Από τα βιβλία που κάναμε παρέα φέτος το καλοκαίρι το «Κεντούκι» της συγγραφέως από την Αργεντινή Σαμάνθα Σβέμπλιν (Samanta Schweblin) που ζει στο Βερολίνο και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, παραμένει και παίζει με το μυαλό μου ακόμη και τώρα που κάποιοι ήδη μετράνε ανάποδα για τις μέρες ως τα Χριστούγεννα.
Τι έχει αυτό το «Κεντούκι» που μπορεί σχεδόν ένα μήνα μετά την ανάγνωση του να τριβελίζει το κεφάλι μου;
Η συγγραφέας έχει γράψει μια ιστορία τόσο ζοφερή, που επειδή μοιάζει τόσο πολύ με την καθημερινότητά μας θυμίζει σαν να κάνεις browsing τις αγαπημένες σου σελίδες ή άσχετα βιντεάκια σε όποια πλατφόρμα επιλέγεις να σπαταλάς (όπως όλοι μας, μη νομίζεις ότι το παίζω δημοδιδάσκαλος…) τον προσωπικό σου χρόνο.
Η βασική ιδέα του βιβλίου είναι πάλι μια πτυχή της ψηφιακής μας ζωής. Είμαστε παραδομένοι, ορατοί και διαθέσιμοι.
Ναι αλλά, κι εδώ έρχεται η συγγραφέας και δείχνει το ταλέντο και μια φοβερή οξυδέρκεια, τι γίνεται όταν κάποιος μπορεί να σε βλέπει πάντα «μεταμφιεσμένος» σε ένα λούτρινο παιχνίδι που άλλοτε ήταν η «εικόνα» της τρυφερότητας και της ασφάλειας (λούτρινα ζωάκια είναι οι σύντροφοι των μωρών για να ανακουφίζονται και να αισθάνονται ασφαλή). Τι γίνεται όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από την απλή θέαση μεταξύ αγνώστων;

Η Samanta Schweblin έχει πειράξει στο ελάχιστο τον κόσμο που ζούμε και μας δείχνει πόσο εύκολα η ατομικότητα μπορεί να καταλυθεί, σχεδόν με την συναίνεση μας. Μας πετάει στη μούρη πώς η μοναξιά γίνεται πεδίο κέρδους για τους ισχυρούς και πώς όλες οι σχέσεις μεταλλάσσονται μέσα στον σκληρό και αδυσώπητο ψηφιακό κόσμο. Γράφει με δηκτικό χιούμορ και με έναν πολύ ιδιαίτερο ρυθμό. Δεν γράφει μια πραγματεία, δεν γράφει ένα δυστοπικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Γράφει ένα πολύ ξεχωριστό ανάγνωσμα που καταφέρνει να μιλάει για τις ζωές όλων μας. Κι αυτό κάνει το βιβλίο τόσο ξεχωριστό και απολαυστικό.
Το «Κεντούκι» είναι ένα κομμάτι της ζωής μας – οι περισσότεροι την έχουμε επιλέξει θεωρώντας ότι η επιλογή μας αυτή έγινε ελεύθερα – πράγμα που μάλλον ισχύει. Η αγριότητα της ιστορίας, που είναι τόσο καλογραμμένη (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου) είναι ίσως μια καλή αφορμή για να επαναπροσδιορίσουμε τις ψηφιακές μας «επιλογές».
Είμαι βέβαιος ότι θα το απολαύσετε!
Γιάννης Καφάτος
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Σχεδόν πάντα το πρόβλημα ξεκινά στα σπίτια -ήδη έχουν καταγραφεί χιλιάδες περιπτώσεις στο Βανκούβερ, το Χονγκ Κονγκ, το Τελ Αβίβ, τη Βαρκελώνη, την Οαχάκα- και διαδίδεται ταχύτατα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Κουνέλια, κοράκια, αρκουδάκια, πάντα, δράκοι ή κουκουβάγιες, τα κεντούκι δεν είναι κατοικίδια ούτε ρομπότ. Μέσα από τα μηχανικά τους μάτια βλέπουν πραγματικοί άνθρωποι, και το ζήτημα είναι -το λένε στα δελτία ειδήσεων και το μοιράζονται στο διαδίκτυο- ότι κάποιος που ζει στο Βερολίνο δεν είναι λογικό να μπορεί να τριγυρνάει στο σαλόνι κάποιου άλλου που ζει στο Σίδνεϋ, ούτε κάποιος που ζει στην Μπανγκόκ να μπορεί να τρώει το πρωινό του με τα παιδιά σας στο διαμέρισμά σας στο Μπουένος Άιρες. Ιδίως όταν αυτοί οι άνθρωποι, που τους βάζουμε μες στα σπίτια μας, είναι ανώνυμοι.
Ένα σαγηνευτικό μυθιστόρημα, μια σκοτεινή και πρωτότυπη ιδέα, που σε αιχμαλωτίζει με την αψεγάδιαστη λογική της.
Διεθνείς κριτικές:
«Ένα μυθιστόρημα με ζοφερό χιούμορ, που οι χαρακτήρες του γλιστρούν σε ρωγμές και πέφτουν σε εναλλακτικές πραγματικότητες». (J. M. Coetzee)
«Το μοναδικό ύφος, ο γρήγορος ρυθμός και η απίστευτα σοφή και συμπαγής αφήγηση δημιουργούν ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα, που θα παραμείνει στο μυαλό του αναγνώστη για πολύ καιρό αφότου θα έχει διαβάσει το βιβλίο». (Etgar Keret)








