Πώς να “σκοτώσεις” ένα νεκρό

Favorite

Αυτές οι αράδες γράφτηκαν λίγη ώρα αφότου είδα τις φωτογραφίες με την περιφορά του –καθιστού- νεκρού μητροπολίτη στη Φθιώτιδα. Η ταχύτητα με την οποία ο εγκέφαλος λειτουργεί και ανασύρει μνήμες είναι αστραπιαία ως γνωστόν κι έτσι μόλις σε κλάσματα δευτερολέπτου μου ξανάρθαν στο μυαλό εικόνες που είχα ζήσει ως πιτσιρίκα, κάπου στο τέλος της –κατά τ’ άλλα- ωραίας εφηβείας μου, όταν πέθανε ο πατέρας μου. Τότε λοιπόν ζούσαμε στο χωριό του πατέρα μου, η μάνα μου ήθελε να μετακομίσουμε εκεί καθώς δε γούσταρε την Αθήνα. Bασικά φοβόταν «μη μπλέξουμε με ναρκωτικά» (sic) από αλλού της ήρθε όμως: έγινα δημοσιογράφος.

Να μην πολυλογώ περί ασχέτων, ο πατέρας έφυγε ξαφνικά έναν Δεκέμβρη, τέσσερις μέρες μετά από τα Χριστούγεννα και, πέρα από την κεραμίδα της οριστικής και ξαφνικής απώλειας, έπρεπε να διαχειριστώ και το «διαδικαστικόν» του πράγματος, που ήταν -τολμώ να πω- πιο τραυματική εμπειρία κι από αυτή του θανάτου του γονιού σου μπροστά στα μάτια σου.

Και να λοιπόν τι έμαθα –μεταξύ άλλων-  ζώντας σε χωριό κι ακολουθώντας , όχι επειδή το’θελα κιόλας, τις χριστιανικές συνήθειες, παραδόσεις και λοιπές βαρβαρότητες μετά το θάνατο και κατά την κηδεία. Καταρχήν έπρεπε να βρω ρούχα για να τον ντύσουμε. Ναι, σχεδόν τον έντυσα μαζί με έναν φίλο του. Γράφω «σχεδόν» διότι έγινε ένα μπέρδεμα με το γραφείο τελετών και, μην πλατειάζω, ετοιμάσαμε τα ρούχα, βρέθηκε και η λευκή κορδέλα για να δεθούν τα χέρια του νεκρού πατέρα μου (συγνώμη αν σας φρικάρω), ανέλαβε τελικά το «κοράκι» τα υπόλοιπα, τον πήρε, μας τον επέστρεψε στο σπίτι ντυμένο και το φέρετρο τοποθετήθηκε στο κέντρο του καθιστικού. Η μάνα μου είχε να διαχειριστεί άλλα, ο αδελφός ήταν ξενιτεμένος κι εγώ με ανάκατα συναισθήματα πόνου κι αυτού του περίεργου κι ανεξήγητου φόβου που νοιώθεις δίπλα σε ένα νεκρό σώμα, πάλευα να καταλάβω γιατί το κεφάλι του μπαμπά ήταν ακόμα ζεστό ενώ το σώμα παγωμένο. ‘Εως και την περίπτωση της νεκροφάνειας σκεφτόμουν –με μία κρυφή και μακάβρια ελπίδα- κι όλο πήγαινα στη μάνα μου «ρε μάνα, το κεφάλι του είναι ζεστό» της έλεγα, αλλά εξήγηση δεν είχε εκείνη, παρά μόνο έκλαιγε σοκαρισμένη.

Κατά το έθιμο (;) λοιπόν ο νεκρός μένει όλη τη νύχτα στο σπίτι με την οικογένεια γύρω, τους συγγενείς, τους φίλους και τους γνωστούς να τον κλαίνε. Εγώ αλλοπαρμένη κι αλαφιασμένη διότι κατά το έθιμο σε όλους προσφέρεις καφέ και δώστου να τρέχω να φτιάχνω καφέδες και να προσφέρω λικεράκια. Κι όλο αυτό χωρίς ακόμα να έχω καταφέρει να «ξεσπάσω» τον πόνο μου –πολύ περισσότερο δε να τον συνειδητοποιήσω- παρά μόνο όταν ξέκλεβα μερικά λεπτά για να πάω στο δωμάτιό μου και να κλωτσήσω τους τοίχους γαμοσταυρίζοντας ταυτόχρονα μια θειά που όλο με ρωτούσε «Γιωτούλα μου, τι θα βάλεις στην κηδεία; Έχεις αποφασίσει;» Νομίζω ότι πρέπει να την έστειλα στο διάολο με χαρά, όταν ήρθε για πολλοστή φορά να με ρωτήσει. Η νύχτα περνά με το κεφάλι του πατέρα μου να κρυώνει, με τους συγγενείς να κλαίνε, να μιλάνε, να κλαίνε, να συζητάνε, να κλαίνε, να τον θυμούνται, τη μάνα σε κατάσταση σοκ κι εγώ να σκέφτομαι ότι τελειώνει το πετρέλαιο στη σόμπα και πρέπει το πρωί να φέρω πετρέλαιο μην ξεπαγιάσουμε και καφέ διότι έπονται κι άλλοι να τον μοιρολογήσουν και να μας «σταθούν». Εννοείται ότι πέρασα όλη τη νύχτα ξύπνια, σοκαρισμένη, τρελαμένη και ως εκ τούτου σε πρωτόγνωρη υπερδιέγερση. Θαρρώ πάντως ότι τόσους καφέδες δε θα φτιάξω συνολικά μέχρι να αποθάνω, διότι κόσμος έμπαινε κι έβγαινε και επιπροσθέτως έπρεπε να περιγράφω σε καθέναν ξεχωριστά πως μας βρήκε αυτό το κακό.

Κι επειδή όντως πλατειάζω, έρχεται η ώρα της κηδείας. Της κηδείας…; ‘Οοoχι. Πρώτα θα τονε κάνουμε το νεκρό «βόλτα» στο χωριό. Μπρος το φέρετρο, εμείς πίσω, κονβόι οι υπόλοιποι, εγώ κι η μάνα και κάποιοι αγαπημένοι από την οικογένεια, ως ζωντανοί-νεκροί να περπατούμε στους δρόμους και να μην καταλαβαίνω Χριστό από τούτη την παράνοια που ήθελα να τελειώνει πια διότι ένοιωθα ότι θα δώκω μία να πηδήξω κι εγώ μέσα στο φέρετρο. Κι ο κόσμος τριγύρω να κοιτάζει και να έχουν βγει από τα σπίτια τους και να σταυροκοπιούνται και δωσ’του «θεός «σχωρέστον και ζωή σε σας». Και να μην τελειώνει αυτή η μακάβρια πορεία μέχρι να φθάσουμε στην εκκλησία για τη νεκρώσιμο ακολουθία. Η θειά -η τρελή που με ρωτούσε τι θα βάλω- σχολίαζε το ότι φορούσα γυαλιά ηλίου και παντελόνι και ότι τέλος πάντων το πρέπον θα ήταν να φορέσω φόρεμα διότι μπλα μπλα μπλα. «Αντε και γαμήσου πια!» ήθελα να της ουρλιάξω, αλλά δεν είχα δύναμη να βγάλω λέξη.

Φθάνουμε στην εκκλησία –επιτέλους- και παίρνουν το φέρετρο στα χέρια κι αρχίζουν να ανεβαίνουν τα σκαλιά της εκκλησίας κι εκεί επιτέλους βρήκε τρόπο ο πόνος και το μαύρο να βγουν από μέσα μου. Η εικόνα του φέρετρου να το ανεβάζουν στα χέρια, θέλεις η σκέψη ότι δεν μπορεί να περπατήσει πια αυτός ο άνθρωπος που ώρες πριν του μιλούσα, ε εκεί στα σκαλάκια του Αγίου Κωνσταντίνου, είπα στον εαυτό μου σε μία προσπάθεια να τον συγκρατήσω «μαλάκα μου, κρατήσου θα λιποθυμήσεις από την οδύνη και την ορθοστασία». Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλλη, εμείς πάντα δίπλα στο ανοιχτό φέρετρο και το βλέμμα μου να πηγαίνει από το πρόσωπο του πατέρα μου, στη μάνα μου κι από εκεί  σε γνώριμα πρόσωπα, γυρεύοντας δεν ξέρω τι. ‘Ενα σημάδι ίσως ότι τούτο το πράμα δεν το ζω, δεν μου συμβαίνει, δεν συμβαίνει.  Και όλα αυτά τα θυμάμαι χωρίς ήχο. Σαν να παρακολουθείς ταινία στο mute. Και μετά στηθήκαμε στη σειρά για τα «ζωή σε λόγου σας» σε χειραψία mode αυτή τη φορά.  Δεν τέλειωνε αυτό το μαρτύριο, δεν τέλειωνε. Το κεφάλι μου μόλις και μετά βίας στηριζόταν στο λαιμό μου, μετά βίας το σήκωνα και μόνο όταν άκουγα γνώριμη φωνή να μου λέει «ζωή σε λόγου σας, κουράγιο Γιωτούλα».

Περπατήσαμε ΑΣΦΑΛΩΣ έως το νεκροταφείο για να ζήσω και την τελευταία πράξη αυτής της παράνοιας και να δω να τον βάζουν στο χώμα. Κάποιος από την οικογένεια προσπάθησε να με κρατήσει σε απόσταση από το λάκκο, μάλλον έχοντας την έννοια μην κρατήσω και αυτήν την εικόνα στο μυαλό μου. Μάταια όμως. Πλησίασα στο φέρετρο, μόλις λίγη ώρα πριν είχα προλάβει να βάλω μέσα τη χριστουγεννιάτικη κάρτα που του είχα γράψει. Σαν να ήθελα να έχει συντροφιά του κάτι από μένα και το μυαλό μου εκείνη τη κάρτα σκέφτηκε. Δεν έχω ιδέα γιατί.

Η ιστορία τελειώνει με γαμοσταυρίδια αφού έμαθα εκ των υστέρων ότι αυτή η ανόητη θειά είχε κανονίσει και τα χρήματα αντί στεφάνων κλπ πήγαν –ρε γαμώτο- στην εκκλησία για να γίνει μία αγιογραφία στους τοίχους εις μνήμην του Μιχάλη, αντί να δοθούν κάπου, σε κάποιους που θα τα είχαν περισσότερη ανάγκη από την εκκλησία. Αυτή η λεπτομέρεια μέσα στο μπάχαλο μου είχε διαφύγει και τα άκουσε και η μάνα μου -κι εκείνη δεν ήξερε, δεν έφταιγε, δεν ξέρω- αλλά και η θειά και τα θεία και τα ιερά και όλα τα όσια μαζί.

Είμαι άθεη, δεν πιστεύω. Δεν έχω θεό. Δεν ξέρω αν τότε μπήκε ο σπόρος, άλλωστε ποτέ δεν με ενδιέφερε η θρησκεία, η εκκλησία και τα τοιαύτα. Ευτύχησα να μην ασχολούνται με τέτοια οι γονείς μου, παρά μόνο για να ψήσουμε κάνα αρνί. Ατύχησα όμως να ζήσω την αγριότητα του ορθόδοξου τελετουργικού της ταφής, την περιφορά του νεκρού, το ξενύχτι με τον πατέρα πεθαμένο μέσα στο σπίτι, τα ψαλτήρια, τα φακελάκια με τα λεφτά στην εκκλησία και στον ιερέα για κηδεία και μνημόσυνα, τον καφέ της παρηγοριάς ασφαλώς σε οίκημα της εκκλησίας, έως και τη δηθενιά την κλαρινογαμπριάτικη –και με καθόλου χριστιανικό χρώμα- του «τι θα βάλεις στην κηδεία του πατέρα σου» και πολλά άλλα.

Σπανίως πηγαίνω στον τάφο του πατέρα μου. Δεν το αντέχω. Θα ήθελα να είχε αποτεφρωθεί, αλλά ήμουν πιτσιρίκα για να επιβάλλω την άποψή μου. Αυτό που κάποιοι θεωρούν «τιμή για το νεκρό» για μένα αποτέλεσε και αποτελεί μία άκρως προσβλητική διαδικασία για αυτόν που έφυγε κι ένα τόσο ισχυρό σοκ, τόσο μαρτυρικό, τόσο φρικιαστικό, τόσο ζωντανό στη μνήμη και τόσο βασανιστικό για την ψυχή και το μυαλό αυτών που μένουν πίσω. Κι ας πέρασαν 26 χρόνια.

γιώτα μ. μιχαλοπούλου

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top