Ο Χρίστος είναι πια μόνος – Του Βαγγέλη Χαλικιά (σαν Πρωτοχρονιάτικο διήγημα)

Favorite

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο Χρίστος είχε βρει μια θέση έξω από ένα γωνιακό πολυκατάστημα της Ερμού. Άπλωνε το χαρτόνι του, είχε βρει ένα αρκετά γερό τελευταία, από κούτα Νουνού έξω από το σούπερ μάρκετ, είναι γερές αυτές οι κούτες. Άπλωσε από πάνω την μωβ κουβέρτα του με τα κρόσσια, χώθηκε στο κάπως βρώμικο πλέον Sleeping Bug του, έριξε άλλη μια κουβέρτα, την βαθυκόκκινη που του είχε αφήσει ένας περαστικός, έβαλε τα ακουστικά του και βυθίστηκε σε ένα ύπνο γεμάτο όνειρα.

Στα αυτιά του είχε βάλει το παλιό του mp3 player από τα λίγα πράγματα που κουβαλούσε πια από την παλιά του ζωή μετά την αναγκαστική προσγείωση του στο δρόμο. Στο κρύο και στη ζέστη. Έρμαιο στις ορέξεις του καιρού αν και πολλοί λένε του Θεού.

Άκουγε μια συλλογή που είχε φτιάξει ο ίδιος κάποτε, γεμάτη με soul κομμάτια τελευταίας εσοδείας. Curtis Harding – Until Next Time, Black Pumas – Fire, Brooke Combe – Dancing at the Edge of the World μερικά από τα αγαπημένα του… Πάντα έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από ένα soul τραγούδι.

Αναπολούσε τότε που είχε μια δουλειά, μια οικογένεια, ένα σπίτι για να χωθεί, να αράξει, να φάει ζεστό φαγητό, να κάνει ζεστό μπάνιο, να πιεί ένα καφέ, να αγκαλιάσει και να αγκαλιαστεί.

Τώρα το γιατί πλέον βρίσκεται στο δρόμο δεν είναι της ώρας να το συζητήσουμε. Το αποτέλεσμα είναι πως πλέον ζει σε μια μόνιμη αγωνία για το αν θα βρει κάτι να βάλει στο στόμα του, αν θα μπορέσει να κρατήσει το «πόστο» του, τη θέση του στο πεζοδρόμιο για να κοιμάται, να βρίσκει κάπου να κάνει την ανάγκη του.

Μια μέρα ένα παιδάκι που τον είδε μόνο του στο δρόμο με ένα απλανές βλέμμα ζήτησε από τον πατέρα του να του πάρουν κάτι φαγώσιμο να του δώσουν. Ο πατέρας του μικρού πήγε στο περίπτερο, αγόρασε ένα κρουασάν σοκολάτας γίγας και ένα χυμό και έστειλε τον μικρό να τα δώσει στον άστεγο. Ο Χρίστος χαμογέλασε και ευγενικά αρνήθηκε. Οι τελευταίες εξετάσεις του, τότε που πρόλαβε να τις κάνει πριν περάσει στην άλλη πλευρά της κοινωνίας, δεν ήταν καλές και με το ζάχαρο ανεβασμένο φοβόταν μην τον έβρει κανένα κακό.

Το παιδάκι το είπε στον πατέρα του ο οποίος έξαλλος έβαλε τις φωνές στον κακόμοιρο Χρίστο που δεν είχε ούτε τις δυνάμεις ούτε την διάθεση να αντιδράσει. Ψέλλισε απλά ένα σχεδόν άηχο συγνώμη, πήρε το κρουασάν και μόλις πατέρας και γιος απομακρύνθηκαν το έδωσε στον Πέτρο που κοιμόταν λίγο παρακάτω.

Στη συνέχεια κουλουριάστηκε, έβαλε πάλι τα ακουστικά του και βυθίστηκε σε έναν ύπνο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας προσπαθώντας να θυμηθεί ευχάριστες στιγμές, αυτονόητες για τον πολύ τον κόσμο, μακρινό παρελθόν για τον ίδιο. Ήξερε πως θα ήταν σχεδόν αδύνατον να επιστρέψει στην προηγούμενη ζωή του, ήξερε πως όταν αποβληθείς από τον κόσμο δύσκολα γυρίζεις πίσω.

Έτσι ένοιωθε, ότι είχε αποβληθεί.

Είναι τρομακτικό αν σκεφτεί κάποιος την αντίθεση, να κοιμάται στο κατώφλι του υπερκαταναλωτισμού, να κοιμάται μερικές εκατοντάδες μέτρα από τη Βουλή των Ελλήνων και να μην έχει στον ήλιο μοίρα παρά μόνο να εισπράττει βλέμματα και αυτό όχι πάντα αφού δεν ήταν λίγοι αυτοί που απέστρεφαν το κεφάλι τους για να μην έρχονται «αντιμέτωποι» με αυτούς τους κατώτερους. Εισέπραττε βλέμματα οίκτου, βλέμματα υπεροπτικά, βλέμματα που θα ήθελαν να μην υπήρχαν οι άστεγοι μπροστά τους, όχι όμως από καλοσύνη, αλλά για να μην τους χαλάνε την «αισθητική» τους, αδυνατώντας ή αρνούμενοι να καταλάβουν πως η κοινωνία και το σύστημα αποβάλλει σιγά σιγά τους ανθρώπους.

Ο Χρίστος ήξερε πως κάποτε θα τελείωνε η μπαταρία του mp3 του και δεν θα είναι εύκολο να την αντικαταστήσει. Εδώ δεν ήταν εύκολο να βρει ένα κομμάτι ψωμί να ξεγελάσει την πείνα του.

Πέρυσι τέτοια μέρα δεχόταν δώρα, τηλέφωνα, μηνύματα, δεχόταν ευχές που μάλλον δεν έπιασαν τόπο.

Σήμερα μόνος, ανάμεσα σε χιλιάδες κόσμο που περνά καθημερινά από το κέντρο είναι μόνιμα βουρκωμένος, με ένα κόμπο στο λαιμό και μια βαθιά απόγνωση να του τρώει τα σωθικά.

Σήμερα ο Χρίστος είναι μόνος και δεν περιμένει τίποτα από κανέναν. Η αγωνίες του περιορίζονται στο αν θα χαλάσει η κούτα του, αν θα κρατήσει στεγνές τις κουβέρτες του και το τι θα τις κάνει όταν θα ζεστάνει ο καιρός, το που θα βρει κάτι να φάει, να βρει νερό να πιει, να μην βρωμίσει.

Ο Χρίστος γεννήθηκε κάποτε, τον πήραν αγκαλιά, τον τάισαν με αγάπη, πήγε σχολείο, δούλεψε, έκανε οικογένεια, πλήρωσε πολλούς φόρους σε ένα εχθρικό για τους πολίτες κράτος και τελικά κατέληξε στο δρόμο.

Δυστυχώς δεν ήταν πολύ δύσκολο να συμβεί αυτό, μια δυο στραβοτιμονιές και τα χάνεις όλα.

Φέτος του Χρίστου κανείς δεν του είπε χρόνια πολλά και το πιθανότερο είναι να μην του ξαναπεί ποτέ κανείς χρόνια πολλά.

Και έρχεται καταιγίδα… ο κόσμος θα κρυφτεί στα σπίτια του να προφυλαχθεί… ο δρόμος θα πλημυρίσει και για τον Χρίστο ή τον Πέτρο παρακάτω κανείς δεν λογαριάζει το τι θα γίνει, είναι πια μια σκούρα κουκίδα στο δρόμο, μια στενάχωρη, μια θλιβερή εικόνα του δρόμου…

Για τον Χρίστο η Πρωτοχρονιά σε λίγο δε θα σημαίνει τίποτα, ούτε το τι μέρα είναι, ούτε ποια γιορτή είναι, ούτε ποια θλιβερή ή περήφανη επέτειος γιορτάζεται.

Για τον Χρίστο σημασία πλέον θα έχει να βγάζει τη μέρα και να παραμένει ζωντανός. Ελπίζοντας;

Βαγγέλης Χαλικιάς

(Φωτογραφία: Άστεγος, οδός Πανεπιστημίου, χαμηλά στο Θέατρο ΡΕΞ – Γιάννης Καφάτος Δεκέμβριος 2025)

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top