25/02/2020

Γιαγιά, πες μου μια ιστορία…


O Johnathan Swift, ο συγγραφέας των θαυμαστών ταξιδιών του Γκιούλιβερ, είχε πει πως “κάθε άνθρωπος θέλει να ζήσει πολύ, μα κανένας να γεράσει”. Και μάλλον είχε δίκιο. Τα γηρατειά είναι κάτι που τρομοκρατούν τους περισσότερους -αν όχι όλους- ως ιδέα, διότι σηματοδοτούν μία πορεία φθοράς, μοναξιάς και εξάρτησης ταυτόχρονα, ενώ πολλές φορές ακόμη και απώλειας της ίδιας σου της ταυτότητας.

Όταν ήμουν παιδί ασφαλώς δεν μπορούσα να έχω συνείδηση αυτής της αναπόφευκτης πορείας, ακόμα κι αν όντας επτά χρονών είχα ήδη “χάσει” και τους δύο παππούδες μου, καθώς βλέποντας τη γιαγιά μου -μια πραγματικά δυναμική γυναίκα, με το σπίρτο που χαρακτήριζε μάλλον ολόκληρη τη γενιά της- να φροντίζει εμένα και τις αδερφές μου, να μας πηγαίνει εκδρομές, να μας φτιάχνει μαρμελάδα από τα βατόμουρα που μαζεύαμε στο χωριό της, να μας διηγείται ιστορίες και -ασφαλώς!- να τσακώνεται με όποιον της έφερνε αντίρρηση, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτό θα άλλαζε στο μέλλον.

Νομίζω ότι ο φόβος για τη φθορά που επιφέρει ο χρόνος -γιατί για αυτό πρόκειται- έρχεται όταν η ζωή μας μετατρέπεται σε αγώνα δρόμου, όταν δηλαδή όλα αρχίζουν να περιστρέφονται γύρω από τους καταραμένους δείκτες του ρολογιού, το οποίο δυστυχώς ξεκινάει από πολύ νωρίς, ακόμα κι αν εκφράζεται διαφορετικά ανάλογα με την κοινωνική νόρμα της εκάστοτε εποχής. Διότι η ίδια μας η ταυτότητα διαμορφώνεται με αναφορά τον χρόνο και η συνείδηση του εαυτού μας ολοκληρώνεται μέσα από αυτόν.

 

Ονειρευόμαστε, βάζουμε στόχους και κάνουμε επιλογές για να ικανοποιήσουμε τον μελλοντικό μας εαυτό έτσι όπως θα θέλαμε να είναι, έχοντας πάντα την ψευδαίσθηση ότι τα όνειρα, οι στόχοι και επιλογές είναι δικές μας. Μπαίνοντας λοιπόν σε αυτόν τον αγώνα δρόμου, του οποίου τη ματαιότητα ξεχνάμε καθώς τρέχουμε, κάποια στιγμή απλά καταλαβαίνουμε ότι δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε όσα θα θέλαμε στο χρονικό πλαίσιο που θα θέλαμε, ακόμα και σε ιδανικές κοινωνικές συνθήκες, και επιζητάμε διαρκώς περισσότερο χρόνο. Και τότε είναι που η επιθυμία να ζήσουμε πολλά πολλά χρόνια γίνεται κυρίαρχη, αλλά να ζήσουμε υγιείς και άφθαρτοι, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε τη ματαιοδοξία μας.

Η γιαγιά μου έκλεισε πριν λίγες ημέρες τα 93, αλλά τους τελευταίους μήνες βρίσκεται στο νοσοκομείο σχεδόν χωρίς ταυτότητα -η άνοια, βλέπεις μπορεί να σε κάνει να μην αναγνωρίζεις όχι μόνο τα ίδια σου τα παιδιά, αλλά ούτε καν τον ίδιο σου τον εαυτό.

Βλέποντάς την, όμως, αυτό το διάστημα στο νοσοκομείο, σκέφτομαι τις αμέτρητες ιστορίες που μου διηγούταν από τον πόλεμο αλλά και από τα ταξίδια που είχε πάει σε ολόκληρο τον κόσμο, τους δεκάδες φίλους που μας παίρνουν καθημερινά τηλέφωνο για να δουν πώς είναι, τα παιδιά και τα εγγόνια της και όσα προσέφερε σε αυτά… από την αγκαλιά που μας έπαιρνε όταν ήμασταν άρρωστα μέχρι τα λουλούδια που μας έμαθε να αγαπάμε και να φροντίζουμε -με μία βεράντα γεμάτη γλάστρες, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς!

Τα γηρατειά ακόμα με τρομοκρατούν και θα με τρομοκρατούν -μάλλον φταίει ότι θέλω να ελέγχω τα πάντα. Η γιαγιά μου, ωστόσο, όλους αυτούς τους μήνες μού υπενθύμισε -ακόμα κι αν δεν το έκανε συνειδητά- ότι αυτό που μένει στο τέλος είναι οι ιστορίες που έχουμε να διηγηθούμε, οι ιστορίες δηλαδή που ζήσαμε και οι άνθρωποι με τους οποίους τις μοιραστήκαμε. Μου δείχνει κάθε μία ημέρα ξεχωριστά ότι αν είσαι 93, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα είσαι μόνος ή μόνη. Αντιθέτως, εάν σταματήσουμε να κυνηγάμε τη ζωή και αρχίσουμε να τη ζούμε, ακόμα κι αν χάσουμε τον εαυτό μας θα βρίσκονται κάποιοι άλλοι εκεί που θα θυμούνται ποιοι είμαστε και θα μας φροντίζουν για αυτό ακριβώς.

Μαρία Πακτίτη

Φωτο: Χρήστος Μπόνης (Eurokinissi)

(Συνολικές Επισκέψεις 281, 1 επισκέψεις σήμερα)
Ο Ισθμός από ψηλά
O Ted Sourvinos προτείνει Leif Erikson για την Πέμπτη

mm
About Μαρία Πακτίτη 20 Articles
H Μαρία Πακτίτη είναι παραγωγός στο www.trollradio.gr. Την ακούτε καθημερινά 12:00 - 14:00

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*