Μετά το επιτυχημένο ανέβασμα που γνώρισαν τα «Αξύριστα Πηγούνια» επί σειρά ετών στο Μικρό Χορν, τα Αθηναϊκά Θέατρα επανασυστήνουν στο κοινό ένα από τα πιο αγαπημένα και αιχμηρά έργα του Γιάννη Τσίρου, τον «Άγριο Σπόρο» στην ίδια θεατρική στέγη. Τη σκηνοθετική σκυτάλη αναλαμβάνει η Σοφία Καραγιάννη, δώδεκα χρόνια ακριβώς μετά το πρώτο του ανέβασμα.
Με όραμα, ποιότητα και μεράκι, η Σοφία Καραγιάννη υπηρετεί εδώ και πολλά χρόνια το πολιτικό θέατρο. Από την αλληγορική «Πανούκλα» του Αλμπέρ Καμύ, μέχρι το αυτοβιογραφικό κείμενο του Χρόνη Μίσσιου «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», κάθε σκηνοθετική της πρόταση αναδεικνύει με ευαισθησία και διορατικότητα το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.
Το έργο
Ο Σταύρος μαζί με την κόρη του Χαρούλα έχει στήσει μια πρόχειρη καντίνα σε μια απομονωμένη παραλία στην περιοχή «Αμμούδι», όπου τα καλοκαίρια ψήνει και πουλά σουβλάκια στους τουρίστες που περνούν από εκεί, ελπίζοντας έτσι να αντιμετωπίσει τα χρέη που τον βαραίνουν, ενώ παράλληλα διατηρεί και ένα χοιροστάσιο.
Η μυστηριώδης εξαφάνιση του Γερμανού τουρίστα, Βόλφγκανγκ, φέρνει αναστάτωση και γεννά υποψίες, οι οποίες σύντομα στρέφονται προς τον Σταύρο.
Η τοπική κοινωνία, με κύριο εκπρόσωπο της τάξης τον αστυνομικό Τάκη, καθώς και οι Γερμανικές Αρχές που ειδοποιούνται από τους γονείς του νεαρού τουρίστα επιστρατεύονται για να εξιχνιάσουν την υπόθεση. Αρχικά, η κοινότητα εμφανίζεται διχασμένη, όμως σταδιακά πολλοί αρχίζουν να τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Τότε όλες οι παρανομίες που συνδέονται με τη ζωή του θα οδηγήσουν στο να στοχοποιηθεί στερεοτυπικά: η αυθαίρετη καντίνα, η γεννήτρια που προκαλεί θόρυβο, το χοιροστάσιό του που λειτουργεί χωρίς άδεια και άλλες παραβάσεις που μέχρι τότε αγνοούσαν.
Η προκατάληψη που μετατρέπεται σε κατηγορία για τον «άξεστο» Σταύρο βασίζεται απλά και μόνο στο ότι ο ίδιος αδυνατεί να υπακούσει και να προσαρμοστεί στις επιταγές της νέας τάξης πραγμάτων. Κανιβαλίζεται κοινωνικά, αδυνατώντας πρακτικά -λόγω του οικονομικού του υπόβαθρου- να αποδείξει την αθωότητά του και αυτό από μόνο του ισχυροποιεί τη θέση του αντιπάλου.
Η γλώσσα, το παρουσιαστικό, αλλά και οι πρακτικές του στο πλαίσιο του αγώνα για επιβίωση, θέτουν τον Σταύρο αυτόματα στο επίκεντρο των κατηγοριών, ενώ κάθε κίνησή του μοιάζει να οδηγεί στην ιχνηλάτηση του τέλειου εξιλαστήριου θύματος.
Τελικά, θα γίνει ο ίδιος ξένος στον τόπο του, αφού το αλλιώτικο, το απόκοσμο και «αλλοτινό» πρέπει να δαιμονοποιηθεί για χάρη της προόδου και της εξέλιξης.
«Άγριος σπόρος φύτρωσε—σ’ ακρογιαλιά και βράχο… Χίλιους ανθούς επέταξε—και άλλα χίλια αγκάθια…. Οι ανθοί μοσχομυρίζανε—τ’ αγκάθια όμως τρυπούσαν…. Χιλιάδες προσπαθήσανε—να τόνε ξεριζώσουν… Μα σα τόνε ξερίζωναν—σκόρπιζαν χίλιοι σπόροι…»

Το σκηνοθετικό «πάντρεμα» της αγριότητας με την ποιητικότητα
Κατά τη διάρκεια της παράστασης, η σκηνοθετική ύφανση της πλοκής θα μπορούσαμε να πούμε ότι δημιουργεί συνειρμικά μια σύνδεση μεταξύ του «Άγριου Σπόρου» και ενός από τα αριστουργήματα του αμερικανού συγγραφέα Τενεσί Ουίλιαμς.
Ο χαρακτήρας –καταλύτης του έργου, ο Γερμανός τουρίστας Βόλφγκανγκ, όπως ο Σεμπάστιαν στο «Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι» είναι παρών διά της απουσίας του σε όλη τη διάρκεια του έργου. Και οι δύο είναι ελεύθερα πνεύματα, από εύπορες οικογένειες και επιδιώκουν να ζήσουν το άγνωστο σαν «απόκληροι».
Το μακελειό των χελωνών στα νησιά Γκαλαπάγκος από τα άγρια όρνια του Τ. Ουίλιαμς, στο κοινωνικό δράμα του Γιάννη Τσίρου προσιδιάζει στα αιχμηρά βλέμματα ντόπιων και τουριστών που καρφώνουν και στοχοποιούν, θέλοντας να «κατασπαράξουν» τον Σταύρο που σηκώνει την αυθαίρετη καντίνα-καβούκι στους ταλαιπωρημένους ώμους του.
Ίσως όμως το κοινό –αν μπορεί να ιδωθεί ως τέτοιο- στοιχείο μεταξύ των δύο αυτών συγγραφικών φωνών είναι ο ποιητικός ρεαλισμός που διέπει το εκάστοτε έργο.
Η Σοφία Καραγιάννη στο εν λόγω ανέβασμα έδωσε έμφαση στο σκηνικό «πάντρεμα» της αγριότητας με την ποιητικότητα, όπως δηλώνεται με την εναρκτήρια σκηνή της πιστής αλλά παράλληλα λυρικής αναπαράστασης της σφαγής ενός ζώου από τον «απολίτιστο» Σταύρο. Η σκηνοθέτις προσέγγισε το έργο με ευαισθησία και αυτό έφτασε στην πλατεία χυμώδες, εύρυθμο και συνταρακτικό, καθώς η ωμότητα που φαίνεται να αρκεί ώστε να ταυτιστεί αυτομάτως με την ενοχή, αποδαιμονοποιείται.
Στο αποτέλεσμα αυτό συνέβαλαν τα μέγιστα τόσο το ρεαλιστικό σκηνικό με την ετοιμόρροπη καντίνα του παρηκμασμένου παραθαλάσσιου ελληνικού τοπίου και τα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα, όσο και οι υποβλητικοί φωτισμοί της Βασιλικής Γώγου.
Ζωτικής σημασίας για τη δήλωση και την έκφραση της σκηνοθετικής πρότασης αποτελούν οι χορογραφίες της Μαργαρίτας Τρίκκα που «ντύνονται» μοναδικά με τη μουσική του Νικόλα Καζάζη, σωματοποιώντας το αρχέγονο στοιχείο και αναδεικνύοντας την ποιητική του δύναμη.
Οι ερμηνείες
Ο Ηλίας Βαλάσης, σε μια από τις ωριμότερες υποκριτικά στιγμές του είναι ο πρωτόγονος Σταύρος, ο λαϊκός, ο αυθεντικός τύπος που αρνείται να παραδοθεί αμαχητί στις κατηγορίες που του προσάπτουν και αντιστέκεται έναντι στον καθωσπρεπισμό και τον «εξευρωπαϊσμό» που προσπαθούν να του επιβάλλουν. Με αμεσότητα, ομιλούντα βλέμματα και ευαισθησία που σμιλεύεται και ανακλάται σταδιακά μέσα από τη φαινομενική αγριότητά του, ο Ηλίας Βαλάσης «Τους θυμίζει κάτι που θέλουν να ξεχάσουν».
Με μέσα λιτά, εξαίσια κίνηση και μια βαθιά συναισθηματική ερμηνεία, η Ανθή Σαββάκη έπλασε πλήρη ρόλο. Η Χαρούλα βρίσκεται στον αντίποδα της επιχειρηματικής σκέψης του πατέρα της: τίμια, με λογική και σύνεση παλεύει να σταθεί όρθια, απεμπολώντας κάθε στοιχείο κουτοπονηριάς με στόχο το κέρδος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν λειτουργεί σαν ομάδα με εκείνον.

Η «πριγκίπισσα των χοίρων» όπως αυτοαποκαλείται η Χαρούλα, μέσα από την καίρια ερμηνεία της Ανθής Σαββάκη εκπέμπει δυναμισμό, μα συνάμα φανερώνει όλες τις ανασφάλειες και τα τρωτά της στοιχεία με θάρρος, λαχταρώντας να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Ο Δημήτρης Μαμιός υποδύεται τον Τάκη, τον νεαρό επαρχιώτη αστυνομικό που γνωρίζοντας χρόνια τον Σταύρο και την κόρη του, προσπαθεί να εξιχνιάσει το μυστήριο γύρω από την εξαφάνιση του Γερμανού τουρίστα Βόλφγκανγκ και αναρωτιέται: «Ποιο είδος είναι το πιο άθλιο; Αυτό που δίνει τις εντολές; Ή αυτό που τις υπακούει;».
Από την κωμική πτυχή του αστυνομικού που παραβλέπει τις μικρές «παρατυπίες» του βιοπαλαιστή Σταύρου, μέχρι το συγκλονιστικό του ξέσπασμα όταν αναγκάζεται να αναθεωρήσει όσα μέχρι τώρα γνώριζε για εκείνους, αλλά και να αποκαλύψει τα μύχια συναισθήματά του, ο Δημήτρης Μαμιός αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι διαθέτει ασκημένα μέσα και ακρίβεια που απογειώνει κάθε του ερμηνεία.
Λυδία Τριγώνη








