«Τα 57 θύματα των Τεμπών» γράφουμε και διαβάζουμε εδώ και 20 μήνες. Αδυνατώντας ή μάλλον αποθώντας από το μυαλό τη σκληρή αλήθεια. Γιατί αν σκεφτεί κανείς όλους όσοι έμειναν πίσω, τους ανθρώπους που ακόμη παλεύουν για την αποκατάστασή τους στο σώμα και την ψυχή, σίγουρα το 57 θα είχε και ένα μηδενικό από πίσω. Αν πάλι σκεφτούμε την οργή που έχει φέρει -και αυτή η ατιμωρησία- ίσως χάσουμε το μέτρημα με τα μηδενικά.
Η συναυλία που έγινε την Παρασκευή 11/10 στο Καλλιμάρμαρο, ήταν μια υπόσχεση των 40.000 ανθρώπων που δώσαμε το παρών και των ακόμη περισσότερων που την παρακολούθησαν από κάθε γωνιά της χώρας και του πλανήτη ότι «δεν ξεχνάμε»!
Με τον χαιρετισμό της η μάνα- σύμβολο Μαρία Καρυστιανού τα είπε όλα μέσα σε λίγες λέξεις: «Όλοι εμείς είμαστε πλέον ένα. Νιώθουμε το ίδιο, καταλαβαίνουμε το ίδιο, επιθυμούμε το ίδιο, έχουμε τον ίδιο στόχο, την ίδια ευχή, την ίδια επιθυμία. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικό αφού αυτό που σκότωσε τα δικά μας παιδιά, τους δικούς μας ανθρώπους παραμένει ελεύθερο. Να σκοτώνει ξανά και ξανά. Ε, λοιπόν, ποτέ ξανά!».
Αυτό το «ποτέ ξανά» στη χώρα που ζούμε δεν μπορώ να το πιστέψω, αν το πίστευα, ίσως να είχα καταφέρει, αυτό που είπε λίγο πριν η Τάνια Τσανακλίδου: «Να απαιτούμε να ζούμε και όχι απλά να επιβιώνουμε». Δυστυχώς, η αμείλικτη καθημερινότητα, ο οδοστρωτήρας των κακών ειδήσεων και αυτή η ατιμωρησία που έχει γίνει λουρί στο λαιμό δεν μ’ αφήνει να το πιστέψω και ντρέπομαι.
Ντρέπομαι που ένας άνθρωπος που βίωσε την μεγαλύτερη τραγωδία του κόσμου, να χάσει το παιδί του και μάλιστα μ’ αυτόν τον φρικτό τρόπο μπορεί και φωνάζει «Ποτέ ξανά!». Μετά, αυτή η φωνή, γίνεται μέσα μου κραυγή και εγώ μια άμορφη φιγούρα σαν τον πίνακα του Μουνκ, μένω να αναρωτιέμαι: «Τι κάνω εγώ γι’ αυτό;» «Τι πρέπει να κάνω;»
Η χθεσινή βραδιά ήταν μια ψυχική ανάταση, γιατί μας απέδειξε αυτό που όλοι ξέρουμε ότι η Τέχνη μπορεί να ενώσει και να λυτρώσει. Η συναυλία για τα Τέμπη έφερε στο φως την ανάγκη μας για πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες που μιλάνε και αποδεικνύουν περίτρανα ότι έχουν ενσυναίσθηση, ότι είναι κομμάτι του κόσμου που τους ακολουθεί. Ότι δεν φοβούνται μήπως δεν είναι στις επιχορηγήσεις και τις μεγάλες παρέες. Εξάλλου μέσα στα χρόνια κατάφεραν να γίνουν αυτόφωτοι.
Έχουμε ανάγκη τον Φοίβο Δεληβοριά, που με το τραγούδι του έκανε ένα ολόκληρο στάδιο να βουρκώσει. Δεν νομίζω να έχω ξαναδεί σε συναυλία τόσα κόκκινα μάτια, λιγωμένα από πόνο.
Έχουμε ανάγκη την Τάνια Τσανακλίδου που ζωντάνεψε α καπέλα, τους στίχους του Ναζίμ Χικμέτ, που είχε μελοποιήσει μοναδικά ο Θάνος Μικρούτσικος, σαν και αυτός χθες από τον ουρανό να έδινε το σύνθημα δεν θα ξεχάσω ποτέ, που πάντα στις συναυλίες του μιλούσε για την «βαρβαρότητα» που ζούμε.
Η ίδια διάβασε και ένα μήνυμα που της έστειλε ένα νέο κορίτσι.
Ακόμη, έχουμε ανάγκη καλλιτέχνες σαν τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, που άνοιξε τη συναυλία στις 19:00 ακριβώς- σημαντική ακόμη και η συνέπεια σ’ ένα στάδιο με προσέλευση στις 17:00- και μας χάρισε μια μπαλάντα για τα θύματα των Τεμπών και ένα μοιρολόγι μιας μητέρας για το εφτάχρονο κοριτσάκι της.
Χθες, άκουσα για πρώτη φορά και τους Κοινούς Θνητούς και εντυπωσιάστηκα από τον καταγγελτικό τους στίχο και την ενέργειά τους, επί σκηνής. Ένα hip-hop συγκρότημα που δημιουργήθηκε στο Αλιβέρι και έχει ιστορικό ακτιβισμού.
Ο Σωκράτης Μάλαμας ήταν εκείνος που κάλεσε την Μαρία Καρυστιανού στη σκηνή και λίγο αργότερα μάς ανατρίχιασε με το τραγούδι που έγραψε για το έγκλημα των Τεμπών.
Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, έκανε μια εξαίρεση, όπως είχε πει από το καλοκαίρι, μόνο γι’ αυτή τη βραδιά, αφήνοντας πίσω το διάλειμμα των ζωντανών εμφανίσεων και κάνοντας ένα Καλλιμάρμαρο να σειστεί συθέμελα με την «Ανδρομέδα» του. Πώς αλλιώς αφού με τις πρώτες νότες έρχεται στο μυαλό η ανάρτηση του τραγικού πατέρα Νίκου Πλακιά «Άντε εκεί ψηλά που είναι μόνα και ψάχνουν για παρέα. Δεν είστε μόνα κορίτσια μου. Ποτέ δεν θα είστε μόνα»
Στο σημείο αυτό, να σημειώσουμε ότι ούτε για μια στιγμή, τη χθεσινή βραδιά καλλιτέχνες ή συγγενείς δεν εκμεταλλεύτηκαν συναισθηματικά την τραγωδία, δεν καπήλευσαν στο ελάχιστο τη μνήμη των νεκρών.
Θα περίμενε κανείς ο Παπακωνσταντίνου να αφιερώσει το τραγούδι στα κορίτσια του Πλακιά αλλά όχι. Γιατί η «Ανδρομέδα» και όλα όσα ακούσαμε χθες ήταν για όλα τα θύματα, για όλες τις άδειες αγκαλιές, για το συλλογικό μας τραύμα.
Δεν χρειάστηκε το βίντεο video wall να προβάλλει φωτογραφίες των θυμάτων, ούτε καν τα ονόματα, αρκούσαν τα πουλιά πάνω από τις ράγιες. Αρκούσε το βαθύ κόκκινο του αίματος αλλά και της αντίστασης στην αδικία που μας πνίγει.
«Αγαπημένοι άνθρωποι» αποκάλεσαν κάποιοι καλλιτέχνες το κοινό και έτσι ήταν. Κόσμος όλων των ηλικιών, γονείς με καρότσια ηλικιωμένοι και πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι.
Θα ήθελα να ήταν παρόντες χθες και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες, να επιτρεπόταν και σ’ άλλους ανθρώπους να κόψουν εισιτήρια και να είναι μέσα στο Καλλιμάρμαρο.
Το πιο σημαντικό; Να υπήρχαν και άλλοι που στη σκηνή και στο δημόσιο λόγο να μας ξυπνούσαν από τον λήθαργο. Έχουμε ανάγκη πολλές Τάνιες, Φοίβους, Θανάσηδες σ’ έναν κόσμο που τα πάντα έχουν ισοπεδωθεί.
Με μια δημοσιογραφία που σημαδεύεται από το ισχυρό πρόσημο Λιάγκα, μ΄ εκλογικό σώμα που έχει το θράσος να εκλέγει πρώτο σε ψήφους τον υπουργό του εγκλήματος, με μια φιμωμένη δικαιοσύνη… Aυτοί οι άνθρωποι είναι οι φάροι μας.
Χθες από νωρίς το απόγευμα στο Καλλιμάρμαρο, πάνω από τη σκηνή υπήρχαν μαζεμένα σύννεφα, ενώ στη γύρω περιοχή η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Φανταζόμουν, όπως από τότε που ήμουν παιδί ότι πάνω τους ήταν όλοι οι άγγελοι που άδικα σκοτώσαμε.
Στην παιδική μου σκέψη, οι νεκροί ζουν όμορφα πάνω στα σύννεφα, που έχουν την αίσθηση ενός ατελείωτου, λαχταριστού και ευωδιαστού στρώματος και κάθε φορά που κάποιος του μνημονεύει αγαλλιάζουν οι ψυχές τους.

Δεν σας ξεχνάμε, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Το θέμα που με τρώει είναι αν θα καταφέρουμε να σας δικαιώσουμε.
Γιώτα Δημητριάδη








