19/09/2021

«Χάθηκε βελόνι» το μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντου Γκέζου για την αναζήτηση, τη ματαίωση, τη λύτρωση – Συνέντευξη με τον συγγραφέα

Χάθηκε βελόνι

 Το «Χάθηκε Βελόνι» του Χρήστου Αρμάντου Γκέζου (Εκδόσεις Μεταίχμιο) είναι ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, που αν ήταν ταινία θα ήταν ένα ιδιότυπο road movie που μιλάει ανοιχτά για τις κλειστές πληγές που πολλές οικογένειες κρύβουν και δεν θέλουν να δουν για να τις γιατρέψουν, μιλάει για την μετανάστευση, για την λαχτάρα της επιβίωσης, και τις απογοητεύσεις που συχνά ακυρώνουν την ίδια την ύπαρξη των ηρώων του. Είναι ένα βιβλίο για την αναζήτηση, τη ματαίωση, τη λύτρωση.

Το διάβασα απνευστί. Ακόμη κι όταν το χειμαριώτικο ιδίωμα διέτρεχε περίπου 80 σελίδες του βιβλίου η ανάγνωση ήταν απολαυστική. Απέφυγα να ανατρέχω στο γλωσσάρι των τελευταίων σελίδων γιατί η αφήγηση της Τέτας, Ηλέκτρας, της μάνας της οικογένειας, την ιστορία της οποίας μας εξιστορεί Γκέζος, ήταν τόσο ζωντανή που σχεδόν δεν μπορούσες να μην καταλάβεις τι ένιωθε, και τι μας μετέφερε η φωνή της.

Το «Χάθηκε Βελόνι» είναι μια άσκηση ύφους που ο συγγραφέας φέρνει άριστα εις πέρας περιγράφοντάς μας την ιστορία της οικογένειας Ζέφου από το επινοημένο χωριό Δρεπένι στην Αλβανία- Βόρεια Ήπειρο στην Πελοπόννησο  και καταλήγει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, στην Νέα Υόρκη.

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος με τη γραφή του μας μεταφέρει άγνωστες εικόνες ενός τόπου, στο Δρεπένι ένα ορεινό χωριό που λειτουργεί σαν χαρακτήρας που καθορίζει και στιγματίζει τους ήρωες του βιβλίου. Ένα ορεινό περιβάλλον που τίποτα δεν είναι λείο, τίποτα δεν είναι εύκολο διαμορφώνει τους κατοίκους του. Μετά, ακολουθώντας το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, οι ήρωες του έρχονται στην Ελλάδα και αρχίζουν τα μεροκάματα σε ένα χωριό της Πελοποννήσου και καταλήγει σε ένα ταξίδι αναζήτησης στη Νέα Υόρκη.
Την ώρα που η πολύτεκνη οικογένεια βρίσκεται στα σύνορα με τα χαρτιά τους στα χέρια για να περάσουν στην Ελλάδα, το στερνοπαίδι τους, ο μικρός Μενέλαος χάνεται.
 Η οικογένεια αναγκάζεται, ή επιλέγει να το ξεχάσει προς όφελος των άλλων παιδιών και ζωή τους συνεχίζεται με μια πληγή που δεν κλείνει ποτέ.

Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνει ένα πανόραμα της ζωής στην Αλβανία και όσων περνούσαν ο Βορειοηπειρώτες από το 1932 που αρχίζει η ιστορία του Γκέζου, η Ελλάδα των μεταναστών, η Ελλάδα της κρίσης και της οικονομικής ανέχειας που χτύπησε τους πιο φτωχούς και καταλήγει στην Αμερική που ο αδελφός του Μενέλαου, μαθαίνει ότι είχε έναν αδελφό που χάθηκε και αποφασίζει να τον αναζητήσει.

«Ποιος μου το κάρφωσε όταν γεννήθηκα
αυτό το σύννεφο στην πλάτη»

Ο Αλέξανδρος είναι ένας από τους βασικούς ήρωές του Γκέζου (πρωταγωνιστής στο προηγούμενο μυθιστόρημά του «Λάσπη»), ο καλός μαθητής που του αρνήθηκαν στο χωριό που μεγάλωσε να πάρει τη σημαία επειδή ήταν ξένος, ο συγγραφέας και ποιητής που καταλαμβάνει το τρίτο μέρος του βιβλίου.  Είναι αυτός που «γεννήθηκε μ’ ένα σύννεφο στην πλάτη» να τον κυνηγάει σε κάθε βήμα του.

Ο γιος μου είχε έναν συμμαθητή στο δημοτικό που όταν ο πατέρας του, με την οικονομική κρίση, σκέφτηκε να γυρίσει στην Αλβανία το παιδί έλεγε «όχι γιατί εκεί με φωνάζουν γκρεκό».
Ο Γκέζος έχει αποδώσει τόσο νηφάλια αυτή την τραγωδία που βιώσαν παιδιά που έφυγαν από τον έναν τόπο και αγωνίστηκαν να ενσωματωθούν σε έναν άλλο και τελικά πολλές φορές βρέθηκαν μετέωρα και έρμαια χλεύης.

Το φινάλε του βιβλίου είναι κάποιες σελίδες χειρόγραφες, του ήρωα Αλέξανδρου, ή Σάντο, όπως τον φώναζαν στην Αλβανία. Ποιήματα και πεζά, και σημειώσεις που δημιουργούν ένα ιδιαίτερο φινάλε για έναν ήρωα που ο συγγραφέας φαίνεται ότι αγάπησε πολύ.  

Το «Χάθηκε Βελόνι» είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα κρατήσει καλή συντροφιά σε κάθε λάτρη της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία του Γκέζου,  δεν είναι κλεισμένη σε υφολογικά και μορφολογικά κουτιά. Διαθέτει στέρεους ήρωες, συναισθηματικές διακυμάνσεις και έχει μια πολιτική ματιά αφού το κοινωνικό περιβάλλον που τους τοποθετεί παίζει κι αυτό το ρόλο του στην συνολική εικόνα του βιβλίου.

Μετά την απόλαυση της ανάγνωσης είχα τη χαρά για μια «συνομιλία» με τον συγγραφέα.

Το «Χάθηκε Βελόνι» είναι ένα βιβλίο που κλείνει έναν κύκλο για σένα; Θα επιστρέψεις μελλοντικά στην οικογένεια Ζέφου;

Κλείνει σίγουρα έναν μεγάλο κύκλο, καθώς σε αυτό το βιβλίο συμπεριέλαβα πολλές ιστορίες και πρόσωπα που με ενδιέφεραν μυθοπλαστικά και συναισθηματικά, ενώ μίλησα και για κάποια πράγματα τα οποία θεωρώ σημαντικά αλλά είχα αγνοήσει μέχρι τώρα. Στο σύμπαν αυτό της οικογένειας ίσως επιστρέψω ξανά, μετά από πολλά χρόνια όμως, όταν θα έχουν προλάβει να αλλάξουν και οι χαρακτήρες αρκετά ώστε να μιλήσω για άλλα θέματα και ίσως να μεταχειριστώ και διαφορετική γλώσσα.

Πόσο σε προβλημάτισε και πόσο σε ιντρίγκαρε η παράθεση ενός μεγάλου κεφαλαίου στη χειμαριώτικη διάλεκτο;

Ήθελα πολύ να το κάνω αυτό, γιατί η συγκεκριμένη διάλεκτος έχει μια ροή και μια δυναμική που με δελέαζε έντονα να τη χρησιμοποιήσω σε μια εκτενή, ολοκληρωμένη αφήγηση. Είναι μια γλώσσα που τη μιλάω κι εγώ ο ίδιος, με αυτήν μεγαλώσαμε στο σπίτι, οπότε μου βγήκε αρκετά φυσικά. Την ίδια στιγμή βέβαια έπρεπε αυτό το κεφάλαιο να το δουλέψω και πάρα πολύ: τον ρυθμό του, τη δράση, την ψυχογράφηση της αφηγήτριας και των άλλων προσώπων, την ενσωμάτωση των ιστορικών πληροφοριών και το πώς έδενε με το υπόλοιπο βιβλίο.

Πώς έχεις βιώσει εσύ τη συνθήκη των ηρώων σου που εδώ τους έλεγαν αλβανούς και στην Αλβανία γκρεκούς, ή ξένους;

Το έχουμε βιώσει όλοι οι μετανάστες αυτό λίγο πολύ, το έχουν βιώσει και οι Έλληνες μετανάστες ακόμα, τα παλιότερα χρόνια αλλά και σήμερα. Το σημαντικό είναι πως αυτή η διάκριση είναι πιο βαρύνουσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και ηλικίες, δεν επηρεάζει όλους τους ανθρώπους το ίδιο και θέλει πολλή δουλειά για να αποβάλεις τις επιρροές της.

Οι ήρωές σου στο «Χάθηκε Βελόνι» είναι σε μια αναζήτηση. Αναζητούν δουλειά, μέλλον, έναν χαμένο αδελφό. Εσύ, σήμερα, τι αναζητάς όταν κάθεσαι και πιάνεις χαρτί και μολύβι (ή έστω πληκτρολόγιο);

Να συνθέτω ιστορίες που συγκινούν και διασκεδάζουν πρώτα εμένα, ταυτόχρονα πλάθοντας μια πιο κατανοητή εικόνα για τον κόσμο.

Αν το «Χάθηκε Βελόνι» ήταν ταινία, με τι μουσική θα την επένδυες;

Μιας και τα κεφάλαια διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, θα επέλεγα κάτι χωρίς στίχους και πιο συμπαντικό, κάτι ίσως από Μαξ Ρίχτερ ή από Φίλιπ Γκλας.

Η καραντίνα πώς σε επηρέασε ως συγγραφέα και ως  πρόσωπο;

Η καραντίνα σίγουρα επέφερε μεγάλο πλήγμα στην κοινωνική ζωή όλων μας. Ακόμα σε όσους αρέσει η μοναξιά και η μοναχικότητα, είναι αλλιώς όταν σου επιβάλλεται και μάλιστα καθολικά. Αλλά και το γράψιμο και το διάβασμα έγιναν περισσότερο αγγαρεία κι έχασαν την αίγλη τους.

Πώς θα χαρακτήριζες την κατάσταση του πολιτισμού στην Ελλάδα σήμερα;

Απαισιόδοξη. Ο καθένας ό,τι κάνει μόνος του, ελάχιστη στήριξη από το κράτος, κυριαρχία του ελαφρού. Φυσικά και γίνονται και πολύ καλά πράγματα στη λογοτεχνία, στο σινεμά, στο θέατρο κλπ, αλλά δεν πρέπει να συμβιβαζόμαστε με αυτά τα λίγα. Ο πολιτισμός είναι για όλους, είναι δώρο και ευλογία για τον άνθρωπο, καύσιμο για την κοινωνία.

Ποιο όνειρο έχεις από παιδί και το κυνηγάς ακόμη;

Να ζω ελεύθερα.

Τι φοβάσαι και πώς ξορκίζεις τους φόβους σου;

Φοβάμαι πολλά. Αυτό που έχω καταφέρει με τα χρόνια είναι να μην αφήνω αυτό το συναίσθημα να υπαγορεύει τις επιλογές μου και να το κάνω πέρα.


Γιάννης Καφάτος

(Συνολικές Επισκέψεις 68, 1 επισκέψεις σήμερα)

mm
About Γιάννης Καφάτος 1932 Articles
Γιάννης Καφάτος, Μπαμπάς, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, tattoer, T-shirt maker, dj, και ποιος ξέρει τι άλλο (ακόμη). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες πήρε όμως πτυχίο από το ΡΟΔΟΝ και άλλα συναυλιακά "ιδρύματα". Ταξιδεύει λιγότερο από όσο θα ήθελε.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*