Ο σπουδαίος σκηνοθέτης φέτος καταπιάστηκε με το καφκικό σύμπαν και συγκεκριμένα με τη Δίκη που εκδόθηκε το 1925, μετά τον θάνατό του συγγραφέα.
Η παράσταση του Μπινιάρη συμπίπτει με την επέτειο 100 χρόνων από την πρώτη έκδοση του έργου, ενώ παρουσιάζεται σε διασκευή και έμπνευση του ίδιου. Ο ανήσυχος δημιουργός επανέρχεται κατά κάποιον τρόπο στη θεματική της βίας και του ολοκληρωτισμού, που εξερεύνησε σε 3 προηγούμενες δουλειές του («Η άνοδος του Αρτούρο Ούι», «Η Φάρμα των Ζώων» και «Σαλό»), ενώ η μουσική δραματουργία της παράστασης και ο ρυθμός που ακολουθεί η παράσταση επικοινωνεί δημιουργικά με το «Θείο Τραγί» που είχαμε δει παλιότερα στο Bios. Όπως είχαμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο, η Δίκη έχει σημειώσει ένα μεγάλο σερί sold-out, στα χνάρια του Αρτούρο Ούι. Στον κεντρικό ρόλο του Γιόζεφ Κ. συναντούμε τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, στη δεύτερη συνεργασία του με τον Μπινιάρη μετά τα Πουλιά (καλοκαιρινή περιοδεία).
Υπόθεση:
Ο Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται ένα πρωί, στο κρεβάτι του, με τις πιτζάμες του για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζει ποιο είναι. Παρά τη σύλληψή του όμως, του επιτρέπεται να συνεχίσει κανονικά τις καθημερινές δραστηριότητες της ζωής του. Το Δικαστήριο είναι εκεί απλώς για να παρατηρεί τις αντιδράσεις του. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, ο Γιόζεφ Κ. αναζητά μάταια το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, συνειδητοποιώντας σταδιακά ότι όλοι οι άνθρωποι που συναντά είναι, στην πραγματικότητα, μέρος αυτού του Δικαστηρίου, αυτού του μυστηριώδους οργανισμού που βρίσκεται πάντα στα ίχνη του, εξαφανίζοντας κάθε έννοια ιδιωτικότητας και ηρεμίας. Ένα Δικαστήριο που «έλκεται από την ενοχή» και ταυτόχρονα έχει το μοναδικό χάρισμα να εμφυσά στους κατηγορούμενους την τεχνική της αυτό-ενοχοποίησης. «Και στο τέλος, από εκεί που δεν υπήρχε απολύτως τίποτα, ξαφνικά ξεφυτρώνει μια μεγαλοπρεπέστατη ενοχή» συνειδητοποιεί κάποια στιγμή ο Γιόζεφ Κ.
Παράσταση
Ο Άρης Μπινιάρης δεν σκηνοθετεί απλώς παραστάσεις, δημιουργεί σύμπαντα με σαφή αισθητική ταυτότητα και μουσική δραματουργία που πάλλεται και δίνει πνοή στους ηθοποιούς που συμμετέχουν σε αυτήν. Επιλέγοντας να σκηνοθετήσει το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, Δίκη, φαίνεται πως είχε ένα έντονο όραμα, που ήθελε να υλοποιήσει και εξ αποτελέσματος τα κατάφερε. Η δραματουργία της παράστασης (Σοφία Ευτυχιάδου) έχει ζωντανή πλοκή, επιλέγοντας μια δομή συνειρμική, σαν να βρισκόμαστε στο φαντασιακό του Γιόζεφ.
Ο σκηνικός χώρος θυμίζει αίθουσα αναμονής σε δημόσια υπηρεσία, σύμφωνα με τον αφηγηματικό χώρο του βιβλίου. Τον σκηνικό χώρο σχεδίασε ο ίδιος ο Μπινιάρης, ενώ την μελέτη και την εφαρμογή του σκηνικού έκανε η Αγγελίνα Παπαχατζάκη. Επέλεξε να αξιοποιήσει σημειολογικά υλικά καθαριότητας, όπως κουβά και σφουγγαρίστρα, πλαστικά γάντια κουζίνας και σακούλες σκουπιδιών. Θα μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτά τα υλικά ως τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος, του δικαστικού σώματος και της δημόσιας διοίκησης που χρίζουν εξυγίανσης. Ο κεντρικός ήρωας μάλιστα, ο Γιόζεφ, καταλήγει στο τέλος της παράστασης γυμνός, τυλιγμένος με μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών, παγιδευμένος από το «σύστημα» και τους εκπροσώπους του. Κάθε του προσπάθεια να βγει στο «φως», φαίνεται να καταλήγει σε μεγαλύτερο σκοτάδι, σε μια ενοχή που δεν επέλεξε.
Το ονειρικό στοιχείο
Ο σκηνοθέτης αξιοποιεί ένα βασικό στοιχείο της γραφής του Κάφκα, το όνειρο που λειτουργεί ως leitmotiv στην εργογραφία του. Ο Κάφκα είχε δηλώσει «Μόνο στ’ όνειρα είμαι τόσο αλλόκοτος.» και έχει εκδοθεί μάλιστα ένα βιβλίο με επιστολές και αυτοβιογραφικές σελίδες υπό τον τίτλο Όνειρα. Η σκηνική διασκευή του Μπινιάρη αξιοποιεί αυτό το στοιχείο, εντάσσοντας τη μια σκηνή μέσα στην άλλη συνειρμικά, χωρίς εμφανείς «ραφές», αναδεικνύοντας το όνειρο που τρέπεται σε εφιάλτη. Η παράσταση ανοίγει και κλείνει με ηχογραφημένο μήνυμα του Γιόζεφ (Παπασπηλιόπουλος) που ξεκινά με το «Χθες βράδυ είδα ένα όνειρο».
Αντίστοιχα, τα πρόσωπα του έργου εμφανίζονται και αποχωρούν από τη σκηνή αέρινα, σαν να παρακολουθούμε τους συνειρμούς των ονείρων του Γιόζεφ. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η κινησιολογία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου, που φαίνεται να λειτουργεί άριστα με το σκηνοθετικό όραμα του Μπινιάρη. Μάλιστα, σε κομβικές σκηνές του έργου όπως το φινάλε, η χορογραφία απογειώνει την παράσταση, δημιουργώντας άριστες και δυναμικές σκηνικά εικόνες. Την σκηνική δραματουργία «φωτίζει» λεπτομερώς ο φωτιστικός σχεδιασμός του Στέφανου Δρουσιώτη, τρέποντας τη δράση από τον ρεαλισμό, στο εφιαλτικό πλαίσιο του Κ και κατ’ επέκταση του Φραντς Κάφκα.
Στο θέατρο του Μπινιάρη -που έχει αποκτήσει περίοπτη θέση στο θεατρικό γίγνεσθαι- δραματουργία και μουσική είναι ένα κράμα χωρίς ορατές διακρίσεις. Ακόμα και όταν δεν υπάρχει πρωτότυπη μουσική σύνθεση, υπάρχει μουσικός ρυθμός, που συνδέεται με τον αρχετυπικό Χορό της αρχαίας τραγωδίας. Στη Δίκη, η μουσική σύνθεση του Τζεφ Βάγγερ δημιουργεί ένα ισχυρό αισθητικό στίγμα και απογειώνει τη σκιαγράφηση του ονείρου αλλά και την πολιτική διάσταση του έργου.
Η διανομή
Τον κεντρικό ρόλο του Γιόζεφ Κ. ενσαρκώνει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, σε μια από τις κορυφαίες στιγμές της μέχρι τώρα παραστασιογραφίας του. Ο χαρακτήρας του Γιόζεφ εμφανίζεται αρχικά με τη σιγουριά της αθωότητάς του, ενώ προσπαθεί να διαχειριστεί την παράλογη συνθήκη της ανάκρισής του. Σταδιακά, αλληλεπιδρά με φιγούρες του δικαστηρίου και αστυφύλακες, προσπαθώντας να ρίξει φως στο μυστήριο.
Ο ηθοποιός καταφέρνει να φωτίσει τον εύθραυστο ψυχισμό του Κ., την αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του και τις λεπτές νευρώσεις του χαρακτήρα του, με αποκορύφωμα την «ενοχή» του σε ένα χοροθεατρικό κρεσέντο. Σημειολογικά, τον βλέπουμε αρχικά με τις πιζάμες του ξυπόλυτο, καθώς τον συνέλαβαν από το σπίτι του κατά τη διάρκεια του ύπνου, ενώ αρχικά απενδύεται και μένει με το εσώρουχο. Θα μπορούσε να ήταν ο τρόφιμος ενώ ψυχιατρικού ασύλου, ενός σωφρονιστικού ιδρύματος -αν συλληφθεί- ή να πήγαινε πιο φιλοσοφικά στη γύμνια του ανθρώπου όταν χάσει την ελευθερία του, τα πολιτικά του δικαιώματα και την ασφάλεια της στέγης του.
Τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν οι Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξης Βιδαλάκης, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάσης Ισιδώρου, Βασίλης Καζής, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης. Να ξεχωρίσουμε τον Κλέαρχο Παπαγεωργίου που υποδύεται τον πρώτο ανακριτή του Κ με έναν κωμικοτραγικό τρόπο, που φωτίζει φυσικά το παράλογο.
Στην ενδυματολογία της παράστασης (Ηλένια Δουλαδίρη), βλέπουμε στοιχεία γνώριμα στην παραστασιογραφία του Μπινιάρη, όπως το bdsm ως στοιχείο της ολοκληρωτικής πολιτικής εξουσίας, τον ζωομορφισμό ως προέκταση της ανθρωπινότητας των ηρώων και κοστούμια που αποτελούν σχόλιο στις αρχές του κράτους. Στον αντίποδα ο κεντρικός ήρωας ενδεδυμένος -όπως προείπαμε- με πιζάμες, εύκολος «στόχος» για την αφαίμαξη του από το σύστημα και τους εκπροσώπους του.
Ο Άρης Μπινιάρης κατάφερε για άλλη μια φορά να δημιουργήσει μια παράσταση με ισχυρή και αισθητικά άρτια ταυτότητα, μουσικοθεατρική δραματουργία και μια διαλεκτική που φτάνει στον πολιτικό πυρήνα του θεάτρου. Η Δίκη αναμφισβήτητα είναι μια από τις πιο αξιόλογες παραστάσεις της χρονιάς και ενδεχομένως η καλύτερη παράσταση που έχει σκηνοθετήσει ο Μπινιάρης έως σήμερα. Δε θα ήταν υπερβολή να την χαρακτηρίσουμε «μανιφέστο».
Ταυτότητα της παράστασης:
- Μετάφραση: Γιάννης Βαλούρδος
- Διασκευή – Σκηνοθεσία – Σχεδιασμός Σκηνικού: Άρης Μπινιάρης
- Δραματουργία: Σοφία Ευτυχιάδου
- Μουσική σύνθεση: Τζεφ Βάγγερ
- Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
- Κίνηση- Χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
- Σχεδιασμός φωτισμών: Στέφανος Δρουσιώτης
- Αρχιτεκτονικά σχέδια, μελέτη και εφαρμογή σκηνικού: Αγγελίνα Παπαχατζάκη
- Σχεδιασμός ήχου: Νικόλας Καζάζης
- Σχεδιασμός κομμώσεων: Θωμάς Γαλαζούλας
- Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
- Βοηθός Σκηνοθέτη: Gelly Pedefu
- Βοηθός Ενδυματολόγου: Ιωάννα Καλαβρού Βοηθός Χορογράφου : Κατερίνα Αγγελακοπούλου
- Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
- Promo artwork – βίντεο: Θωμάς Παλυβός
- Επικοινωνία- Γραφείο τύπου: Μαρία Τσολάκη
- Social Media– Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας
- Διεύθυνση Παραγωγής: Έφη Πανουργιά
- Παραγωγή: ΤΕΧΝΗΧΩΡΟΣ
- Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξης Βιδαλάκης, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάσης Ισιδώρου, Βασίλης Καζής, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης








