χρόνια μετά τη συγγραφή του παραμένει απελπιστικά σύγχρονο. Η πλοκή καλύπτει το διάστημα ενός μήνα περίπου, γεγονός που γίνεται αντιληπτό από τις εναλλασσόμενες σκηνές που διαδραματίζονται εξ ολοκλήρου στο σαλόνι του σπιτιού της Αλέκας και της κόρης της, της Ηλέκτρας, στα βόρεια προάστια. Η παρουσία των αντρών είναι διάχυτη στο έργο, αν και εκείνοι δεν εμφανίζονται επί σκηνής.
Ο έρωτας είναι σε πρώτο πλάνο, στην ουσία όμως απουσιάζει. Είναι κίνητρο ύπαρξης και αιτία συντριβής. Στο όνομα του έρωτα οι ηρωίδες εξαρτώνται από τα χάπια, τα τσιγάρα, φλυαρούν για ώρες και αφηγούνται ιστορίες από το παρελθόν που δεν έχουν αφήσει πίσω τους. Θέλουν ένα σύντροφο, αδύνατο, χοντρό, νεοναζί, κάποιον τέλος πάντων για να δώσει νόημα στην άδεια ζωή τους.
Η παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά έχει θετικότατο πρόσημο, όχι μόνο ως προς την επιλογή των πρωταγωνιστριών, αλλά στο σύνολό της. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να συγκεράσει το δραματικό και το κωμικό στοιχείο σε σωστές δόσεις, ενώ ενδιαφέρουσες είναι οι εναλλαγές των σκηνών, οι οποίες προκύπτουν ομαλά χωρίς να διακόψουν τη ροή της ιστορίας.
Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για την παράσταση στο Τέχνες-Plus








