Είδα το «Push up» στο Θέατρο ΕΛΕΡ – Μια κάποια κραυγή αγωνίας σε έναν κόσμο που αν δεν πας πάνω σε λιώνει

Favorite

Οι έξι πρωταγωνιστές της ιστορίας που στήνει, πολύ έξυπνα ο Γερμανός θεατρικός συγγραφέας Ρόλαντ Σιμμέλπφενιγκ (Roland Schimmelpfennig), είναι έξι μάσκες, έξι ταυτότητες που ίσως και να μπορούσαν να συνυπάρξουν σε ένα πρόσωπο.

Η σκηνοθέτης του έργου, Έφη Ρευματά, προτείνει τα «ζευγάρια» που δημιουργούνται στην εξέλιξη της ιστορίας που μέσα από ίδιες λέξεις μας ξεδιπλώνουν τη διττή ταυτότητα του χαρακτήρα που υποδύονται.

Οι ταυτότητες που καλούμαστε να παίξουμε, εμείς, που δεν είμαστε επαγγελματίες ηθοποιοί  αλλά καλούμαστε να δίνουμε τις «παραστάσεις» μας καθημερινά, σε κάθε μας κίνηση και απόφαση στο σπίτι, στη δουλειά, στο κοινωνικό μας περιβάλλον προσωπικά γέμισαν το μυαλό μου όσο η ιστορία των έξι χαρακτήρων εξελισσόταν επί σκηνής στο ΕΛΕΡ της οδού Φρυνίχου.

Στη σκηνή υπάρχει μια διάχυτη ένταση που μετατρέπεται σε υστερία, με την «Ψ» έννοια του όρου όταν ο κάθε ήρωας μας παρουσιάζεται και μας βάζει στον κόσμο, στο πετσί, στη δική του ταυτότητα.
Κοινό τους γνώρισμα είναι η έλλειψη αγάπης, στοργής, φροντίδας, αλληλεγγύης, και φυσικά έρωτα. Κάποιοι τουλάχιστον κάνουν σεξ! Με τη σχετική σκηνή στο «γραφείο του ιδιοκτήτη της πολυεθνικής» στην οποία εργάζονται και στο πάρτι της οποίας τους βρίσκουμε όταν σβήσουν τα φώτα ναι είναι πολύ όμορφα χορογραφημένη. Το σεξ γίνεται στο βάθος, στο φόντο. Όπως λείπει από τις ζωές των ηρώων  ή κι αν δεν λείπει εντελώς είναι μια κατάσταση κάπου στο βάθος και όχι στο προσκήνιο της ζωής τους.

Η βασική ιδέα του έργου είναι ποιος από τους υπαλλήλους θα πάρει την πολυπόθητη θέση του επικεφαλής στα νέα γραφεία της μεγάλης πολυεθνικής που ανοίγουν στο Ντουμπάι.
Το Ντουμπάι γίνεται ένα ελντοράντο για τον καθένα τους. Μια φαντασιακή κατάσταση που θεωρούν ότι θα τους πάει ένα βήμα παρακάτω στη ζωή τους και προφανώς ο καθένας και η καθεμία δεν θέλει να αφήσει τίποτα να σταθεί εμπόδιο σ’ αυτή την ευκαιρία.

Οι ερμηνείες είναι πολύ δυνατές ανεξαιρέτως από όλους τους ηθοποιούς της παράστασης.

Βιβή Φωτοπούλου ως νέα, ταλαντούχα, και «αγάμητη δύο χρόνια» (όπως χαρακηριστικά μας συστήνεται) στο «πα ντε τε» με την Φανή Παναγιωτίδου που αν και γυναίκα του αφεντικού παραμένει εξίσου μόνη μας μεταφέρουν με πολύ δυνατό τρόπο την αγωνία για το μέλλον που έχει καταστήσει σχεδόν ανυπόφορο το παρόν για τις ηρωίδες. Η βία που ασκεί η μεγαλύτερη γυναίκα (του αφεντικού), λεκτική, με όλα τα στερεότυπα που κάνει την νεαρή φιλόδοξη υπάλληλο να παραδεχτεί ότι πηδήχτηκε με το αφεντικό για τη θέση, προκειμένου να κάνει την ζηλιάρα και κυρίως μόνη (!) σύζυγο να σωπάσει και να τη δει να υποφέρει είναι από τις πολύ δυνατές σκηνές του έργου που οι δύο ηθοποιοί μας παραδίδουν με ξαιρετικό τρόπο.

Νίκος Στεργιώτης ως νέος που είναι ερωτευμένος με τις πορνοσταρ που βλέπει τα μοναχικά του βράδια με ένα κομμάτι πίτσα που παγώνει στο ένα χέρι, στη δική του «αναμέτρηση» με τον μέντορα του στην εταιρεία Κώστα Ανταλόπουλο μεταδίδουν στους θεατές τη ματαίωση των «ονείρων» που αντανακλούν στη νιότη και στην επαγγελματική δύση του ίδιου χαρακτήρα.

Θεμιστοκλής Μαλεσάγκος και Αθανασία Κουρκάκη το λαμπερό ζευγάρι που ο καθένας έχει την εύνοια του αφεντικού διαγκωνίζονται, μετά το παθιασμένο σεξ, για να επικρατήσουν σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου, επαγγελματικού αλλά τελικά τόσο ουσιαστικού.

Όλοι οι ήρωες του έργου ζουν, ή προσπαθούν να επιζήσουν μέσα από την αγωνία της επαγγελματικής επιβίωσης. Δεν υπάρχουν έξω από την εταιρεία. Σαν να κάνουν ένα shift + delete, εξαφανίζονται εντελώς όταν δεν υπάρχουν επαγγελματικά.

Ο συγγραφέας έχει φτιάξει μια άγρια ζούγκλα με φωτεινά γραφεία και ορόφους που πρέπει να ανέβει κανείς για να υπάρχει. Όπως τα άγρια ζώα επιβιώνουν μόνο αν φτάσουν στο σημείο της ζούγκλας που έχει τροφή και νερό και ανοιχτό ορίζοντα, έτσι τα σύγχρονα αγρίμια των πολυεθνικών μόνο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έχουν να τους κρατάει «ζωντανούς» μέχρι να ανέβουν στον πιο πάνω όροφο της εταιρείας. Εκεί που ο ορίζοντας είναι ανοιχτός…

Η παράσταση κυλάει σα νεράκι, σαν ένας χείμαρρος που τα παρασέρνει όλα στο διάβα του. Συναισθήματα και προσωπεία. Καταρρέουν όλα! Και στο τέλος η φωνή, ο θυρωρός, που βλέπει τα πάντα, ο ηχογραφημένος Γιώργος Νινιός δίνει μια κάποια κάθαρση.

Η παράσταση ξεκινάει με ένα πάρτι και πολύ χορό. Είναι νομίζω το πιο αδύνατο στοιχείο της παράστασης κι αυτό γιατί κατά τη γνώμη μου οι ηθοποιοί δεν χόρευαν αλλά έκαναν ότι χορεύουν. Ίσως να ήταν μια σκηνοθετική οδηγία για να μας βάλουν στον κόσμο της παράνοιας. Αυτό που μου έλλειψε ήταν να δω ανθρώπους να παρασύρονται και να παλεύουν να κολυμπήσουν στον ωκεανό της μουσικής (γιατί στο περίπου, και, αυτό σημαίνει χορός στο δικό μου κεφάλι). Μπορεί και να έφταιγε η μουσική που είχε μια αμηχανία (μεταξύ mainstream beat και techno)  και αυτό να παρέσυρε τους ηθοποιούς. Μπορεί να είμαι απλώς παράξενος όταν πρόκειται για μουσική και ρυθμό.

Αξίζει να βρεθείτε στο Θέατρο ΕΛΕΡ για το PushUp της Έφης Ρευματά. Σίγουρα θα φύγετε με πολλές σκέψεις και έχοντας απολαύσει μια παράσταση με ρυθμό και πολύ «υλικό» για να κουβεντιάσετε στη συνέχεια, ή να το σκεφτείτε το άλλο πρωί, πηγαίνοντας στη δική σας «ζούγκλα»/δουλειά!

Γιάννης Καφάτος

Σχόλια

Διαβάστε ακόμα

Scroll to Top