Χρήστος Βασιλόπουλος: όλα τα υπαρξιακά

Χρήστος Βασιλόπουλος: όλα τα υπαρξιακά και τα ζητήματά μου τα λύνω με τις πράξεις μου

Η παράσταση «Κουαρτέτο» που σκηνοθετεί ο Θανάσης Σαράντος στο Από Μηχανής Θέατρο είναι μια κούρσα θανάτου για έναν χαρακτήρα, που όμως αποτελείται συμπληρώνεται και επιβιώνει μέσα από τη διττή του ταυτότητα. Ο Βαλμόν και η Μερτέιγ είναι οι δυο πτυχές ενός χαρακτήρα επί σκηνής.

Ο Χρήστος Βασιλόπουλος υποδύεται τον Βαλμόν και η Κερασία Σαμαρά την Μαρτέιγ. Δύο ήρωες που όλοι (οκ, σχεδόν) γνωρίζουμε σίγουρα από την ταινία «Επικίνδυνες Σχέσεις». Ο Χάινερ Μύλλερ πήρε τους δύο βασικούς χαρακτήρες του μυθιστορήματος του Λακλό (στο οποίο βασίστηκε η ταινία) και τους προχώρησε, τους έφερε στα όριά τους και μας τους παρέδωσε ως μια διττή τελικά προσωπικότητα.

Ο Θανάσης Σαράντος έχει στήσει μια εξαιρετική παράσταση όπου η διπλή προσωπικότητα του «ήρωα» αναδεικνύεται επί σκηνής με την αλλαγή ρόλων και φύλων μεταξύ των πρωταγωνιστών.

Η παράσταση παίζεται κάθε Σάββατο και Κυριακή  και τις Τετάρτες (10, 17 και 24 Απριλίου στις 20:00 ) και είμαι βέβαιος ότι μόλις διαβάσεις περισσότερα γι’ αυτήν στα όσα συζητήσαμε με τον Χρήστο Βασιλόπουλο θα κλείσεις τη θέση σου για να την απολαύσεις.

Η κουβέντα μας με τον Χρήστο Βασιλόπουλο μου «σύστησε» έναν ευγενή και γεμάτο κέφι γι’ αυτό που κάνει άνθρωπο, χορτάτο από αγάπη και αποδοχή, που ξέρει τα θέλω του, τα έχει διεκδικήσει και ετοιμάζεται για τα επόμενα βήματά του. Στην ερώτηση αν θα αφήσει το Λος Άντζελες για να ζήσει μόνιμα στην Αθήνα την απάντηση δίνει ένα άλλο …στοιχείο της ταυτότητας του – όπως θα διαβάσεις παρακάτω!

Ποιος είναι ο Βαλμόν και τι σχέση έχει με τον Χρήστο;

Ο Βαλμόν είναι ένας άντρας που για πάρα πολλά χρόνια, μαζί με τη Μερτέιγ, την αιώνια σύντροφο και ερωμένη του είχε στόχο να καταστρέφει τις γυναικείες ψυχές. Έπαιζε το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Μετά από πολλά χρόνια, σ’ αυτό το έργο τον βλέπουμε αποδομημένο και να έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του και με πολλά υπαρξιακά ζητήματα όπως είναι ο έρωτας ο θάνατος, η καταστροφή και μάλιστα καταλαβαίνει τόσο καλά τον γυναικείο ψυχισμό, έχει μπει τόσο καλά μέσα στον γυναικείο ψυχισμό και αναφέρεται τρεις φορές στο έργο ότι θα ήθελε να αλλάξει το φύλο του, να γίνει γυναίκα.
Ο ήρωας έρχεται σε ένα τεράστιο υπαρξιακό αδιέξοδο και εδώ είναι το κοινό μας σημείο. Έχω έρθει πολλές φορές σε υπαρξιακά αδιέξοδα στη ζωή μου.
Άλλο ένα κοινό σημείο με το ρόλο μου είναι ότι γνωρίζω πολύ καλά τον ψυχισμό της γυναίκας γιατί μεγάλωσα με δύο υπέροχες, πολύ δυναμικές γυναίκες
και στη συνέχεια οι γυναίκες με έμαθαν πολλά πράγματα στη ζωή μου και με βοήθησαν να εξελιχθώ, με αγάπησαν και με διαμόρφωσαν τελικά σε αυτό που είμαι σήμερα.

Να μείνουμε λίγο στο έργο, αν και μου έδωσες αφορμές για πιο προσωπικές ερωτήσεις, στις οποίες θα επανέλθουμε. Θέλω να μας μιλήσεις για τον ρόλο της Μερτέιγ και πώς ο σκηνοθέτης σας, Θανάσης Σαράντος, δούλεψε το εύρημα  ο ένας ηθοποιός να μπαίνει στο ρόλο του άλλου – μιας φυλομετάβασης επί σκηνής.

Η Μερτέιγ είναι το άλλο μισό του Βαλμόν. Ο,τιδήποτε κάνει ο Βαλμόν στις γυναίκες κάνει η Μερτέιγ στους άντρες. Ο ένας «συμπληρώνει» τον άλλον. Είναι το γιν και το γιαγκ. Το άσπρο και το μαύρο.
Από τον συγγραφέα το έργο είναι σαν να πρόκειται για έναν ρόλο που οι δύο ήρωες αλληλοσυμπληρώνονται. Οπότε πολύ έξυπνα ο Θανάσης Σαράντος έχει διαβάσει και αναλύσει το έργο του Μύλλερ αλλά και τις αναλύσεις επ’ αυτού και ήθελε αυτό το «παιχνίδι» να είναι πολύ έντονο. Αυτοί οι άνθρωποι μετά από τόσα χρόνια αφού έχουν καταστρέψει τόσες ψυχές είναι σαν να είναι νεκροί-ζωντανοί, σαν να είναι ζόμπι. Και ζωντανεύουν παίζοντας τα παιχνίδια που βλέπουμε επί σκηνής.

Ποιες είναι οι αντιδράσεις του κοινού που αφουγκράζεσαι όσο είσαι στη σκηνή και τι πιθανώς σου έχουν πει μετά, στα καμαρίνια;

Στο έργο έχουμε δώσει μεγάλη βάση στο χιούμορ και ο κόσμος το αντιλαμβάνεται αυτό. Συνήθως το έργο αυτό ανεβαίνει  με μια πολύ βαριά υπαρξιακή έκδοση, με δυο χαρακτήρες στα όρια της κατάθλιψης. Εμείς, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Θανάση Σαράντου αγγίξαμε το κωμικό κομμάτι του έργου και αυτό δίνει στο κλασικό κείμενο μια άλλη οπτική που δεν την έχει ξαναδεί το κοινό. Οι αντιδράσεις είναι αυτές που περιμέναμε. Γελάνε στα σημεία που οι δύο χαρακτήρες κάνουν αυτό το παιχνίδι, βλέπουν τις εναλλαγές. Αντιλαμβάνονται τους «γύρους» των παιχνιδιών επί σκηνής και περιμένουν τον… επόμενο.
Τώρα στα υπαρξιακά κομμάτια που πιάνει ο Μύλλερ, όπως η καταστροφή, ο θάνατος, ο έρωτας, το αδιέξοδο στις σχέσεις γίνονται αντιληπτά από το κοινό. Μετά την παράσταση μιλώντας με του θεατές ή διαβάζοντας σχόλια βλέπουμε με χαρά ότι οι θεατές μας αποκρυπτογραφούν αυτό που είδαν.

Εγώ είχα δει το έργο σε μια παράσταση που μου έχει μείνει ζωντανή στη μνήμη μου, το 1996 στο Ανοιχτό Θέατρο  (σκηνοθεσία Γιώργος Μιχαηλίδης με τους: Δήμητρα Χατούπη, Κώστα Γαλανάκη) ήθελα όμως να το δω και να το ξαναδώ γιατί κάθε φορά υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να ανακαλύψεις.

Νομίζω στη συλλογική μνήμη Βαλμόν θα είναι πάντα ο Τζον Μάλκοβιτς και Μερτέιγ η Γκλέν Γκλόουζ – αν και εμείς τους είδαμε στις Επικίνδυνες Σχέσεις που είναι άλλου συγγραφέα έργο, στο οποίο βασίζεται όμως ο Μύλερ. Για εσας πώς έγινε η δουλειά έχοντας στο μυαλό σας αυτούς τους χαρακτήρες.

Έχουμε αναλύσει και την ταινία και διαβάσει το βιβλίο του Λακλό και φυσικά έχουμε επηρεαστεί από τους χαρακτήρες αυτούς.

Αναφέρθηκες πριν στα υπαρξιακά αδιέξοδα που είχες κι εσύ, όπως ο ήρωας που υποδύεσαι. Ποιο ήταν το πρώτο που σε συγκλόνισε και πώς το αντιμερώπισες;

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που είχα στο μυαλό μου, ήταν αν η υποκριτική, αυτό που κάνω, το επάγγελμα από το οποίο ζούσα και ζω, ήταν το σωστό για μένα. Ήμουν 22 ετών δούλευα ήδη στο θέατρο, είχα τελειώσει τη σχολή και με απασχολούσε πολύ. Την απάντηση – διέξοδο αν θες –  μου την έδωσε μια γιαγιά στην Κρήτη που τη γνώρισα σε μια περιοδεία. Η σκέψη λοιπόν που τριβέλιζε το μυαλό μου βγήκε σε μια συζήτηση αυτή τη σοφή γιαγιά που συνάντησα στην πλατεία. «Είναι αυτό που κάνω σωστό γιαγιά, θα με εκφράζει πάντα στη ζωή μου»; Και μου απάντησε η γιαγιά: Τι θα έκανες γιε μου χωρίς λεφτά, τι θα έκανες τζάμπα, για σένα, για να είσαι καλά;
Και της είπα: Θα διασκέδαζα τον κόσμο. Θα έλεγα ιστορίες, αστεία να γελάνε. Θα ήμουν ο κλόουν της παρέας – υπήρξα τέτοιος.
Οπότε μου είπε η γιαγιά δεν το βλέπεις ότι είσαι στο σωστό μονοπάτι;

Άλλο υπαρξιακό ζήτημα που με απασχόλησε ήταν αν έπρεπε να γίνω γονιός ή όχι. Και τελικά όλα τα υπαρξιακά και τα ζητήματα που με αφορούν τα λύνω με τις πράξεις μου. Τα κάνω και μετά παίρνω την απάντηση που χρειάζομαι. Αυτή είναι η φιλοσοφία μου.

Ως «κλόουν της παρέας» που ανέφερες έχεις υπάρξει μόνος;

Δεν έχω αισθανθεί μοναξιά. Έχω εισπράξει πολλή αγάπη. Πολύ γέλιο στις παρέες μου και αποδοχή. Και στο σχολείο, και παντού, πριν μπει στη ζωή μου η τηλεόραση. Και ως έφηβος και με τους φίλους μου.

Θέλω να έρθουμε στις δυο γυναίκες της ζωής σου που όπως μου ανέφερες σε βοήθησαν να κατανοήσεις τον εαυτό σου αλλά και τον γυναικείο ψυχισμό. Μίλησε μας γι’ αυτές.

Ήταν η μαμά και η γιαγιά μου. Δύο πολύ δυναμικές γυναίκες. Με έμαθαν πώς να καταλαβαίνω, να αγαπάω και να εμπιστεύομαι τις γυναίκες.
Δεν με «ευνούχισαν ποτέ και δεν καταπίεσαν την αντρική μου φύση. Με βοήθησαν να εξελιχθώ. Με άφησαν ελεύθερο και με παρότρυναν να είμαι ο εαυτός μου.

Και ξαφνικά εκεί που ήσουν ανάμεσά μας έφυγες στο εξωτερικό για να… (συμπλήρωσε εσύ τη φράση)

Η φυγή στο εξωτερικό έγινε για να γίνω καλύτερος. Να μάθω, να ανοίξω τους ορίζοντές μου, να μη μείνω στάσιμος.
Την περίοδο που αποφάσισα να φύγω σκεφτόμουν συνεχώς: Πώς βλέπεις τον εαυτό σου σε δέκα χρόνια που θα είσαι 41; Και ως προβολή με έβλεπα ίδιο. Να δουλεύω στο θέατρο, στην τηλεόραση να έχω ένα ωραίο σπίτι, ένα ωραίο αυτοκίνητο και μετά τι; Τίποτα. Έβλεπα μια στασιμότητα σε σχέση με την εξέλιξη μου ως ηθοποιού και ως ανθρώπου και στη συνέχεια ως πατέρα.

Το εξωτερικό ήταν ένα σχολείο και μια διαδικασία εξέλιξης για μένα.

Και τώρα πώς μοιράζεις το χρόνο σου; Πού είναι το σπίτι σου;

Ζω στο Λος Άντζελες. Τώρα είμαι στην Αθήνα για την παράσταση αλλά και για ένα master class που ετοιμάζω με την σπουδαία Ιβάνα Τσάμπακ που θα γίνει στο τέλος Μαΐου και μόλις τελειώσω τον Ιούνιο θα γυρίσω στο παιδί μου

Πόσο ετών είναι ο Απόλλωνας;

Είναι τεσσάρων.

Μια συμβουλή που σου έδωσε η μάνα και θα τη δώσεις κι εσύ στο γιο σου ποια είναι;

Να είναι ο καλύτερος σε ό,τι κι αν κάνει.

Το διάστημα που εισαι στην Αθήνα. Ποιο πράγμα σε κάνει να λες «καλά έκανα και έφυγα» και τι σου λείπει από το Λος Άντζελες;

Η απόλυτη ηρεμία της καθημερινότητας, αυτό μου λείπει. Δεν υπάρχει αυτό στην Αθήνα. Το πόσα εμπόδια έχει ένας άνθρωπος που θέλει να πάει στη δουλειά του είναι τρομερό.
Μου έχει λείψει να βλέπω χαμηλά κτίρια και όχι τόσο πολύ τσιμέντο. Μου έχει λείψει η λιακάδα του LA και τελικά μου έχει λείψει και η ευγένεια!

Γενικά δεν είμαστε ευγενικοί ως λαός, βάζω και τον εαυτό μου μεσα για να μην παρεξηγηθεί αυτό που λέω.
Στο LA υπάρχει μια τεράστια ευγένεια στην καθημερινότητα και την εξυπηρέτηση των πολιτών. Εδώ δεν δίνουμε τόσο σημασία. Το βλέπεις από τον τρόπο που οδηγούμε. Δεν υπάρχει ο σεβασμός του άλλου.
Τελικά αυτό που μου λείπει είναι η απλότητα της καθημερινότητας μου εκεί.

Άρα να υποθέσω ότι δε θα σκεφτόσουν να επιστρέψεις στην Ελλάδα;

Το σκέφτομαι γιατί ίσως το Λος Άντζελες επαγγελματικά έχει τελειώσει μέσα μου. Είμαι σε μια δημιουργική φάση και ετοιμάζω κάποια πράγματα που θα τα ανακοινώσω σε άλλο χρόνο. Ετοιμάζω κάποιες δουλειές ως παραγωγός αλλά ακόμη κι αυτά μπορώ να τα κάνω από όπου βρίσκομαι είτε Αθήνα, είτε Λονδίνο. Αλλά τελικά εγώ θα βρίσκομαι όπου βρίσκεται ο γιος μου. Αυτός είναι ο λόγος που δεν γυρίζω στην Ελλάδα. Θα βρίσκομαι όπου είναι ο γιος μου!

Και να κλείσουμε με μια ερώτηση για τους φόβους σου, και πώς τους αντιμετωπίζεις.

Φοβάμαι τη στασιμότητα και την ακινησία. Είναι τα δύο πράγματα που φοβάμαι περισσότερο στη ζωή μου. Τόσο πνευματικά όσο και σωματικά. Ο μεγάλος μου φόβος είναι μην βρεθώ λάθος χρόνο σε λάθος χώρο και – χτύπα ξύλο – πάθω ένα ατύχημα που με αφήσει παράλυτο και δεν μπορώ να κάνω τα πράγματα που κανω τώρα. Το ίδιο και για το μυαλό μου. Είμαι άνθρωπος που μου αρέσει να κάνω πράγματα και όταν υπάρχει μια ακινησία ή στασιμότητα με τρομάζει και με κάνει να αναρωτιέμαι αν είμαι στο σωστό δρόμο. Κάποιες φορές βεβαίως και το να σταματάς είναι αναγκαίο και απολαμβάνω τις στιγμές που δεν έχω να κάνει κάτι.

«Κουαρτέτο» info / εισιτήρια

Σχόλια

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top